Το νέο στοίχημα Αρβανίτη – Λιβαθινού: Ένας «Ληρ» δωματίου

Η πρωταγωνίστρια Μπέτυ Αρβανίτη και ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός συναντώνται μετά από δέκα χρόνια στο σαιξπηρικό πεδίο.

Πέρασε το κατώφλι του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας για πρώτη φορά το 2007, έχοντας αφήσει πίσω την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σκηνοθετώντας την «Βάσσα» του Γκόρκι. Ηταν η πρώτη συνεργασία του Στάθη Λιβαθινού με την Μπέτυ Αρβανίτη που ερμήνευε τον επώνυμο ρόλο.

Έκτοτε, οι δυο τους συναντήθηκαν άλλες πέντε φορές, μελετώντας σπουδαία κείμενα – πάντοτε με έδρα το Κεφαλληνίας: «Η επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας» του Ντύρενματ (2008), ο «Βυσσινόκηπος» του Τσέχωφ (2009), «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Λόρκα (2010), «Η Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη (2011) – μια συνάντηση με τεράστια ανταπόκριση που και οι δύο ξεχωρίζουν ανάμεσα στις άλλες. Το φοβερό σερί συνεργασιών διακόπηκε μόλις για δύο χρόνια για να επιστρέψουν στους «Βρυκόλακες» του Ίψεν (2013).

Και σήμερα, δέκα χρόνια μετά, έχοντας πια κατακτήσει μια κοινή γλώσσα και μια προσωπική σχέση ξαναβουτούν στα δύσκολα, ίσως στα δυσκολότερα από ποτέ: Ο Λιβαθινός σκηνοθετεί την Αρβανίτη ως σαιξπηρικό βασιλιά Ληρ, σε μια τραγωδία δωματίου. Οι δυο τους και ο καθένας ξεχωριστά μιλούν για το νέο αυτό στοίχημα που δίνει νέα πνοή στο ρεπερτόριο του Θεάτρου Κεφαλληνίας. Είναι η πρώτη φορά, στα 36 χρόνια λειτουργίας του που, εντός του ανεβαίνει Σαίξπηρ.

Η Μπέτυ Αρβανίτη υποδύεται τον «Βασιλιά Ληρ»: Βρίσκομαι μπροστά σε ένα ρόλο ζωής. Αισθάνομαι μεγάλη πληρότητα

«Δεν μετανιώνω· κάτι ήξερε η ζωή», σχολιάζει η Μπέτυ Αρβανίτη που, για πρώτη φορά, στην 40χρονη λειτουργία του Θεάτρου Κεφαλληνίας μα και για πρώτη φορά στην προσωπική της πορεία ανεβάζει έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Μια δική της επιλογή που εκκρεμούσε εδώ και χρόνια – αλλά πάντα με τον όρο συνάντησης με το Στάθη Λιβαθινό. «Μάλλον, έπρεπε να συναντήσω άλλους σημαντικούς ρόλους, να συγκεντρώσω εμπειρία, να κερδίσω χρήσιμο υλικό και να είμαι σε θέση να το τολμήσω. Γιατί ο Ληρ είναι ένας, τερατωδώς, δύσκολος ρόλος. Και, μπορώ να πω – χωρίς φυσικά να μπορώ να κρίνω αν το έχω καταφέρει – πως βρίσκομαι μπροστά σε ένα ρόλο ζωής. Αισθάνομαι μεγάλη πληρότητα» τονίζει.

Η Μπέτυ Αρβανίτη δεν μπορεί να κρύψει τον ενθουσιασμό της για την αδιανόητη πύκνωση των θεμάτων που θέτει στο έργο ο μεγάλος Ελισαβετιανός: Την εξουσία, την φθορά του χρόνου, την παράνοια, την εγκατάλειψη. Παρακολουθεί κάθε βήμα της διαδρομής του προς την τρέλα και την ψυχική αποδόμηση ενός βασιλιά που χάνει τα πάντα. «Είναι αυτό το γάντζωμα από την ζωή, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις αυτήν την συγκινητική άμυνα του ανθρώπου. Και αισθάνομαι πως, πλέον, μπορώ να καταλάβω αυτό τον ήρωα, μπορώ να καταθέσω βιωμένα πράγματα, γιατί ξέρω τι σημαίνει γήρας και φόβος για το θάνατο». Είναι αυτές οι δύο συνθήκες που την ωθούν, εξάλλου, να υποδυθεί έναν ανδρικό ρόλο λέγοντας πως «το γήρας, η φθορά του χρόνου καταρρίπτει τα φυλετικά στερεότυπα· δεν έχουν φύλο τα γηρατειά».

Έχοντας μελετήσει κι άλλους σπουδαίους συγγραφείς στην πολύχρονη πορεία της – ΄Ιψεν, Ουίλιαμς, Λόρκα, Τσέχωφ, Μπέρνχαρντ, Ζενέ, Γκόρκι, Στρίντμπεργκ, Μπέκετ, Σίλερ, Πίντερ – η Μπέτυ Αρβανίτη ομολογεί πως «κακά τα ψέματα, μετά τους αρχαίους τραγικούς δεν έχει ειπωθεί κάτι καλύτερα από ό,τι έχει ειπωθεί στον Σαίξπηρ. Ίσως, βέβαια, να υπάρχει μια υποδόρια επαφή με την σκέψη του Μπέκετ. Πάντως, στον κόσμο του δεν σου δίνεται καμία διαφυγή, είσαι απολύτως εκτεθειμένος, σου ζητά να είσαι όσο πιο βαθύς γίνεται και μαζί ελαφρύς – γιατί ο Ληρ θέλει και χιούμορ. Είναι μια καταδυτική διαδικασία».

Πέρασαν δέκα χρόνια από την τελευταία της συνεργασία με τον Στάθη Λιβαθινό στους «Βρυκόλακες» του Ίψεν αν και η συνάντηση – σταθμός και για τους δύο υπήρξε η «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη το 2010. «Είμαστε περήφανοι που πια, έχουμε αποκτήσει έναν κώδικα, πράγμα το οποίο μεταφράζεται ότι γνωριζόμαστε πολύ καλά εντός σκηνής. Μιλάμε πια, με το βλέμμα, δεν χρειάζονται τα λόγια. Κι εκείνος, όπως κι εγώ, έχει προχωρήσει και πιστεύω πως με την φετινή αφορμή έχουμε αναπτύξει μια ιδανική σχέση σκηνοθέτη – ηθοποιού» σημειώνει. Στον Λιβαθινό, μεταξύ άλλων, χρωστάει και μερικές από τις, επί σκηνής, στιγμές ερμηνευτικής ωρίμανσης της. «Πέρασαν τα χρόνια μέσα από ρόλους αλλά εγώ αισθάνομαι μεγαλύτερη ελευθερία, είμαι πιο τολμηρή, πιο διαθέσιμη να δοκιμάσω, όσο κι αν αυτό ακούγεται οξύμωρο. Θέλω να χρησιμοποιώ τον εαυτό μου και μέσα σε πιο ακραίες συνθήκες γιατί διαφορετικά ποια είναι η αξία της τέχνης – αν όχι το ρίσκο;».

Ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθετεί τον «Βασιλιά Ληρ»: Επιθυμώ να ξοδέψω την υπόλοιπη ζωή μου πάνω σε ένα νησί όπου θα ανεβάζω μόνο έργα του Σαίξπηρ

Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντά την τραγωδία του αυταρχικού βασιλιά. Ήταν το 2009 όταν ο Στάθης Λιβαθινός, όντας προσκεκλημένος του ΚΘΒΕ, ανέβαζε το σαιξπηρικό αριστούργημα με πρωταγωνιστή το Νικήτα Τσακίρογλου. «Τότε είχα αντιμετωπίσει τον Ληρ ως ένα ροκ έπος, σήμερα είναι πολύ διαφορετική η προσέγγιση μας. Με τη νέα μετάφραση και διασκευή του Στρατή Πασχάλη, προχωράει η ματιά μας, υιοθετούμε μια εκδοχή για οκτώ πρόσωπα, αναζητούμε κάτι το λιγότερο κραυγαλέο- τόσο δραματουργικά όσο και εικαστικά – φωτίζουμε τις εσωτερικές συγκρούσεις, ωστόσο φροντίζουμε να διατηρηθεί κάτι από το μέγεθος της ως έπους» εξηγεί ο σκηνοθέτης.

Πεπεισμένος – και πως αλλιώς όταν μιλάμε για Σαίξπηρ – πως ο «Ληρ» είναι μια δυνατότητα να αναμετρηθεί κανείς με κάθε εποχή, σήμερα στρέφει την ανάγνωση του στην κρίσιμη στιγμή επιβίωσης του πλανήτη και του ανθρώπινου είδους. Για τον Λιβαθινό ο βασιλιάς με τις τρεις κόρες, «είναι ο τελευταίος καλός επί της Ιστορίας, κουβαλάει όλες τις αμαρτίες και τα πάθη του γένους μας, η τραγική άγνοια του οποίου μας οδηγεί στα πρόθυρα της καταστροφής. Γιατί βρισκόμαστε μπροστά σε δύο επικείμενες καταστροφές: Την άγνοια μας και την άνοια μας. Η καταστροφή του πλανήτη μας είναι ισότιμη με το δραματικό φαινόμενο της έλλειψης μνήμης. Αυτή τη φορά διαβάζω τον Ληρ ως ένα κείμενο για την μοίρα της ανθρωπότητας και την τραγική τροπή της ζωής μας της ίδιας», τονίζει.

Αυτή τη φορά διαβάζω τον Ληρ ως ένα κείμενο για την μοίρα της ανθρωπότητας και την τραγική τροπή της ζωής μας της ίδιας

Έχοντας αναμετρηθεί με τον Σαίξπηρ άλλες τέσσερις φορές – από το 1996 μέχρι σήμερα – είναι σε θέση να μιλά για το μεγαλείο όσο και τις παγίδες για τους νεότερους μελετητές του. «Ο Σαίξπηρ είναι ένας συγγραφέας μιλφέιγ: Εκείνο που έχεις να κάνεις είναι να επιλέξεις το επίπεδο που θα αναλύσεις. Ωστόσο, αυτή μέγιστη δοτικότητα του μπορεί να αποδειχθεί εξόχως παραπλανητική και να θελήσει κανείς να την καπελώσει με μια έτοιμη ιδέα. Το στοίχημα είναι, επομένως, έχοντας επιλέξει τα φιλοσοφικά επίπεδα που σε απασχολούν να τους επιτρέψεις να αναπνεύσουν. Και φυσικά, να βρεις νέες λύσεις, εκεί όπου οι προηγούμενες εξαντλήθηκαν».

Εδώ ο Λιβαθινός επαινεί το ansamble της παράστασης που, μετά από 3.5 μήνες προβών, είναι ικανό να αναμετρηθεί με τον Ληρ. «Στάθηκα τυχερός γιατί έχω στη διάθεση μου ηθοποιούς που θέλησαν να ξεχάσουν τι έκαναν πριν κι αυτό μας προσφέρει τον ορίζοντας μιας επόμενης συνεργασίας». Ανάμεσα τους ξεχωρίζει την Μπέτυ Αρβανίτη την οποία χαρακτηρίζει «ένα νέο, στην ψυχή, κορίτσι τόσο διαθέσιμο να αναμετρηθεί ακόμα και με γεροντικούς ρόλους. Είναι πάντα εκεί, έτοιμη να εξερευνήσει κάτι ακόμα και στον Ληρ αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό που ήθελα να κάνω: Μια προβληματική που στέκεται πέρα και πάνω από τα φύλα». Την έχει ξαναδεί άλλωστε, σε καταστάσεις ερμηνευτικής υπέρβασης, ξεχωρίζοντας τη «Φόνισσα» όπου «όχι απλά ξεπέρασε τον εαυτό της αλλά κινήθηκε μακριά από κάθε σπιθαμή της προφανούς φύσης της».

Το σχέδιο του «Βασιλιά Ληρ» επανερχόταν διαρκώς στις συζητήσεις τους «πότε ως σοβαρή πιθανότητα και πότε ως ανέκδοτο μέχρι που τώρα η Μπέτυ αποφάσισε να αναλάβει αυτήν την κρίσιμη πρόκληση». Πρόκληση, φυσικά, παραμένει πάντοτε ο Σαίξπηρ για κάθε δημιουργό, με τον Στάθη Λιβαθινό να δηλώνει ωστόσο πως «επιθυμώ να ξοδέψω την υπόλοιπη ζωή μου πάνω σε ένα νησί όπου θα ανεβάζω μόνο έργα του Σαίξπηρ. Ελπίζω, λοιπόν, να με απασχολήσει ξανά στο μέλλον».

07.12.2023, Χαραμή Στέλλα «Το νέο στοίχημα Αρβανίτη – Λιβαθινού: Ένας «Ληρ» δωματίου»

 

Για το link πατήστε εδώ