Περιμένοντας το πρόσωπο που θα αναλάβει την καλλιτεχνική του διεύθυνση για την επόμενη τριετία, το Εθνικό Θέατρο συνεχίζει το πρόγραμμά του. Να θυμίσουμε ότι η υποβολή υποψηφιοτήτων έληξε στις 27 Δεκεμβρίου και αυτή την περίοδο η Επιτροπή Κρίσης (Φιλαρέτη Κομνηνού, Γιάννης Μπέζος, Πρόδρομος Τσινικόρης, Νίκος Χατζόπουλος και ένας νομικός σύμβουλος εκ μέρους του υπουργείου Πολιτισμού) συναντά όσους και όσες κατέθεσαν φάκελο υποψηφιότητας για να υποστηρίξουν προφορικά τις θέσεις και το όραμά τους. Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι κατατέθηκαν περίπου 20 υποψηφιότητες. Ανάμεσά τους είναι οι: Θοδωρής Αμπαζής, Γιάννης Βούρος, Λευτέρης Γιοβανίδης, Βαρβάρα Δούκα, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Σάββας Κυριακίδης, Έλενα Πέγκα, Χρήστος Σουγάρης, Τάκης Τζαμαργιάς, Αργυρώ Χιώτη. Μέχρι το τέλος του μήνα θα γνωρίζουμε. Στο μεταξύ ας μείνουμε στις παραστάσεις του Εθνικού.
Στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού, στο κτίριο της Αγίου Κωνσταντίνου, φιλοξενείται ένα εμβληματικό έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Η Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, ενώ στο θέατρο «Χώρος», στον Βοτανικό, που φιλοξενεί για φέτος (λόγω των εργασιών ανακαίνισης που πρόκειται να γίνουν στο κτήριο του REX) παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, παρουσιάζεται ένα έργο του Αλέξη Σολομού, που γράφτηκε το 1943: «Ο τελευταίος Ασπροκόρακας» σε σκηνοθεσία Έλενας Μαυρίδου. […]
«Η Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της»
Ένα από τα πιο εμβληματικά αντιπολεμικά έργα, και του Μπρεχτ και της παγκόσμιας δραματουργίας. «Ήταν ένα από τα εννέα έργα που έγραψε ο Μπρεχτ αντιδρώντας στην άνοδο του φασισμού και του ναζισμού. Ο δραματουργός το συνέθεσε μέσα σε λίγες εβδομάδες (σ.σ. το 1939, όταν ζούσε στη Σκανδιναβία), ωθούμενος από την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία, και το τοποθέτησε στον Τριακονταετή Πόλεμο (1618-1648), τη σύρραξη που ενέπλεξε όλα τα γερμανικά κράτη και ρήμαξε την Ευρώπη», σημειώνει η Έρι Κύργια στο πρόγραμμα της παράστασης. Πρωτοπαρουσιάστηκε το 1948 στο Βερολίνο, μετά το τέλος του πολέμου, μετά την επιστροφή του Μπρεχτ στη Γερμανία. Είναι η ιστορία της Άννα Φίρλινγκ, που όλοι τη φώναζαν Μάνα Κουράγιο (Μπέτυ Αρβανίτη), η οποία γυρνούσε μ’ ένα κάρο τα στρατόπεδα και τα πεδία των μαχών και πουλούσε ό,τι μπορούσε να γλυκάνει το φόβο και τη φρίκη των στρατιωτών. Μια γυναίκα που έβλεπε τα πάντα ως ένα διαρκές «δούναι-λαβείν», και σ’ αυτό το πλαίσιο εντασσόταν και η προσπάθειά της να μην εμπλακούν στον πόλεμο τα τρία παιδιά της: ο Άιλιφ (Ιωάννης Σύριος), ο Έμενταλ (Αντώνης Γιαννακός) και η μουγκή της κόρη, η Κατρίν (Άννα Μάγκου). «Για να κερδίσετε τη μάχη/ γεμάτο να ‘χετε στομάχι» διαλαλούσε καθώς έφτανε με το κάρο σε κάθε στρατόπεδο. Έβλεπε τα πάντα με το φακό του καιροσκοπισμού, των χρημάτων, της επιβίωσης με κάθε τρόπο: «Όποιος πληρώνει, δεν είναι άπιστος», έλεγε, μιας που οι αντίπαλες πλευρές πολεμούσαν και για θρησκευτικούς λόγους ή «Έχει δίκιο να θέλει την ανταμοιβή του, αλλιώς γιατί να κάνει τον ήρωα;» ή «Πάσχει από πονοψυχιά», ή «Ο κουτός κερδίζει. Οι σοφοί που πάλεψαν με τη βλακεία, επήγαν άδικα και δίχως κλέος».
Όμως χάνει και η ίδια τελικά. Τους δυο γιους της πρώτα. Μένει μόνο με τη μουγκή Κατρίν να σέρνει το κάρο, πού και πού την βοηθάνε κάποιοι, με αντάλλαγμα κάποια καλούδια. Μέχρι να μείνει εντελώς μόνη… Ένα έργο που αποτυπώνει ανάγλυφα τη σκληρότητα, τον κυνισμό, την αδιαφορία ή την αλληλοϋπονόμευση των ανθρώπων στις πιο σκληρές συνθήκες, όπως αυτές του πολέμου. Με τον τρόπο του Μπρεχτ. Με ειρωνεία και ευαισθησία.
Ο Στάθης Λιβαθινός έδωσε καθαρό το έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, με πολύ μικρές παρεμβάσεις σύγχρονων θεατρικών μέσων (π.χ. το βίντεο που δηλώνει το θάνατο του κάθε παιδιού της Μάνας Κουράγιο), ακολουθώντας τον επικό μπρεχτικό ρυθμό, αλλά και τις μουσικές ανάσες που ενέτασσε ο Μπρεχτ στις παραστάσεις του, με την πολύ ωραία μουσική του Θοδωρή Αμπαζή. Ήταν όμως, αναμφίβολα, μια κλασικότροπη παράσταση, χωρίς να αποφύγει τη συναισθηματική σύνδεση με κάποιους ρόλους. Ήταν επιλογή του να κάνει μια παράσταση εναρμονισμένη με το ύφος του Μπρεχτ; Ήταν το δικό του δέος προς τον συγγραφέα που για πρώτη φορά σκηνοθετεί;
Σε ό,τι αφορά τους άλλους συντελεστές της παράστασης: η Ελένη Μανωλοπούλου έδωσε μια πλούσια και εύστοχη όψη στα σκηνικά και στα κοστούμια της παράστασης, με ενέσεις ανάλαφρου ύφους όπου μπορούσε, ακολουθώντας τη σκηνοθετική «ιστορική» όψη της παράστασης. Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, όπως πάντα, ατμοσφαιρικοί.
Όσο για τις ερμηνείες: η Μπέτυ Αρβανίτη, είχε τη σκηνική εμπειρία και τη μεστότητα να αναμετρηθεί μ’ αυτόν τον εμβληματικό ρόλο. Μου άρεσε περισσότερο στις ειρωνικές της αντιδράσεις και ατάκες, ήταν εξόχως μπρεχτική εκεί. Ο Νίκος Αλεξίου ήταν καίριος σε κάθε λέξη και σε κάθε κίνησή του. Η Εύα Σιμάτου ερμηνεύοντας την πόρνη Υβέτ μεταφέρει την απόγνωση, την παραίτηση και τον σαρκασμό της ζωής που ζει, με παραπάνω υπερβολή σε κάποια σημεία.
Στον Στάθη Λιβαθινό αρέσει να δουλεύει με ομάδες. Και το έχει κάνει θαυμαστά σε πολλές παραστάσεις του, έχοντας για πολλά χρόνια σταθερούς συνεργάτες. Αυτή τη φορά οι περισσότεροι συνεργάτες του ήταν όχι μόνο καινούργιοι, αλλά και νέοι ηθοποιοί. Είχαν το πάθος και την ενέργεια, δεν είχαν όμως εσωτερικότητα αρκετοί από αυτούς, με αποτέλεσμα πολλά από τα ισχυρά στοιχεία του έργου να φτάνουν επιφανειακά στην πλατεία. Απλώς να ακούγονται δηλαδή. Πλην της σκηνής του τέλους, που είχε και λυρισμό, και πάθος, και συναίσθημα και ξεχώρισε ιδιαιτέρως εκεί, αλλά και σε όλη την παράσταση, η Άννα Μάγκου.
Μια παράσταση που μας δίνει ένα εμβληματικό έργο, μ’ έναν κλασικό θεατρικό τρόπο.
15.01.2025, Σελλά Όλγα «Κλασικός Μπέρτολτ Μπρεχτ και σατιρικός Αλέξης Σολομός στο Εθνικό Θέατρο (της Όλγας Σελλά)», www.oanagnostis.gr
Για το link πατήστε εδώ