Είδαμε «Καζανόβα / Δον Ζουάν – Ερωτική περιπλάνηση» σε σκηνοθεσία Στ. Λιβαθινού στο Φεστιβάλ Αθηνών / Σε τροχιά απόστασης

Το 1818 ο Μπάιρον, αυτοεξόριστος στην Ιταλία, επιχειρεί να αναπλάσει την ιστορία του Δον Ζουάν, ενός ήρωα φανταστικού, καθώς ως υπαρκτό πρόσωπο δεν υπήρξε ποτέ. Η πολιτική του δράση -αρχικά στην Ιταλία με τους Καρμπονάρους, εν συνεχεία εμπλεκόμενος σθεναρά με την Ελληνική Επανάσταση- δεν του άφησε το περιθώριο να ολοκληρώσει τη σύλληψή του. Εκατό περίπου χρόνια αργότερα η Ρωσίδα Μαρίνα Τσβετάγεβα, στον αντίκτυπο της Οκτωβριανής Επανάστασης, θα συνθέσει την κατάληξη του Καζανόβα, προκειμένου να κλείσει με αυτό της το δημιούργημα τον θεατρικό Φοίνικα.

Τα δύο αυτά έργα επιχείρησε να ενώσει σκηνικά ο Στάθης Λιβαθινός, διατηρώντας ως πυρήνα έναν κεντρικό ήρωα, τις ερωτικές περιπέτειες του οποίου μαθαίνουμε αρχικά. Ακολούθως, παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, που σχετίζονται περισσότερο με ένα ταξίδι αυτοσυνειδησίας και απολογισμού. Ως έναν βαθμό μπορεί να διακρίνει κανείς στα δύο έργα μια νοητή αλληλοσυνέχεια, στην προκείμενη, ωστόσο, περίπτωση αυτό που διαφαινόταν ως στόχος, η σύνθεσή τους ως ενιαίο δημιούργημα, δεν φάνηκε να επετεύχθη. Στο πρώτο μέρος έχουμε την ιστορία του Δον Ζουάν, χαριτωμένη, ανάλαφρη, δοσμένη με τρόπο γοργό και ζωηρό, με έντονα τα κωμικά χαρακτηριστικά. Τα ερωτικά σκιρτήματα ενός νεαρού εφήβου, που ξεφεύγει από το συντηρητικό περιβάλλον και έρχεται σε επαφή με τη σαρκική απόλαυση, ένα ναυάγιο που πρόσκαιρα ανακόπτει την περιπετειώδη -ερωτική πρωτίστως- δράση του, είναι ό,τι έχει επιλεγεί από το 16.000 στίχων έπος του Μπάιρον. Ο ομώνυμος ρόλος παρουσιάζεται εύθυμα με τις παιγνιώδεις ερμηνείες των Στάθη Κόικα και Δημήτρη Φιλιππίδη, ενώ τις δικές του πινελιές, αν και ελαφρώς αποστασιοποιημένος από το επίκεντρο της εξελισσόμενης δράσης, προσθέτει ο Βασίλης Ανδρέου ως Μπάιρον. Παρά το ότι η παρουσία του λειτουργούσε περισσότερο αποφορτιστικά, σε ένα έτσι και αλλιώς εύπεπτο πρώτο μέρος, η φιγούρα-καρικατούρα του Νίκου Καρδώνη ως συζύγου της Τζούλια μας διασκέδασε.

Με το (ημι)τέλος της πρώτης ιστορίας η σκηνοθετική πλεύση αλλάζει. Στον Καζανόβα οι καταστάσεις μονομιάς σοβαρεύουν, γίνονται στιβαρές, παρουσιάζονται στα όρια του πομπώδους. Μια νέα εποχή ξημερώνει. Η Τβετάγιεβα τοποθετεί τη δράση την τελευταία μέρα του 1799, ο αιώνας αλλάζει, μαζί και ό,τι κουβαλούσε. Προηγουμένως είχαμε την περίπτωση ενός ξεκινήματος, τώρα έχουμε έναν άνθρωπο που οδεύει στη δύση της ζωής, είναι η ώρα της συνειδητοποίησης. Ο Άρης Τρουπάκης αποδίδει την παρακμή του άλλοτε ακαταπόνητου εραστή με στόμφο, παραπέμποντας περισσότερο σε ήρωα αρχαίας τραγωδίας και λιγότερο σε έναν εύθραυστο χαρακτήρα. Στο ίδιο μήκος και η Μαρία Σαββίδου, ως Τσετάγιεβα, που συνυπάρχει με το δημιούργημά της, λειτουργώντας σε υψηλούς τόνους. Πιο γήινη, φέροντας τη φρεσκάδα της νιότης, η Ειρήνη Λαφαζάνη, υποδυόμενη τη δεκατριάχρονη Φραντσέσκα, θα αντιπαρατεθεί στον γερασμένο, ανήμπορο πια καρδιοκατακτητή (εδώ σε μικρό ρόλο – έκπληξη θα συναντήσουμε και τον Σ. Λιβαθινό).

Η σύνδεση ανάμεσα στα δύο μέρη – κείμενα, ένα από τα κύρια ζητούμενα του εγχειρήματος, αποδεικνύεται στην πράξη χαλαρή, το έτερο της διάστασης εξακολουθεί στην πορεία και ως συνολικό αποτέλεσμα. Το κενό αυτό είναι αποτέλεσμα της δραματουργικής επεξεργασίας και της σκηνοθετικής οπτικής. Αν αφήσουμε παράμερα αυτό το βασικό και αναλογιστούμε τα συν από αυτήν τη δουλειά, θα μπορούσαμε να σταθούμε πρωτίστως στην ίδια τη δημιουργική της βάση, τη δυνατότητα που μας δίνει να γνωρίσουμε τα κείμενα και τους συγγραφείς τους. Το σχετικά άγνωστο κείμενο της Τσβετάγεβα είναι ένα μεγαλειώδες ποίημα γεμάτο από συγκρούσεις, πόθους, αντικρούσεις και η εξαιρετική μετάφραση της Έλσας Ανδριανού το καθιστά δεκτικότατο στους θεατές. Από την άλλη, δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσουμε τον Μπάιρον ως έναν ευφάνταστο και ανατρεπτικό λογοτέχνη, πέρα δηλαδή από έναν φιλέλληνα επαναστάτη. Εξίσου σημαντική η συνδρομή του Γιώργου Κοροπούλη για την εν λόγω μετάφραση, κατανοητή, ανοικτή στο ευρύ κοινό. Ατμοσφαιρική η εκτελεσμένα ζωντανά μουσική του Θοδωρή Αμπατζή, δένει τόσο με τις εύθυμες σκηνές του πρώτου μέρους, όσο και με τις πιο βαρύγδουπες του δεύτερου. Θα προτιμούσαμε την παρουσία της ορχήστρας σε κοινή θέα και όχι διαρκώς κρυμμένη. Ωραία και ταιριαστά τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τα ανύπαρκτα σχεδόν σκηνικά, η απουσία των οποίων συνέδραμε στη γενική αίσθηση απόστασης. Απόσταση ανάμεσα στα δύο κείμενα, στη σκηνοθετική προσέγγιση των δύο μερών, στη δράση που εκτυλισσόταν σε μια τεράστια, σχεδόν άδεια σκηνή. Τα καθαυτά -έκδηλα ξεχωριστά- κείμενα ήταν τελικά εκείνα που μας γοήτευσαν και ό,τι απολαύσαμε περισσότερο.

16.06.2023, Ρουμπής Νίκος «Είδαμε «Καζανόβα / Δον Ζουάν – Ερωτική περιπλάνηση» σε σκηνοθεσία Στ. Λιβαθινού στο Φεστιβάλ Αθηνών / Σε τροχιά απόστασης», www.debop.gr

 

Για το link πατήστε εδώ