Πάρτι by the pool

«Μήδεια» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού για το Εθνικό Θέατρο

Με απέραντο θυμό αλλά και με ψυχραιμία. Με χτυπήματα μανιασμένα αλλά απόλυτα υπολογισμένα. Η πάλη των αντιθέσεων δεν γέννησε ποτέ πλάσματα πιο γοητευτικό και πιο τρομακτικό συνάμα.

Εγγονή του Ήλιου, με θεϊκή καταγωγή, και όμως σφαδάζει στα πλοκάμια των ανθρώπινων παθών. Από χώρα μακρινή, από την άκρη της Μαύρης Θάλασσας, μια ξένη σε έδαφος ελληνικό, μια ξένη που όμως ορκίζεται στους θεούς των Ελλήνων μιλάει όπως αυτοί. Προδομένη, εγκαταλειμμένη, χωρίς συμμάχους, και όμως αποφασισμένη, απτόητη, άφοβη. «Όχι γυναίκα αλλά θηρίο ανήμερο», όπως λέει ο Ιάσων, πιο άγριο και από τη Σκύλλα.

Όχι γυναίκα αλλά άνδρας, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, παρ’ όλο που η ίδια υποστηρίζει αρχικά ότι είναι μια γυναίκα όπως όλες, υποφέρει και εξοργίζεται όπως αυτές όταν την αδικηθούν. Πώς όμως μπορεί η Μήδεια να χωρέσει στην ίδια κατηγορία με τις υπόλοιπες γυναίκες; Αν δεν είναι διατεθειμένη να υποστεί τον εξευτελισμό, αν δεν είναι αδύνατη και ευάλωτη, αν αρνείται να παίξει τον παθητικό ρόλο της, τότε πώς μπορεί να είναι «γυναίκα»;

Η ίδια βλέπει τον εαυτό της όχι μόνο ως περιφρονημένη σύζυγο, αιχμάλωτη του ερωτικού πόθου της, αλλά και ως σπουδαία προσωπικότητα με χρέος απέναντι στον εαυτό της και στην καταγωγή της να επιτρέψει τη νίκη των αντιπάλων της. Νιώθει αντιμέτωπη με την υπέρτατη δοκιμασία απέναντι στην οποία δεν πρέπει επ’ ουδενί να λιποψυχήσει: «νυν αγών ευψυχίας» λέει με λόγια που θα ταίριαζαν σε έναν Αχιλλέα ή έναν Αίαντα. Το πιο ατιμωτικό για ένα ήρωα είναι να γίνει περίγελως του κόσμου, και αυτό η Μήδεια δεν θα το επιτρέψει σε καμία περίπτωση, όποιον και αν είναι το τίμημα. Το πνεύμα του πολεμιστή ενάντια στο μητρικό ένστικτο. Η επιθυμία για δόξα ενάντια στις προδιαγραφές του ρόλου της γυναίκας. Πλασμένη για το πρώτο, βρίσκεται εγκλωβισμένη στο δεύτερο. Μέσα από αυτή τη σύγκρουση γεννάται η τραγική συνειδητοποίηση ότι μόνο με πράξεις αποτρόπαιες θα υποδείξει την υπεροχή της.

Αν όχι άνδρας, σίγουρα γυναίκα τόσο μοναδική που υπονομεύει και ανακατασκευάζει όλες τις στερεοτυπικές αντιλήψεις για το φύλο της. Αντιλήψεις τις οποίες φυσικά η ίδια πρώτη χρησιμοποιεί προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της. Αντιμετώπιση με την ανδρική εξουσία θα υιοθετήσει όλα τα προσωπεία και όλες τις συμπεριφορές που αναμένονται παραδοσιακά από μέρους της. Θα γίνει καλή, γλυκιά, θα παρακαλέσει, θα επιδείξει την αδυναμία της, θα επικαλεσθεί τη μητρική της ιδιότητα, το ανίσχυρο της θέσης της και των παιδιών της. Και με αυτά τα δίχτυα θα πιάσει τους εχθρούς της αποκαλύπτοντας το αληθινό μέγεθος της δύναμης και της ευφυΐας της αλλά και της λυσσαλέας, καταστρεπτικής μανίας.

«Μέσα από τις στάχτες / Ανυψώνομαι με τα κόκκινα μαλλιά μου / και τρώω τους άνδρες σαν τον αέρα»: η γυναίκα-τιμωρός της Σύλβιας Πλάθ, η Μήδεια απόλυτη απειλή προς το ανδρικό φύλο, προς όλους τους απογόνους όλων των ανδρών, η γυναικεία σεξουαλικότητα στην πιο τρομακτική εκδοχή της. Τόσο που αδυνατεί να χωρέσει στη υπάρχουσα κοινωνική και ηθική τάξη των πραγμάτων εδώ κάτω στη Γη. Ο Ευριπίδης χαρίζει στην ηρωίδα του τον θρίαμβο μιας θεαματικής εξόδου, πάνω στο υπέρλαμπρο άρμα του Ήλιου να σκαρφαλώνει στους ουρανούς, θέση προνομιούχα που συνήθως στα έργα του φυλάει για τους από μηχανής θεούς.

Το ερώτημα που τίθεται εδώ, με αφορμή την παράσταση που είδαμε στην Επίδαυρο, είναι γιατί κάποιοι σκηνοθέτες επιλέγουν τη «Μήδεια» όταν είναι φανερό ότι αδυνατούν να αντιμετωπίσουν το τραγικό βάρος της. Ο Στάθης Λιβαθινός στην προσπάθειά του να μας δώσει μια παράσταση απαλλαγμένη από τα κλισέ του στόμφου και του faux μεγαλείου πήγε στο άλλο άκρο και μας έδωσε μια «Μήδεια» φαιδρή και ανόητη, αραιωμένη και ξεχαρβαλωμένη σε βαθμό μετάλλαξης.

Το κλίμα, το ύφος, η όψη της παράστασης, όλα παρέπεμπαν περισσότερο σε σαιξπηρική κωμωδία παρά σε τραγωδία. Χαρούμενα κοριτσόπουλα να ανεβοκατεβαίνουν λευκοντυμένα τα σκαλιά παίζοντας κυνηγητό με τους καβαλιέρους τους, χαχανίζοντας εκστασιασμένες υπό τους ήχους του πιάνου λες και βρίσκονταν σε πάρτι παραθαλάσσιου ξενοδοχείου για τις ντεμπυτάντ της πόλης. Το μεγάλο στοίχημα: να κάνουν όσο το δυνατόν περισσότερες περιστροφές με την τουαλέτα τους ενώ εκστομίζουν χαρωπά την ατάκα τους.

Μια γενικότερα χαζοχαρούμενη διάθεση επικρατούσε στην ατμόσφαιρα, η αίσθηση ότι μέσα από ηλίθια τεχνασματάκια ο σκηνοθέτης επιχειρεί να γεμίσει το σκηνικό χώρο και να εκτονώσει την αμηχανία του. Αδικαιολόγητες δραματικές επιλογές, ο Χορός να αντιδρά κοροϊδευτικά στην ομολογία πόνου της ηρωίδας – ενώ είναι εμφανές από το κείμενο ότι η Μήδεια είναι για τους Κορίνθιους μια σεβαστή φιγούρα – και γενικώς απαντά με γέλια σε κάθε ευκαιρία, λες και άνθρωπος δεν έχει ξανακούσει πιο διασκεδαστική φράση από το «είσαι αξιολύπητη» ή από το «έχει απλωθεί παντού η ατιμία».

Το στάσιμο για την κατάρα του έρωτα, με τα ζευγαράκια να χορεύουν ενώ βιώνουν διάφορες σκηνές ζηλοτυπίας και μικροαστικά μίνι δράματα του τύπου «θέλω να ‘ρθω να σ’ αρπάξω από την άλλη» συναγωνίζεται σε γελοιότητα με το στάσιμο για την αγωνία των γονέων, το οποίο αποδίδεται με τα μέλη του Χορού να τσαλαβουτούν στην πισίνα βυθισμένοι ως τα γόνατα σε φρενήρη υπαρξιακή αναζήτηση σχετικά με το νόημα και τις επιδράσεις της τεκνοποίησης (η μετάφραση του Στρατή Πασχάλη στην πιο αφελή στιγμή της: «Τι ωφελεί να ‘χεις παιδιά λοιπόν; Γιατί τα κάνουμε;»).

Και φυσικά η ίσια πισίνα, μεγάλη, εντυπωσιακή, να δεσπόζει στην ορχήστρα και να δίνει σε κάθε συμμετέχοντα τη μοναδική ευκαιρία να κάνει τουλάχιστον πέρασμα από τα νερά της για να δροσιστεί, να ανανεωθεί και να επιστρέψει εκ νέου στη δράση. Η «Μήδεια» ως εξοχική σαπουνόπερα και το ζεύγος πλουσίων να διαπληκτίζεται για το επίμαχο ζήτημα της απιστίας φορώντας λευκά και εκτοξεύοντας κατάρες από τη μια άκρη της πισίνας στην άλλη.

«Ακούστε τι θα κάνω. Δεν είναι ευχάριστο….» ανακοινώνει η Ταμίλα Κουλίεβα με ύφος σκανδαλιάρικο στους καλεσμένους της λες και αποφάσισε τελευταία στιγμή να αλλάξει το μενού γιατί της ήρθε μια πιο πρωτότυπη ιδέα, κάτι σε σάρκα μικρών παιδιών. Ναζιάρα και τσαχπίνα τη μια, υπεραγχωμένη την άλλη, η Μήδεια ως υστερική hostess που είναι διατεθειμένη να τα κάνει όλα, ακόμη και τον κλόουν, προκειμένου να γίνει αρεστή και να κερδίσει τις εντυπώσεις της βραδιάς, χάνει όμως σταδιακά τον έλεγχο και αρχίζει τα ουρλιαχτά όταν τα πράγματα ξεφεύγουν από το πλάνο της.

Κάκιστη η Κουλίεβα, αλλά κάκιστος και όλος ο θίασος. Ο Γιάννης Μαυριτσάκης μας έδωσε έναν Ιάσονα φλου, χωρίς συγκεκριμένη ταυτότητα, που διεσώθη ελαφρώς στο τελευταίο του μονόλογο. Μοναδικό ίσως φωτεινό σημείο της παράστασης, η ερμηνεία του Άρη Τρουπάκη: ένας Άγγελος χωρίς τερτίπια, μεστός και προσγειωμένος ο μόνος που έμοιαζε να έχει συναίσθηση των όσων διακυβεύονταν.

17.08.2003, Λοϊζου Στέλλα «Πάρτι by the pool», Το Βήμα

 

Για το link πατήστε εδώ