Στάθης Λιβαθινός: Το θέατρο είναι εθνικό προϊόν

Μια συζήτηση για τον Τσέχωφ και τον Βυσσινόκηπο, το Κτήνος στο φεγγάρι του Richard Kalinoski, την θεατρική παιδεία στη χώρα μας και την ανάγκη μας για την δημιουργία μιας Κρατικής Σχολής Σκηνοθεσίας που θα ακολουθήσει τους όρους της νέας εποχής.

Για φέτος, διάλεξες τον Βυσσινόκηπο…
Αν μπορεί κανείς να πει, ότι είναι από τα έργα που διαλέγεις. Τέλος πάντων ναι, εργάστηκα πάνω σ’ αυτό. Ο Βυσσινόκηπος βέβαια, κακά τα ψέματα, δεν είναι μία καθημερινή ιστορία. Είναι ένα από κείνα τα έργα που σε καλούν να αναμετρηθείς μαζί τους σε όλα τα επίπεδα και στιλιστικά και αισθητικά και φιλοσοφικά. Και βεβαίως δεν είναι ποτέ από τα έργα στα οποία βάζεις τελεία. Επιστρέφεις σ’ αυτά πάντα. Εμένα με ενδιέφερε η μεγάλη δυσκολία του εγχειρήματος γιατί πραγματικά. δεν έχω ξανασυναντηθεί με τον Τσέχωφ, παρά μόνο εργαστηριακά. Και βέβαια το γεγονός ότι ο Τσέχωφ έχει τρομερές δυσκολίες, τον καθιστά ιδανικό για να εκπαιδευτούν ηθοποιοί και θεατές. Δεν πιστεύω ότι έχουμε μια παράδοση στην Τσεχωφική παραστασιολογία, δεν υπάρχει. Μόνο να σκεφτεί κανείς ότι στη Γαλλία παίζονται εξήντα παραστάσεις το λιγότερο το χρόνο…Νομίζω ότι είναι ένας από τους συγγραφείς που παράλληλα με παραστάσεις που έρχονται από το εξωτερικό, θα τον ανακαλύψουμε σιγά-σιγά. Πόσο μάλλον που είναι κλασσικός και δεν θα πάψει ποτέ να μας εκπλήσσει. Είναι πολύ ανοικτός στις αναγνώσεις και ταυτόχρονα απίστευτα λεπτομερής στον τρόπο που περιγράφει την ανθρώπινη ψυχή. Είχα πει και νομίζω θα το ξαναπώ ότι το έργο του είναι ανώτερα συναισθηματικά μαθηματικά. Γράφει για τον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων χωρίς να βαρύνει ποτέ περισσότερο τη μία από την άλλη πλευρά…

Έχει θαυμάσιες ισορροπίες…
Ναι, και μία δικαιοσύνη όσον αφορά τους χαρακτήρες. Μου μίλησε και προσωπικά πάρα πολύ η θεματολογία του Βυσσινόκηπου όσον αφορά το φινάλε της ζωής και την αίσθηση του περάσματος του χρόνου. Δεν μπορώ να πω ότι δεν είμαι σε μια τέτοια στιγμή…

Μια στιγμή μεταβατική δηλαδή;
Νομίζω ναι…Πολύ έντονη. Ήξερα πολύ καλά ότι είναι ένα τεράστιο και δύσκολο πεδίο και η μόνη πρόσβαση που έχω στον Τσέχωφ είναι η «γλωσσική», η μεταφραστική του πλευρά. Τίποτε άλλο. Όλα τα υπόλοιπα μάλλον θα τα έβλεπα σαν μειονεκτήματά μου. Γιατί άμα έχεις συνείδηση του μεγέθους αυτού, κινδυνεύει καμμιά φορά να σε καθηλώσει αντί να σε απελευθερώσει.

Δημιουργείται ένα δέος.
Ακριβώς. Αν και έχω δει και πάρα πολύ καλές παραστάσεις Τσέχωφ. Οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να καταπιαστώ με ευκολία. Μπορεί να ήταν και επιπολαιότητά μου που καταπιάστηκα, ποιος ξέρει…Αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Αυτό είναι υπερβολή νομίζω…
Δεν πειράζει. Ας πούμε και μια υπερβολή.

Για την διαχρονικότητα του συγγραφέα αυτού…Έχει το μοναδικό χάρισμα να σε αφορά άμεσα, μιλώντας μέσα από μιαν άλλη εποχή…
Ναι. Βέβαια. Ισχύει αυτό. Επίσης κατορθώνει κάτι που δεν το κατορθώνουν πολλοί συγγραφείς, τον Βυσσινόκηπο να τον κάνει ένα ζωντανό πρόσωπο…Είναι ένας επί πλέον ήρωας και μάλιστα δεσποτικός. Με τον Θοδωρή τον Αμπατζή, τον συνεργάτη μου, δουλέψαμε πολύ πάνω σ’ αυτό ούτως ώστε να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε μια τέτοια παρτιτούρα στην παράσταση που η παρουσία του Βυσσινόκηπου να μην είναι διακοσμητική ή απλώς γραφική αλλά να είναι όσο το δυνατόν πιο πολύ παρούσα. Προσθέτοντας τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες που έχει ένας τέτοιος συγγραφέας. Και μάλιστα στη συγκεκριμένη σκηνή όπου δυστυχώς ή ευτυχώς σου απαγορεύει να χρησιμοποιήσεις δύσκολα σκηνικά και σε βγάζει από αυτόν τον πειρασμό. Αλλά σε βάζει στη διαδικασία του να σκεφτείς αφαιρετικά, κάτι που εμένα γενικότερα με ενδιαφέρει στο θέατρο. Σκέφτηκα ότι θα ήταν μια επιπλέον άσκηση. Γι’ αυτό κι ο χώρος είναι καθορισμένος περισσότερο από μια ενιαία ποιητική ατμόσφαιρα και ρεαλιστική ταυτόχρονα. Σκεφτήκαμε πολύ με τον Θοδωρή και ηχητικά και με την Ελένη την Μανωλοπούλου σκηνογραφικά, πως θα μπορέσουμε να τον μεταφέρουμε στη σκηνή το Βυσσινόκηπο χωρίς να τον περιγράψουμε χρησιμοποιώντας τα συνηθισμένα ανθάκια και κλαράκια κι όλα αυτά που είναι ένα επιπλέον κλισέ το οποίο όμως όλοι θεωρούν στα εκ των ουκ άνευ…

Απαραίτητο…
Ναι. Και που δεν το χρησιμοποιήσαμε στην παράσταση και καλά κάναμε.

Και ήταν και ιδιαίτερα επιβλητικό το γεγονός ότι είδαμε το «άνθος» την στιγμή που προκαθορίστηκε κι η μοίρα του.
Ναι ακριβώς και με έναν άλλο τρόπο.

Όσον αφορά τους αγαπημένους χαρακτήρες του Τσέχωφ που επανέρχονται στα τέσσερα σημαντικότερα έργα του, εκτός από τον γιατρό, υπάρχουν όλοι παραλαγμένοι και εδώ…Και μάλιστα και εδώ, ισορροπούν ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό…
Ναι εδώ δεν τον έχουμε τον γιατρό, τον έχουμε σαν συγγραφέα εδώ. Ο Τσέχωφ, δεν ξέρω καν αν ισχύει, ότι κρατάει αποστάσεις. Το θέμα δεν είναι αν κρατάει αποστάσεις, το θέμα είναι πόσο διεισδυτική είναι η ματιά του. Γιατί όλες οι ιστορίες, ανάλογα με τι βλέμμα θα τις δεις, είναι και λίγο αστείες και λίγο τραγικές ταυτόχρονα. Αμιγώς αστεία ιστορία δεν υπάρχει… Έτσι νομίζω, ότι δεν υπάρχει.

Είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση αυτό, συνυπάρχει και το κωμικό και το τραγικό.
Ναι. Αστείες ιστορίες δεν υπάρχουν, πόσο μάλλον όταν οι άνθρωποι βρίσκονται προς το τέλος της ζωής τους.

Μίλησέ μου για τους ηθοποιούς σου, με τους οποίους έχετε δουλέψει ξανά και ξανά και μάλιστα με πολλούς απ’ αυτούς και σε εργαστηριακό επίπεδο, στις θερινές ακαδημίες της Πειραματικής. Και έχετε και κωδικούς επικοινωνίας ιδιαίτερους.
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η συνύπαρξη μαζί τους. Τους θεωρώ εξαιρετικούς, συγκλονιστικούς ηθοποιούς. Σ΄ αυτή την ομάδα συμμετέχουν ένα κομμάτι της ομάδας της «Γηραιάς κυρίας» κι ένα κομμάτι από την ομάδα της Πειραματικής σκηνής.

Όσον αφορά τώρα την εποχή που είναι και η εποχή του Τσέχωφ. Ένας κόσμος πεθαίνει κι ένας άλλος έρχεται να πάρει τη θέση του. Μια μεταβατική εποχή και γι’ αυτό κρίσιμη.
Δεν νομίζω ότι μπορούμε εύκολα εμείς να μπούμε σ’ αυτό το παραμύθι. Νομίζω ότι υπάρχουν μερικά επίπεδα τα οποία αναγκαστικά θυσιάζονται ή αν μη τι άλλο περνάνε σε δεύτερο πλάνο. Το τι πραγματικά έζησε τότε η Ρώσικη ιντελιγκέντζια είναι κάτι που νομίζω ότι μπορώ να το ανιχνεύσω μέσα από την σχέση μου μ’ αυτή τη χώρα αλλά εμείς δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε απόλυτα. Ζούμε σε μια άλλη διάσταση. Κατ’ αρχήν δεν έχουμε ιντελιγκέντζια με αυτήν την έννοια. Περιέχει έναν κύκλο ανθρώπων που σε μας δεν υπάρχει. Έχουμε βεβαίως διανοούμενους αλλά αυτό το είδος ανθρώπων που να προέρχεται από αυτήν την αριστοκρατική τάξη δεν το έχουμε ακριβώς. Οπότε δεν μπορούμε να καταλάβουμε εύκολα την περιπέτεια μιας τάξης ανθρώπων που πολύ σύντομα θα γίνονταν όλοι μακαρίτες, μετά το -17. Αυτό δεν μπορούμε να το καταλάβουμε σήμερα. Νομίζω ότι εκείνο που ενδιαφέρει είναι να εμβαθύνουμε σε άλλες πλευρές του έργου. Ωστόσο επιδιώξαμε οι ήρωες αυτοί να έχουν ένα τόπο καταγωγής, μία ευγένεια και μια ιδιαιτερότητα στην συμπεριφορά.

Οπότε πως διαχειρίστηκες την παράσταση ώστε το έργο αυτό να είναι οικείο και στον Έλληνα θεατή;
Κατ’ αρχήν έγινε μία μετάφραση του κειμένου η οποία να έχει ενδιαφέρον και να είναι, όχι απλώς ευπρόσιτη, να είναι αληθινή. Με λύπη μου θα πω ότι οι μεταφράσεις των έργων του Τσέχωφ που διάβασα, εκτός ελαχίστων στιγμών σε κάποιες, δεν αποτυπώνουν ακριβώς το πνεύμα του συγγραφέα. Δεν ξέρω αν το καταφέραμε κι εμείς αυτό απόλυτα αλλά σίγουρα οι άλλες είχαν πάρα πολλά κενά. Κι πιστεύω ότι η δουλειά της Χρύσας Προκοπάκη εδώ είναι πάρα πολύ σημαντική. Νομίζω ότι θα είναι μία από τις μεταφράσεις που προχωράνε το θέμα του Τσέχωφ, όχι γενικά, στο θέατρο ειδικά. Σε όσους δεν έχει γίνει ακόμα αισθητό, θα γίνει σε λίγο καιρό νομίζω.

Να περάσουμε τώρα στην άλλη σου σκηνοθεσία στο «Κτήνος στο φεγγάρι». Και πάλι έχουμε μια μετάβαση, έχουμε επίσης ένα πολύ κρίσιμο ιστορικό γεγονός κι ανθρώπους παγιδευμένους στην ιστορία τους. Ένα έργο τελείως διαφορετικό όμως…
Ναι ισχύει αυτό. Η ιστορία ξεκίνησε από μία ευτυχή στιγμή, όταν συναντήθηκαν οι δρόμοι μας με την Ταμίλα και τον Δημήτρη. Ξεκινήσαμε μια δουλειά η οποία αργότερα έδωσε καρπούς και δημιουργήθηκε το θέατρο «Πορεία». Για μένα ήταν μεγάλη χαρά να επαναλάβω την εμπειρία, μέσα στο ίδιο σκηνικό αλλά είχαν περάσει δέκα χρόνια. Σε δέκα χρόνια οι ηθοποιοί όχι απλώς αλλάζουν, γίνονται αγνώριστοι θα ‘λεγα.

Και λογικό είναι…
Όμως οι συγκεκριμένοι διατήρησαν την επαφή τους με το υλικό και ήταν και μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Δεν το έχω ξανακάνει αυτό, να επαναλάβω μία παράσταση.

Το κείμενο; Είναι πολύ δυνατό και νομίζω πως δεν περιορίζεται μόνο σε μία σφαγή και στην ψυχολογία κάποιων ανθρώπων που επιβιώνουν απ’ αυτήν.
Παρόλο που δεν είναι και λίγο το ιστορικό «κόντεξ» του έργου. Πιστεύω ότι αυτή η λειτουργία του θεάτρου που αφορά το να υπενθυμίζει κιόλας τις ανθρώπινες τραγωδίες και τα ιστορικά λάθη από τα οποία προκύπτουν, όταν δεν γίνεται αυτοσκοπός, είναι σημαντική. Νομίζω ότι εξακολουθεί να ενδιαφέρει τον κόσμο αυτό το έργο. Το γεγονός ότι έχει υπάρξει ένα τέτοιο τραγικό γεγονός στην ιστορία που δεν είναι και τόσο πια μακρινό, αφού αν το σκεφτείς τα ίδια λάθη κάνουμε ακόμα, σημαίνει ότι έπρεπε αυτό το έργο να ανέβει. Συν το γεγονός ότι είναι και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία ενός ζευγαριού. Αυτό με ενδιέφερε πάρα πολύ…

Η σχέση των δύο αυτών ανθρώπων εξελίσσεται πολύ περίεργα, μέσα στο χρόνο. Και μάλιστα εξελίσσεται γύρω από ένα «τραπέζι». Με ελάχιστες εκμυστηρεύσεις. Θα χρειαστεί η εισβολή του νέου παιδιού που ταυτόχρονα παρηγορεί και τρομοκρατεί, για να υπάρξει η έκρηξη που θα κάνει τον άντρα να ανοιχτεί και να μιλήσει για το τραύμα του, στη γυναίκα του.
Πιστεύω ότι πρόκειται για ένα ζευγάρι με το οποίο ταυτίζονται πολλοί άνθρωποι σήμερα, βλέποντας το έργο. Αφορά την διαδικασία της αληθινής εξοικείωσης μέσα από την οποία δύο σύζυγοι μπορεί να ζουν μαζί αλλά πολλές φορές παραμένουν ξένοι, μέχρι να συμβεί ανάμεσά τους ένα συμβάν σοβαρό και να αποκαλυφθεί αυτό το κάτι, το πολύ μεγάλο, που τους δένει.

Ωστόσο ανάμεσα σ’ αυτούς τους ξένους εισρέει μία καθημερινότητα που ενισχύει τους κώδικες επικοινωνίας, προετοιμάζοντας την αποκάλυψη που θα ενισχύσει τους δεσμούς τους.
Νομίζω ότι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ηρωίδα, την οποία ενσαρκώνει εξαιρετικά η Ταμίλα. Η γυναίκα αυτή έχει ψυχικά αποθέματα, σπουδαίο ψυχικό μεγαλείο και μια ανοχή που δείχνουν οι γυναίκες πολύ συχνά στη ζωή τους. Κάτι για το οποίο δεν μπορείς παρά να τις τιμάς. Αυτό είναι νομίζω, το γεγονός που κάνει ενδιαφέρουσα την συνύπαρξη μ’ αυτόν τον δύστροπο άνθρωπο, τον γεμάτο προκαταλήψεις και ταμπού.

Που ταυτόχρονα όμως είναι ένας καλλιτέχνης, με τον τρόπο του…
Ναι! Είναι… Είναι συγκινητικός γιατί ασχολείται με τις ζωές των άλλων, όντας φωτογράφος.

Και προσπαθεί να τους κάνει και όμορφους κιόλας.
Ενώ η δική του ζωή είναι άσχημη.

Σαν την φωτογραφία του την οικογενειακή. Μια φωτογραφία γεμάτη τρύπες που δεν μπορεί να τις κλείσει.
Βέβαια.

Και όσον αφορά εκείνο το αγοράκι που στην ουσία εισβάλλει στο σπιτικό τους κι ενώ γίνεται αποδεκτό με τρυφερότητα από την κυρία Τομασιάν, ο κύριος Τομασιάν το απωθεί και το ζηλεύει…
Ξέρεις πως είναι ένας άντρας τέτοιου είδους… Ζηλεύει οτιδήποτε κινδυνεύει να του πάρει τη θέση, πόσο μάλλον τα ρούχα του. Αλλά νομίζω ότι αυτό το παιδί είναι η αιτία για να εξελιχτεί ο Αράμ Τομασιάν, να γίνει άνθρωπος και άντρας. Πραγματικός. Όταν περνάει σιγά-σιγά στην κατανόηση και την συγχώρεση. Ε! Δεν είναι και εύκολη η ζωή που ζούσαν οι άνθρωποι τότε. Περάσανε αυτά που περάσανε οι παππούδες μας κι οι γονείς μας, σφαγές, πολέμους…

Εξορίες…
Ε! Αυτά όλα αφήνουν κάτι στην ψυχή, πολύ μεγάλο…

Το οποίο μπορεί να λειτουργήσει, όπως στην περίπτωση του Αράμ σε ψυχοπαθολογία ή όπως στην περίπτωση της Σέτα σε διέξοδο για να εξελιχτεί και να γίνει καλύτερος άνθρωπος.
Βέβαια…

Και παρ’ όλο που σαν γυναίκα έχει και μια πρόσθετη ψυχική επιβάρυνση που αφορά το ότι δεν μπορεί να κάνει παιδιά. Πολύ σημαντικό για μια γυναίκα.
Ναι, πάρα πολύ. Και γι’ αυτό νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι ταυτίζονται μ’ αυτό το ζευγάρι. Γιατί το απασχολούν πράγματα πολύ καθημερινά και απλά αλλά και πολύ σημαντικά. Γενικά μ’ αρέσει που το έργο αυτό βρίσκει μια διέξοδο προς το φως. Μ’ αρέσει αυτό. Και στον Τσέχωφ υπάρχει, μ’ έναν άλλο τρόπο. Παρ’ όλο που το έργο του είναι αρκετά πιο απαισιόδοξο, θάλεγα, από μια πλευρά…Η ιστορία της Σέτα και του Αράμ έχει μια διέξοδο που είναι λυτρωτική. Εμένα μ’ αρέσουν τα έργα που προσφέρουν μια τέτοια διέξοδο… Που δεν σου κλείνουν τις πόρτες κατάμουτρα…

Πάντως ο Τσέχωφ έχει νομίζω το υπέροχο πλεονέκτημα να ανοίγει παντού πόρτες και εξόδους διαφυγής, ακόμα κι αν αυτές μέσα από το ίδιο του το έργο διαφαίνεται πως σύντομα θα σφραγιστούν ξανά. Συνέχεια κάποιος ήρωας του μιλάει για ένα μέλλον όπου τα πάντα θα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο…
Αρκετά αισιόδοξο αλλά και απαισιόδοξο μαζί. Αφού όλα αυτά θα συμβούν μετά από τετρακόσια χρόνια. Εμείς φυσικά δεν θα ζούμε τότε…

Και οι ίδιοι του οι ήρωες δείχνουν πως αυτή η ελπίδα είναι φρούδα αφού αν μπορούσε να αλλάξει η ανθρώπινη φύση και μαζί κι η ανθρώπινη μοίρα, θα είχε αλλάξει από τότε.
Ναι. Οι ήρωες του μιλάνε πολύ γι’ αυτό. Αλλά δεν αρκεί…

Μίλησέ μου λίγο και για τους στόχους σου. Γι’ αυτό που θα ήθελες περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, να κάνεις στο μέλλον.
Για μένα το σημαντικότερο πράγμα στο οποίο θα ήθελα να αφιερώσω ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου και το λέω πάντα, είναι η σχολή σκηνοθεσίας θεάτρου. Νομίζω ότι πρέπει πια να μπει για τα καλά η χώρα μας στο παιχνίδι της θεατρικής παιδείας για να μπορέσουν οι Έλληνες σκηνοθέτες να εξαντλούν τις ικανότητές τους στη σκηνή και να ασχολούνται με ηθοποιούς δημιουργούς και όχι εκτελεστές. Πιστεύω ότι πρέπει να εξελιχτεί η θεατρική παιδεία στον τόπο μας. Είναι πάρα πολύ αναγκαίο και νομίζω ότι το σημαντικότερο που θα πρέπει να συμβεί σ’ αυτήν την κατεύθυνση είναι η ίδρυση της σχολής σκηνοθεσίας θεάτρου. Εμένα αυτό με αφορά και με καίει. Θα κάνω τις παραστάσεις μου και θα προσπαθώ να προτείνω κάτι μέσα από αυτές αλλά νομίζω ότι η θεατρική παιδεία αυτή τη στιγμή είναι η φροντίδα «νούμερο ένα» στον τόπο μας. Και δεν νομίζω πως υπάρχει κάτι πιο σημαντικό από αυτό.

Έχεις ήδη δουλέψει προς την κατεύθυνση αυτή σε μικρή κλίμακα με τις θερινές ακαδημίες της Πειραματικής απ’ όπου είδαμε να προκύπτει ένα πολύ σπουδαίο υλικό κι από ηθοποιούς κι από σκηνοθέτες. Μάλιστα εξακολουθεί να υπάρχει μία επαφή με αυτούς τους νέους ανθρώπους και συχνά συνεργάζεσαι με διάφορους τρόπους μαζί τους αλλά κι αυτοί κρατούν την επαφή ανάμεσά τους και δουλεύουν μαζί. Έχει δημιουργηθεί ένας πυρήνας. Βλέπω πως, όχι μόνο το ταλέντο κι οι γνώσεις, τους διαχωρίζουν από όλους τους άλλους αλλά και το ήθος τους.
Είναι γεγονός. Όπως έλεγε κι ο δάσκαλός μας ο Κατσέλης, το ήθος είναι μεγάλη αξία στο θέατρο και νομίζω ότι αφορά και όλες τις μεγάλες σχολές θεάτρου. Κάποτε πρέπει να γίνει και στην Ελλάδα μια μεγάλη σχολή θεάτρου. Να αφομοιώσει ότι καλύτερο υπάρχει από το παρελθόν και να προχωρήσει στο μέλλον. Έτσι γίνεται, δεν γίνεται αλλιώς. Δεν γίνεται να μιλάμε για παράδοση και να μην έχουμε σχολή.

Νομίζεις ότι θα μπορούσε στην Ελλάδα να υπάρξει μια τέτοια σχολή χωρίς να παρεισφρήσουν τα προσωπικά συμφέροντα κι οι διάφοροι ατάλαντοι που όμως έχουν τον τρόπο τους να ελέγχουν όλους τους κρατικούς μηχανισμούς;
Νομίζω πως δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Όλα τα υπόλοιπα μοντέλα έχουν χρεοκοπήσει. Εκτός αν παιδεία θα είναι πια μόνο τα σεμινάρια.

Κάτι που όμως μοιάζει αποσπασματικό και δεν μπορεί να καλύψει ούτε όλους τους τομείς ούτε όλες τις ανάγκες των σπουδαστών.
Με σεμινάρια, παιδεία δεν γίνεται. Με μπαλώματα δουλειά δεν γίνεται. Χρειάζεται συστηματική και σε βάθος εκπαίδευση σκηνοθετών και ηθοποιών. Για να αξιοποιηθεί με κάποιο τρόπο το δυναμικό που υπάρχει στην Ελλάδα.

Γιατί υπάρχει δυναμικό. Αυτό μπορεί να το δει κανείς.
Τεράστιο. Αλλά που καταλήγει; Νομίζω ότι κάνει εκπτώσεις. Δεν μπορεί πάντα να ποντάρει κανείς στην ιδιωτική εκπαίδευση. Η οποία επίσης αναγκαστικά θα κάνει συμβιβασμούς για να συνεχίσει να υπάρχει.

Και πολλά παιδιά έχουν την δυνατότητα να πάνε να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Αλλά…
Το εξωτερικό δεν μπορεί συνεχώς να δίνει γιατί το θέατρο είναι εθνικό προϊόν. Είναι εθνικό προϊόν. Τέλος. Πως να γίνει; Δεν μπορούμε να ανατρέψουμε αυτόν τον κανόνα που υπάρχει σε όλες τις μεγάλες χώρες, με θεατρική παράδοση. Πρέπει να λάβει κανείς υπ’ όψιν του αυτά τα παραδείγματα.

Μια και μίλησες για εθνικό προϊόν … Έχουμε επίσης μια τεράστια έλλειψη όσον αφορά την δημιουργία παράδοσης στον τομέα της θεατρικής συγγραφής. Και χωρίς ελληνικό θεατρικό έργο δεν μπορεί να υπάρχει εθνικό θέατρο.
Πιστεύω ότι σιγά-σιγά και οι νέοι θεατρικοί συγγραφείς θα βρουν την γλώσσα τους και θα προχωρήσουν. Υπάρχουν πολλοί ταλαντούχοι συγγραφείς αλλά πρέπει να παίζονται πολύ συχνά για να μάθουν το «μετιέ». Γιατί θεατρικός συγγραφέας από το γραφείο του δεν γίνεται. Ακόμα κι ο Τσέχωφ για τον οποίο μιλάγαμε πριν, επειδή ανέβηκαν τα έργα του, εξελίχτηκε…Ο Τσέχωφ του «Βυσσινόκηπου» από τον Τσέχωφ του «Στοιχειού του δάσους» δεν έχει καμμία σχέση. Δεν παύει να είναι ένας τρομερός συγγραφέας αλλά εξελίχτηκε πάρα πολύ. Και το λέει κι ο ίδιος. Ο Τσέχωφ είναι ο Τσέχωφ επειδή συναντήθηκε με το Θέατρο Τέχνης. Αν δεν συναντιόνταν, δεν θα γινόταν ποτέ.

26.03.10, Κυριάκη Μαρία «Στάθης Λιβαθινός: Το θέατρο είναι εθνικό προϊόν», episkinis.gr

 

Για το link πατήστε εδώ