Το δράμα της προσαρμογής

Στο «Από Μηχανής Θέατρο» η θεατρική εταιρεία «ΔΟΛΙΧΟΣ» παίζει εδώ και λίγες εβδομάδες ένα πολύ ενδιαφέρον έργο του Ρίτσαρντ Καλινόσκι, «Το κτήνος στο φεγγάρι».

Το κείμενο, η γραφή του και η ιδεολογία του περιγράφουν το γνωστό αισθητικό πρόβλημα που αποπειράθηκα πρόσφατα σε άλλη στήλη να προσεγγίσω. Το πρόβλημα της Ηθογραφίας. Ο Καλινόσκι, με ένα φτερωτό ρεαλισμό, δηλαδή με φέτες ζωής που αναγράφονται κάθε φορά και εγγράφονται σε ιδεολογικές, αισθητικές και ηθικές μήτρες, παρακολουθεί τη ζωή εν αμερικανική επαρχία δύο βασανισμένων μεταναστών, εμιγκρέδων Αρμενίων, μετά τη τρομερή γενοκτονία της φυλής τους από την κτηνωδία του τουρκικού εθνικισμού.

Ο Καλινόφσκι δεν κάνει ούτε ιστορία ούτε θέατρο καταγγελίας ούτε κοινωνιολογική ή λαογραφική μελέτη με όχημα το θέατρο. Κάνει θέατρο χαρακτήρων και καταστάσεων, μόνο που οι χαρακτήρες έχουν εθνική καταγωγή, κοινωνικό φορτίο και ηθικές προκαταλήψεις, έχουν παραδοσιακές αξίες και εξωγενείς ερεθισμούς. Ο άντρας της ιστορίας του Καλινόσκι, Αρμένιος που γλίτωσε από τη σφαγή, φτάνει στην Αμερική, προσαρμόζεται στα νέα ήθη και εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες και επιβιώνει επαγγελματικά, έτσι ώστε να μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς στη νέα πατρίδα του. Έχοντας όμως βαθιές ρίζες στη χαμένη του πατρίδα, βρίσκει θαρρώ, σωσίβιο ένα γάμο με μια ομόφυλή του που κουβαλάει τα ίδια τραύματα και τιμά τις ίδιες παραδόσεις.

Η νύφη, που έρχεται από την Κωνσταντινούπολη και το ορφανοτροφείο της, είναι ένα αχαμνό κοριτσάκι 15 ετών. Ο Γαμπρός ονειρεύεται να αναπαράγει στην ξενιτιά μία εστία, έναν θύλακο, μια κιβωτό της χαμένης του οικογένειας. Θέλει να ζει διπλή ζωή: ως Αμερικανός εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες για να κερδίσει κύρος και χρήματα, ως Αρμένιος αναπαράγει τους ηθικούς κώδικές της ανατολίτικης πατρίδας του – πατριαρχικός αυταρχισμός, φαλλοκρατική συμπεριφορά, η αντίληψη πως η γυναίκα είναι σκεύος ηδονής, παιδοποιητική μηχανή και φύλακας των οικογενειακών αξιών, τιμαλφών και συλλογικής μνήμης.

Οι δύο σύζυγοι έχουν τα έντονα τραύματά τους, έχουν τις αναστολές τους, τις προσδοκίες τους και τις ψευδαισθήσεις τους.

Ο συγγραφέας παρακολουθεί με στοργή και χιούμορ τις έντιμες προσπάθειές τους να βρουν γέφυρες επικοινωνίας, να ανακαλύψουν την τρυφερότητα, να αφεθούν στην εμπειρία της σωματικής γνώσης, να τους αποκαλυφθεί ο βίος ως ένωση κοινής ανοχής.

Είναι πράγματι συνταρακτικός όσο και αφοπλιστικά απλός ο τρόπος που ο συγγραφέας οδηγεί τις συγκρούσεις ως την τελική αποκάλυψη της απλής αλήθειας πως η ζωή είναι εδώ, συντελείται τώρα, και πως το παρελθόν, όσο βαρύ, όσο τραυματικό, όσο εφιαλτικό, αφού μπόλιασε τον ψυχισμό τους, οφείλει, αφήνοντας το βαρύ άρωμά του στη μνήμη, να αποσυρθεί για να αναδυθεί στο μέλλον ένας νέος κόσμος εμπειρίας με βαθιές ρίζες, αλλά με ρεαλιστική ματιά.

Το έργο είναι αισιόδοξο∙  πιστεύει πως η ζωή δίνει λύσεις και ένα μάθημα προς όλους τους δοκιμαζόμενους ανθρώπους, πως η προσαρμογή δεν είναι πάντα προδοσία, η συμμόρφωση στις νέες συνθήκες ζωής δεν είναι η αμνηστία και ξέκομμα από τις ρίζες.

Ο Καλινόσκι έγραψε ένα τρυφερό έργο με σκληρά υλικά. Ωμό και ήπιο ταυτόχρονα, αφού έπρεπε οι δύο άνθρωποι της ιστορίας να βρουν την ατραπό που θα τους οδηγούσε από την απάνθρωπη, κτηνώδη βία στη γαλήνη μιας ζωής γεμάτης κατανόησης για τα ανθρώπινα, γεμάτης συγκατάβαση, αλλά όχι συμβιβασμό.

Ο Δημήτρης Τάρλοου μετέφρασε το έργο με γνώση της θεατρικής γλώσσας. Η Μανωλοπούλου με λιτά μέσα έστησε κυριολεκτικά μια αρένα – ενδιαίτημα για να δείξει πως ο αγώνας επιβίωσης και η οδός προς την αλληλοπεριχώρηση είναι  πορεία μέσα στον έρημο και διαμέσου φορτισμένων συμβόλων. Κυρίαρχα εδώ σύμβολα, μια φωτογραφική μηχανή με τρίποδα και ένα καβαλέτο μ τη φωτογραφία της χαμένης μείζονος οικογένειας.

Ο Στάθης Λιβαθινός που σκηνοθέτησε το έργο δούλεψε με μέθοδο παραδοσιακού αγγειοπλάστη. Βρήκε το κατάλληλο χώμα – με γνώση τον πηλό, έπλασε με τα χέρια τα αγγεία του και αφού τα έβαλε στο καμίνι, φρόντισε η φωτιά να τα κυρώσει ως έργα τέχνης και ως χρηστικά εργαλεία.

Η παρουσία της Ταμίλας Κουλίεβα στην παράσταση είναι μια ευλογία. Αυτή η σημαντική Ελληνίδα πλέον ηθοποιός με την σλαβική ψυχή και τη ρωσική υποκριτική σχολή να διαμορφώνουν τον κώδικά της, φέρνει στο θέατρο μας ένα νέο ήθος, ένα νέο ρίγος και μια πρωτόφαντη ποιότητα θεατρικού γούστου. Μάθημα υψηλής θεατρικής τέχνης. Με αξιοθαύμαστη εσωτερική τεχνική που υποχρεώνει σε πειθαρχία όλη την ψυχοσωματική σκεύη, συγκροτεί πρόσωπα με άκρα συνέπεια ψυχολογικής και ιδεολογικής πορείας. Διατρέχει τον ψυχισμό της ηρωίδας από 15 έως σαράντα ετών χωρίς τερτίπια, ψιμύθια και τεχνικές, μόνο με τα υπέροχα μάτια της και τα πολυμήχανα χέρια της.

Αυτή η ηθοποιός κάνει θέατρο με τα νύχια των ποδιών της. Μεγάλη απόλαυση.

Ο Δημήτρης Τάρλοου στον καλύτερο ρόλο του, ώριμος, μετρημένος, με άκρα συνέπεια και συνοχή, με χιούμορ και πίκρα, στέκεται δίπλα στην Κουλίεβα με άνεση ισοτίμως.

Ο Γιάννης Κυριακίδης ως αφηγητής έφερε την λιτότητα του, την αμεσότητά του στη σκηνή και το υπόγειο χιούμορ του. Ο μικρός Γιώργος Φιλίδης, με υψηλό επαγγελματισμό, έκανε καθαρό θέατρο, είχε χάρη, χιούμορ και λιτούς τρόπους. Ξεπέρασε τους κινδύνους του αλαζονικού παιδιού – θαύματος, χάρη πιστεύω στη χειραγώγηση του Λιβαθινού.

Η μουσική του Χάιγκ Γιαζντιάν που δίνει βάθος στα δρώμενα, σπαρακτική, προσφέρει την εμπειρία των ριζών και την εγγύηση της ωριμότητας των καρπών, στον κόσμο της εμιγκρέτσιας, που σπάρθηκε αλλού κι αλλού μεταφυτεύτηκε.

08.03.1999, Γεωργουσόπουλος Κώστας  «Το δράμα της προσαρμογής», Τα Νέα

 

Για το link πατήστε εδώ