Παραστάθηκε στις 25 και 26 Ιουνίου στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, ως η τελευταία θεατρική παράσταση πριν κλείσει για τις προγραμματισμένες εργασίες αποκατάστασης του και στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων της Ακαδημίας Αθηνών. Σε συν -παραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου και της εταιρίας ‘’Λυκόφως’’.
Πως να ξεκινήσω (με απασχόλησε ιδιαιτέρως), για να αναφερθώ σε παράσταση η οποία παρουσιάστηκε σε ένα κατάμεστο Ηρώδειο και που εμείς οι θεατές,’’ Ενεοί’’ παρακολουθήσαμε.
Βρεθήκαμε στο κοίλον του Ηρωδείου, προσηλωμένοι (κάτι όχι και τόσο σύνηθες) στην παράσταση της Τραγωδίας του Ευριπίδη ‘’ Εκάβη’’ που διδάχτηκε ανάμεσα στο 425 και 423 π.Χ. και κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου και εν έτει 2026 και εποχή καλοκαιρινή, να επιβάλλεται ο Ευριπίδειος λόγος καθώς και η αιτία που ο ποιητής την έγραψε. Η Αθηναϊκή Πολιτεία βρίσκεται λίγο πριν από την πλήρη κατάρρευση.
Μια καθ’ όλα άψογη παράσταση Αρχαίας Τραγωδίας παρακολουθήσαμε (μαζί μας και κάποιες χιλιάδες θεατών) στο ενεργειακό Ηρώδειο, στις δυο αυτές ημέρες του Ιουνίου, καθώς ταυτίστηκε με τον χώρο, η απόδοση της σημαντικής και με τόσα μηνύματα (που ταιριάζουν και στην εποχή μας) αυτής Τραγωδίας.
Σκηνοθετικά, εκφραστικά και εικαστικά να επιβάλλεται η παράσταση και με τον τίτλο να συμπληρώνεται και να γίνεται ‘’Εκάβη – στη Σκιά της Πολιτείας’’. Έτσι, προετοιμάζει τον θεατή για μια διαφορετικής προβολής απόδοση της συγκεκριμένης Τραγωδίας που δεν ανεβαίνει συχνά, όπως άλλες παρόμοιες.
Ο κ. Λιβαθινός με την συμβολή της στενής του συνεργάτιδας Έλσας Ανδριανού, παραλλήλισαν κειμενικά και δραματουργικά, την Ευριπίδεια γραφή με την Πλατωνική ‘’Αλληγορία του Σπηλαίου’’ (έβδομο βιβλίο της ‘’Πολιτείας’’), ανακαλύπτοντας κατά την μελέτη της, πως η φιλοσοφικής δομής υπόθεση της και θεωρώντας πως ο κόσμος των ‘’σκιών’’ που πραγματεύεται ο Πλάτωνας, βάζοντας τον Σωκράτη να συνομιλεί με τον Γλαύκωνα, μπορεί να συνυπάρξει με τις ‘’σκιές’’ το ‘’φάντασμα’’ ή τις ‘’ψευδαισθήσεις’’ που παρουσιάζονται από τον Ευριπίδη (κατά την άποψη των δημιουργών της τωρινής παράστασης) σε απόλυτο βαθμό.
Ο κ. Λιβαθινός και η κ. Ανδριανού θεώρησαν ότι παραστατικά μπορούσε να ταυτιστεί η Πλατωνική Φιλοσοφία με την Ευριπίδεια παράσταση της υπαρκτής αλήθειας και της φανταστικής, της μη πραγματικότητας που αποτυπώθηκε και στην ερμηνεία των ηθοποιών.
Παρατηρήσαμε στη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού (με βοηθό του την Ηλέκτρα Μαγγίνα) την τάση του προς την προβολή του σωματικού Θεάτρου, που σε αυτή του την παράσταση την έκανε εφικτή μέσω της συνεργασίας του με τον Ουρουγουανό δάσκαλο κίνησης και μάσκας (εκτός από ηθοποιός, ακροβάτης, μουσικός και χορογράφος) Καμίλο Μπετανκόρ.
Οι ηθοποιοί είχαν διδαχτεί έναν ιδιαίτερο τρόπο κίνησης και χρήσης μάσκας (προσωπεία) που αυτή τη χρήση σκεφτόταν ο κ. Λιβαθινός να χρησιμοποιήσει σε παράσταση του και θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή, αναφερόμενος και στο ότι οι μάσκες χρησιμοποιούντο και στις παραστάσεις της Αρχαιότητας. Ανάλογα με την ψυχική κατάσταση του ήρωα, αυτή εκφραζόταν στη συγκεκριμένη παράσταση, με την τοποθέτηση του σώματος (ένα στυλιζάρισμα υπήρχε) και όχι με τις εκφράσεις του προσώπου, που εδώ τα πρόσωπα των ηθοποιών καλύπτονταν από μάσκες.
Περίτεχνες, πρέπει να ομολογήσω, (κατασκευή μασκών Εργαστήριο Δήμητρα Καίσαρη) αν και δημιουργούσαν ένα σχετικό πρόβλημα, από μεριάς ακουστικής στην εκφορά του λόγου που ακουγόταν υπόκωφα παρ’ όλη τη χρήση χειλοφώνων. (σ.σ. – Στο αρχαίο Ελληνικό Θέατρο συναντάμε τη μάσκα ως χρηστικό εργαλείο, που παρέχει τη δυνατότητα στους τρεις ηθοποιούς να υποδύονται πολλούς ρόλους, εξυπηρετώντας με αυτό τον τρόπο την θεατρική οικονομία. Εξάλλου σ’ ένα θέατρο, που είχε την ιδιαιτερότητα να στελεχώνεται αποκλειστικά με άνδρες ηθοποιούς, η μάσκα έλυνε και το πρόβλημα της ερμηνείας των γυναικείων ρόλων).
Οι ηθοποιοί, γνωστοί μας καθώς ανήκουν στην πάγια ομάδα του κ. Λιβαθινού, ήταν απόλυτα πειστικοί, αφού είχαν δουλέψει επί μήνες, φανερό δε ότι πίστεψαν απόλυτα σε αυτή την ιδιαίτερη υπόκριση που καλέστηκαν να παραστήσουν, πρόσωπα μυθολογικά που ο Ευριπίδης τους έδωσε ζωή, τους έδωσε λόγο ύπαρξης.
Σημαντικότατες και επιβλητικές ερμηνείες και με σημαντική επίσης απεύθυνση, φανερό πάθος και σοβαρή εκπαίδευση από τους Αντώνη Γιαννακό (Πολύδωρος), Γιώργο Δάμπαση (Οδυσσέας), Νίκο Καρδώνη (Ταλθύβιος), Νέστωρα Κοψιδά (Πολυμήστωρ), Πολυξένη Παπακωνσταντίνου (Πολυξένη), Άρη Τρουπάκη (Αγαμέμνων), Μαρία Σαββίδου (υπερβατική η ερμηνεία της ως Εκάβη!) και ο χορός από τις εξαιρετικές καλλίφωνες ηθοποιούς που μας εντυπωσίασε η δουλειά που έκαναν και στην πολυφωνική απόδοση Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη, Βιργινία Ταμπαροπούλου.
Όλα λειτούργησαν άψογα, όλα δημιουργήθηκαν με έμπνευση, όλα αποδόθηκαν με υπευθυνότητα και την πρέπουσα σοβαρότητα.
Οι μουσικές επιβλητικές και απαιτητικές ως προς την ερμηνεία τους, συνθέσεις του Θοδωρή Αμπαζή, (Βοηθός Γιώργος Καρούμπαλος) που τα μουσικά μέρη ερμηνευτήκαν από τρεις επί σκηνής μουσικούς (Γιώργος Κοκκινάρης, κοντραμπάσο, Άγγελος Παππάς, ηλεκτρική κιθάρα, Ιάκωβος Παυλόπουλος, κρουστά).
Το λειτουργικό σκηνικό όπως και τα γυναικεία φορέματα στο χρώμα του γκρίζου σε αντίθεση με τις αυστηρές στρατιωτικές στολές των ανδρών ηθοποιών, ταιριασμένα απόλυτα με την όλη ατμόσφαιρα της οδύνης και της άκρατης εκδίκησης, της Ελένης Νικολοπούλου (βοηθός Έμιλυ Κουκουτσάκη).
Ατμοσφαιρικός και ο σχεδιασμός των φωτισμών του έμπειρου Αλέκου Αναστασίου.
Μια παράσταση Αρχαίας Τραγωδίας που μας προσέφερε την θεατρική αρτιότητα, την ερμηνευτική πειστικότητα και προσήλωση, την εις βάθος μελέτη του Ευριπίδειου κειμένου, σε συνάρτηση με την ‘Αλληγορία του σπηλαίου’’ της Πλατωνικής ‘’Πολιτείας’’, τη ρέουσα και κατανοητή μετάφραση του Αρχαίου κειμένου, την δραματουργική και σκηνοθετική σοβαρότητα που πρέπει να υπάρχει για το ανέβασμα Αρχαίας Τραγωδίας και χωρίς να καταφεύγει σε περιττούς και ανούσιους νεοτερισμούς.
Από τους μελετητές του γενικότερου έργου του Ευριπίδη, η συγκεκριμένη Τραγωδία έχει χαρακτηριστεί, ως ‘’ Μελέτη πάνω στα όρια της ψυχικής αντοχής, μέσα στο πλαίσιο της οδύνης και της αγριότητας που γεννά ο Πόλεμος’’.Σε αυτό το σημείο θα ανατρέξω στο ‘’Θεατρικό Λεξικό – Πρόσωπα και Πράγματα στο Παγκόσμιο Θέατρο’’ που εξέδωσε μέσω του εκδοτικού οίκου ‘’Κέδρος’’, ο Αλέξης Σολωμός. Γράφει για την Τραγωδία ‘’Εκάβη’’.
… Από την αρχή ακόμη του έργου βρίσκουμε την Εκάβη «στο μη περαιτέρω του ανθρώπινου πόνου. Κι ωστόσο, η δραματική εξέλιξη θα στοιβάξει πάνω στο γέρικο κορμί της κι άλλες συμφορές. Η οδυνηρή της πορεία δε θα τελέψει, παρά μονάχα όταν από θύμα γίνει θύτης, παίρνοντας στα χέρια της το Δίκιο που φαίνεται να το ’χουνε ξεχάσει θεοί και άνθρωποι.».
Επίσης αρκετοί διαχρονικοί μελετητές, αναφέρουν για την Ευριπίδεια αυτή Τραγωδία πως…
‘’δεν ανταποκρίνεται στη δομική συνταγή του Αριστοτέλη, που απαιτεί ενιαίο μύθο, με έκθεση, δέση και λύση. Αντιθέτως, το έργο είναι χωρισμένο σε δύο ευδιάκριτα μέρη, κάτι που το θεώρησαν (οι μελετητές) δομικό ελάττωμα (έλλειψη δραματικής ενότητας) μιλώντας επικριτικά για «δίπτυχη» δομή’’.
Και πράγματι. Η πλοκή της Τραγωδίας (όπως την θέλησε και την έγραψε ο Ευριπίδης) αποτελείται από δυο ιστορίες και μάλιστα, έχει αναφερθεί πως η καθεμία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής Τραγωδίας.
Για να γίνει πλέον κατανοητή η πλοκή και τα προαναφερθέντα, παραθέτω την υπόθεση της ‘’Εκάβης’’.
Οι Αχαιοί επιστρέφουν στην Ελλάδα μετά την πτώση και την άλωση της Τροίας, εγκλωβίζονται όμως τα καράβια τους, στην Χερσόνησο της Θράκης λόγω άπνοιας.
Χάραμα. Εμφανίζεται το φάντασμα του Πολύδωρου (που ο Ευριπίδης τον παρουσιάζει ως γιο της Εκάβης και όχι της Λαοθόης όπως αναφέρεται στην ‘’Ιλιάδα’’ που τον σκότωσε ο Αχιλλέας) και αφηγείται την δολοφονία του και το πέταμα του νεκρού του σώματος στη θάλασσα, από τον Πολυμήστορα, τον βασιλιά της Θράκης, που σε αυτόν τον είχε εμπιστευτεί όταν ξεκίνησε η πολιορκία της Τροίας, μαζί με πολύ χρυσάφι για να γλυτώσει στην περίπτωση που η Τροία κυριευόταν.
Κι ακόμη προαναγγέλλει την επιθυμία των Αχαιών να θυσιαστεί η Πολυξένη, κόρη της Εκάβης στο μνημείο του Αχιλλέα. Αναστατωμένη η Εκάβη, που είχε δει φρικτό όνειρο για τον χαμό και των δυο τελευταίων παιδιών της.
Όλα θα επαληθευτούν. Ο Οδυσσέας θα αρπάξει την παρθένα Πολύξένη για να την οδηγήσει στην σφαγή της, παρά τα παρακάλια της Εκάβης.
Η σκηνή που ακολουθεί και ο διάλογος μεταξύ μητέρας και κόρης από τις κορυφαίες στην Αρχαία Τραγωδία. Η ίδια η νεαρή κόρη επιμένει να οδηγηθεί στον θάνατο. Με αξιοπρέπεια και χωρίς φόβο, ακολουθεί τον Οδυσσέα στον δρόμο προς την θυσία της.
«Κι αν κλαίω με θρήνους κι αναστεναγμούς, είναι για σένα τη δυστυχισμένη μάνα, όμως τη δική μου τη ζωή, που είναι μια προσβολή και μια ντροπή, δεν την κλαίω πια: ανώτερη για μένα τύχη είναι ο θάνατός μου». (στίχοι 212 – 215).
Ο κήρυκας των Αχαιών, Ταλθύβιος έρχεται και με θαυμασμό περιγράφει την γενναιότητα και την αξιοπρεπή στάση της Πολυξένης προς τους σφαγείς της, με ψηλά το κεφάλι τους αποκαλύπτει τα στήθη της και τον λαιμό της και τους λέει εκεί να χτυπήσουν χωρίς ενοχές.
Η απελπισμένη Εκάβη, στέλνει μια από τις Τρωαδίτισσες να φέρει νερό από την θάλασσα, για να πλύνει και να στολίσει το σώμα προς ταφή της Πολυξένης.
Η Τρωαδίτισσα επιστρέφει από την ακρογιαλιά, κρατώντας ένα άλλο νεκρό σώμα. Ήταν του Πολύδωρου που το είχε ξεβράσει το κύμα. Γοερός ο θρήνος της Εκάβης, έτσι όπως αγκαλιάζει το νεκρό σώμα. Είναι σίγουρη πλέον ότι ο φονιάς του παιδιού της είναι ο κάποτε φίλος, ο Πολυμήστορας.
Ακούγοντας τον θρήνο της ο Αγαμέμνωνας την πλησιάζει και την ρωτά γιατί κλαίει και οδύρεται έτσι. Η Εκάβη τον παρακαλεί να την αφήσει να εκδικηθεί τον θύτη Πολυμήστορα. Ο Αγαμέμνωνας συναινεί με τον όρο όμως ότι δεν θα μάθει κανείς πως συναίνεσε.
Η Εκάβη στέλνει μήνυμα στον Πολυμήστορα πως πρέπει να έρθει μαζί και με τους δυο γιούς του, για να την συναντήσει που έχει κάτι σημαντικό να του ανακοινώσει.
Εκείνος καταφθάνει γεμάτος από ψεύτικη συμπόνια για τον χαμό του Πρίαμο και για τις τόσες συμφορές της Εκάβης. Σε ερώτηση της, αν είναι καλά ο Πολύδωρος, εκείνος ψευδόμενος απάντα πως χαίρει άκρας υγείας και ευτυχεί.
Η Εκάβη παραπλανώντας τον οδηγεί στην σκηνή της για να του αποκαλύψει που έχει κρύψει αμύθητους θησαυρούς.
Και επέρχεται η τιμωρία. Οι Τρωαδίτισσες σκοτώνουν μπροστά στα μάτια του τα παιδιά του και η Εκάβη στη συνέχεια, τον τυφλώνει.
Με ουρλιαχτά γοερά καταριέται τις φόνισσες Τρωαδίτισσες και την ικανοποιημένη για την εκδίκηση της Εκάβη.
Στον Αγαμέμνονα που έρχεται ξανά, του λέει πως σκότωσε τον Πολύδωρο προς χάριν των Αχαιών. Ο Αγαμέμνονας όμως δεν πείθεται και δικαιώνει την Εκάβη για την ανελέητη εκδίκηση της.
Ο Πολυμήστορας όμως γνωρίζει έναν χρησμό. Η Εκάβη θα χαθεί. Ο ίδιος ο Αγαμέμνονας θα σκοτωθεί από το τσεκούρι της Κλυταιμνήστρας, αφού αυτή πρώτα σκοτώσει την Κασσάνδρα.
Ούριος άνεμος φύσηξε και τα πλοία των Αχαιών αποπλέουν.
Ο δε Πολυμήστορας, κατ’ εντολή θα εγκαταλειφθεί σε ένα ερημονήσι.
29.06.2026, Γαβρίλης Γιάννης «Περί Θεάτρου – Ο Γιάννης Γαβρίλης γράφει για την παράσταση της Τραγωδίας του Ευριπίδη ‘’Εκάβη – στη Σκιά της Πολιτείας’’», all4fun.gr
Για το link πατήστε εδώ