Τουραντό, η γυναίκα που μισούσε τους άντρες – Κάρλο Γκότσι

2025

Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας. Πρώτη παράσταση: 14 Φεβρουαρίου 2025

Συμπαραγωγή:
Θεατρική Αστική Εταιρία Πράξη
Λυκόφως ΑΜΚΕ

Η «Τουραντό», έργο του Κάρλο Γκότσι το οποίο βασίζεται σε παραδοσιακό κινέζικο μύθο, μας ταξιδεύει στην ιστορία μιας πανέμορφης πριγκήπισσας που μισούσε τους άντρες. Για να ξεφύγει από τις πιέσεις του πατέρα της, αυτοκράτορα της Κίνας, να παντρευτεί, μηχανεύεται ένα επιτήδειο και σατανικό τέχνασμα : τη λύση τριών δύσκολων αινιγμάτων σ’ έναν διαγωνισμό που είναι υποχρεωμένος να υποστεί κάθε υποψήφιος γαμπρός. Αν αποτύχει, θα αποκεφαλιστεί. Αποτέλεσμα, ένα πλήθος από πρίγκηπες-θύματα, που αδυνατούν να λύσουνε τα τρία αινίγματα, εωσότου παρουσιάζεται ο κατάλληλος, για την περίπτωση της παράξενης πριγκίπισσας, νεαρός άνδρας που θα οδηγήσει τα πράγματα σε μια απροσδόκητη και καταλυτική λύση. Από την αλληγορική παραμυθένια αυτή ιστορία εμπνεύστηκε αργότερα ο Τζάκομο Πουτσίνι και ανέβασε την όπερα «Τουραντότ».

 

Απόδοση – Διασκευή: Στρατής Πασχάλης

Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός

Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Μουσική: Μιχάλης Κωτσόγιαννης

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ηλέκτρα Μαγγίνα

Βοηθός Σκηνογράφου | Ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη

Βοηθοί φωτιστή: Χάρης Δάλλας | Ναυσικά Χριστοδουλάκου

Φωτογραφίες παράστασης: Ελίνα Γιουνανλή

Φωτογραφίες promo: Έφη Γούση

Οπτική Ταυτότητα παράστασης: G Design Studio

Trailer παράστασης: Χρήστος Δήμας

Σχεδιασμός Κομμώσεων -Περούκες: Κωνσταντίνος Κολιούσης

Σχεδιασμός Μaκιγιάζ: Olga Faleychyk

Διαφήμιση – social media: Renegade Media

Διεύθυνση παραγωγής: Μαρία Αλβανού

Παίζουν:

Βασίλης Ανδρέου

Βαλέρια Δημητριάδου

Βασίλης Ζαφειρόπουλος

Νίκος Καρδώνης

Ειρήνη Λαφαζάνη

Φοίβος Μαρκιανός

Πολυξένη Παπακωνσταντίνου

Μαρία Σαββίδου

Άρης Τρουπάκης

Μουσικός επί σκηνής: Μιχάλης Κωτσόγιαννης

 
 
  • Είδαμε την παράσταση Τουραντό- η γυναίκα που μισούσε τους άντρες, στο θέατρο της οδού Κεφαλληνίας.

    “Σκέψου το καλά και παραιτήσου

    σκληρή δεν είναι τόσο η καρδιά μου

    όσο οι φήμες που είπανε στο αυτί σου,

    απλώς μισώ τους άντρες κι η Τουραντό γυρεύει,

    ότι απεχθάνεται μακριά να μένει,

    θέλει να ζήσει ελεύθερη, ποιος το απαγορεύει;

    Όλοι αυτό δεν θέλουνε, να ζουν χωρίς δεσμά;

    Στην εξωτική Κίνα η απόφαση μιας γυναικας να ζήσει ελεύθερη κι ανεξάρτητη κι όχι να ακολουθήσει τα κοινωνικά μοτίβα της εποχής και της θέσης της, (βασισμένη σε κινέζικο μύθο), γίνεται ερωτικό παραμύθι για μεγάλους από τον Κάρλο Γκότσι, έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Ιταλικού θεάτρου που γεννήθηκε κι έδρασε στη Βενετία και ήταν οπαδός της Commedia dell arte.

    Το παραμύθι αυτό του 18ου αιώνα ενέπνευσε την διάσημη όπερα του Τζιάκομο Πουτσίνι.

    Η Τουραντό για ν’ αποφύγει την υποδούλωση του γάμου και ίσως την κακοποίησή της από έναν άντρα (αυτό γνωρίζει ότι υπέστη κάποια πρόγονος της), εφευρίσκει ένα σχέδιο να βάζει τρεις δύσκολους γρίφους τους οποίους αν ο υποψήφιος λύσει, θα τον παντρευτεί, αν όχι θα χάσει το κεφάλι του.

    Στα παραμυθένια σκηνικά της Ελένης Μανωλοπούλου, το πρώτο που βλέπουμε είναι μια γυάλινη προθήκη-βιτρίνα, όπου βρίσκεται κλεισμένη η Τουραντό. Η βιτρίνα μπορεί να σημαίνει τη θέση της γυναίκας σαν σύμβολο ομορφιάς και υποταγής, ή ότι η ίδια η Τουραντό παγιδεύεται μέσα στο φόβο της για τη δέσμευση, μέσα στην οποία πιστεύει ότι θα χάσει την ελευθερία και τον εαυτό της. Ίσως πάλι να θέλει να προστατέψει τις ανάγκες, την ευαισθησία και την ευαλωτότητα της, μέσα στον γυάλινο πύργο της, και κάτω από ένα σκληρό προσωπείο.

    Μια κόκκινη εξέδρα σε σχήμα Π οδηγεί σε μια λίμνη με νούφαρα και στην είσοδο, υπάρχει ένας τοίχος γεμάτος με τα κρανία των αποτυχόντων. Στο βάθος βλέπουμε χιονισμένα βουνά.
    Τα κοστούμια της Μανωλοπούλου επίσης παραπέμπουν σε παραμύθι. Γυαλιστερά και πολύχρωμα, δημιουργούν μια εικόνα σε πλήρη αντίθεση με τους χλωμούς φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου.

    Φυσικά το θέμα είναι ζοφερό αλλά με έντονη τη χαρά της ζωής, και δυνατές επιρροές από την Commedia dell arte, τα οποία εκπροσωπεί με μεγάλη επιτυχία και γλαφυρότητα ο Νίκος Καρδώνης ως Κινέζος αυτοκράτορας Τουράν (πατέρας της Τουραντό) και σε δεύτερο ρόλο ως έκπτωτος βασιλιάς Τιμούρ. Ο Καρδώνης ηγείται ερμηνευτικά της παράστασης, συναρπάζοντας τους θεατές με το μπρίο και την πολύ ζωντανή ερμηνεία του.

    Το δίδυμο Βασίλης Ανδρέου- Άρης Τρουπάκης ως βενετσιάνοι υπήκοοι του αυτοκράτορα είναι εκπληκτικό.

    Ο Βασίλης Ανδρέου παίζει με το σώμα, με το βλέμμα, με τη φωνή, με τους μικρούς άναρθρους ήχους του και με τον Άρη Τρουπάκη χορεύουν και τραγουδούν υπέροχα, είναι χάρμα ώτων κι οφθαλμών και οι δύο.

    Δεύτερο ωραίο δίδυμο η Βαλέρια Δημητριάδου και η Ειρήνη Λαφαζάνη, οι δύο σκλάβες της Τουραντό.Απολαυστικές και οι δύο στην ερμηνεία, τον χορό και το τραγούδι τους μ’ ένα μικρό προβάδισμα της Δημητριάδου ως Αντελμά που ερωτεύεται τον πρίγκηπα Καλάφ και κάνει διάφορες μηχανορραφίες.

    Ωραίος, γοητευτικός και γενναίος ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος ως πρίγκηπας Καλάφ, έχει δυνατή σκηνική παρουσία και στιβαρή μα κι ευαίσθητη ερμηνεία. Μας δίνει περιγραφικά τον ερωτευμένο άντρα που είναι αποφασισμένος ή να αποκτήσει την αγαπημένη του ή να πεθάνει.

    Ωραίες ερμηνείες από τους Φοίβο Μαρκιανό και Μαρία Σαββίδου με πάθος, ταμπεραμέντο κι έντονο το κωμικό στοιχείο.

    Η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου είναι μια ονειρική Τουραντό. Με λευκό μακρύ φόρεμα και βαμμένο λευκό πρόσωπο μέχρι τα μισά μαλλιά της, είναι απρόσιτη μα κι αισθαντική, είναι σκληρή αφήνοντας όμως κάποιες σχισμές για να νιώσουμε την ευαισθησία της, γίνεται αγρίμι όταν βλέπει ότι χάνει το παιχνίδι εξωτερικά μα και μέσα της γιατί αρχίζει να ερωτεύεται. Εξαιρετικά υποβλητική ερμηνεία. (κάποιες ελάχιστες στιγμές ίσως είναι υπερβολικά τα ξεσπάσματα της αλλά μπροστά στο σύνολο της αξιόλογης ερμηνείας της, δεν προσμετρώνται).

    Ο Μιχάλης Κωτσόγιαννης (μουσικός επί σκηνής), παίζοντας με τις μελωδίες και τους ήχους μιας άλλης κουλτούρας, φτιάχνει μια επιβλητική μουσική ατμόσφαιρα που τονίζει τα στοιχεία του παραμυθιού κι επιτείνει την μυθοπλασία του.

    Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού είναι η βάση της δουλειάς που είδαμε στο θέατρο της οδού Κεφαλληνίας. Αξιοποιώντας τα σημαντικά υλικά του (συντελεστές), δημιουργεί ένα ονειρικό περιβάλλον, κινείται σ’ ένα χρόνο που δεν επιδέχεται πλατιασμούς και καταδύεται στα καθαρά νερά μιας υψηλής αισθητικής με μοναδικό πρόσημο την ομορφιά και το συναίσθημα. Με μεγάλες δόσεις από Commedia dell arte και με σπουδαίο συνεργάτη του τον Στρατή Πασχάλη του οποίου η έμμετρη απόδοση και διασκευή προσθέτει στο έργο του Κάρλο Γκότσι μουσικότητα ποίηση κι ευθυμία, ο Στάθης Λιβαθινός μας παραδίδει μια παράσταση από τις καλύτερες της σεζόν που εκπνέει.

    03.04.2025, Σάββα Λένα « Είδαμε την παράσταση Τουραντό- η γυναίκα που μισούσε τους άντρες, στο θέατρο της οδού Κεφαλληνίας», θεατρο.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Οταν το παραμύθι ανεβαίνει στη σκηνή

    Αντιδρώντας στην πίεση του πατέρα της, αυτοκράτορα της Κίνας, να παντρευτεί, η Τουραντό μηχανεύεται ένα τέχνασμα για να απορρίπτει τους υποψήφιους γαμπρούς. Τους προ(σ)καλεί σε μια δοκιμασία με τρία δύσκολα αινίγματα στα οποία, αν δεν απαντήσουν, αποκεφαλίζονται (εξ ου κι οι νεκροκεφαλές). Οι άντρες παίρνουν το ρίσκο και αποτυγχάνουν. Ως τη στιγμή που θα βρεθεί ο ένας, εκείνος που καλούμενος να ανταποκριθεί στη δοκιμασία θα καταφέρει να κερδίσει.

    Ανταγωνιστής του Κάρλο Γκολντόνι, ο Γκότσι ανήκει στους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του ιταλικού θεάτρου της εποχής του ροκοκό, ων θαυμαστής της Κομέντια ντελ’ Αρτε. Με έμφαση στο παραμύθι, τα έργα του συνδυάζουν μύθους, θρύλους, συνήθως εξωτικούς, και αισθηματικά δράματα εποχής. Με την «Τουραντό», άλλωστε, ο ιταλός συγγραφέας απέκτησε την παγκόσμια φήμη του, κυρίως λόγω της ομότιτλης, τρίπρακτης, όπερας του Τζιάκομο Πουτσίνι, σε λιμπρέτο των Τζιουζέπε Αντάμι και Ρενάτο Σιμόνι (ο Πουτσίνι πέθανε προτού την ολοκληρώσει, κάτι που ανέλαβε ο Φράνκο Αλφάνο). Η πρεμιέρα δόθηκε στη Σκάλα του Μιλάνου το 1926 υπό τη διεύθυνση του Αρτούρο Τοσκανίνι. Στην παράσταση που υπογράφει σκηνοθετικά ο Στάθης Λιβαθινός κυριαρχεί ο έμμετρος λόγος του Στρατή Πασχάλη (απόδοση και διασκευή) μαζί με την υψηλή σκηνική αισθητική και τις στέρεες ερμηνείες, μπολιασμένες με αυτοσχεδιαστικά στοιχεία, χιούμορ και λαμπερές πινελιές. Ο Λιβαθινός κράτησε ζωντανό το παραμύθι, ανέδειξε το παιγνιώδες της ιστορίας, τόνισε τις αντιθέσεις και φώτισε τις εσωτερικές πτυχές των ηρώων. Το σκηνικό αποτέλεσμα ισορροπεί ανάμεσα στην ποίηση και την αλληγορία, συνδυάζει την απόλαυση με τον προβληματισμό, για να ολοκληρωθεί σκηνικά. Γιατί είναι πραγματικά εντυπωσιακά ο λόγος και η προβληματική μιας γυναίκας που χρονικά τοποθετείται τον 18ο αιώνα – σύγχρονος, διαχρονικός. Πολλά από όσα διεκδικεί συνεχίζουν να αποτελούν ζητούμενα της εποχής μας, τηρουμένων των αναλογιών.

    Με έναν θίασο που περιέχει δύο γενιές, η παράσταση αποτελεί κι έναν έμμεσο συμβολικό τρόπο να εορτασθεί η 25χρονη πορεία της θεατρικής ομάδας που ιδρύθηκε στις αρχές του 2000 ως Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου από τον Στάθη Λιβαθινό.

    Οι ερμηνείες

    Ο Νίκος Καρδώνης στον ρόλο του κινέζου αυτοκράτορα και πατέρα καταθέτει για άλλη μια φορά στη σκηνή το σχεδόν «σατανικό» του ταλέντο και ταμπεραμέντο. Απολαυστικός. Εξαιρετικό δίδυμο ο Βασίλης Ανδρέου και ο Αρης Τρουπάκης, αυτόνομοι και αλληλοσυμπληρούμενοι. Εξοχη η Μαρία Σαββίδου, με τις εκφράσεις, τις νύξεις και τις χειρονομίες της. Η προαναφερθείσα τετράδα άλλωστε είναι αυτή που επιβεβαιώνει την αξία της ομάδας. Μαζί τους τέσσερις ηθοποιοί της νεότερης γενιάς, με τον Βασίλη Ζαφειρόπουλο να ξεχωρίζει στον ρόλο του Καλάφ, του επίμονου γαμπρού, και την Πολυξένη Παπακωνσταντίνου Τουραντό σε μια ερμηνεία που εξελίσσεται κατά τη διάρκεια της παράστασης και οδηγεί στη σκηνική της μεταμόρφωση.

    01.04.2025, Λοβέρδου Μυρτώ «Οταν το παραμύθι ανεβαίνει στη σκηνή», Τα Νέα

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Τουραντό – Η γυναίκα που μισούσε τους άντρες» | Κριτική onlytheater

    Αγέρωχη, πανέμορφη, άσπιλη είναι –και θα παραμείνει– η μυθική Κινέζα πριγκίπισσα Τουραντό. Εκτός εάν βρεθεί αυτός που θα λύσει τα τρία αινίγματα, πίσω από τα οποία εκείνη έχει οχυρωθεί, ως άλλη Σφίγγα, αφού όσοι δε βρίσκουν τις απαντήσεις το πληρώνουν ακριβά με τη ζωή τους. Τρόμος βασιλεύει στη χώρα ως τη στιγμή που εμφανίζεται ένας θαρραλέος, άγνωστος πρίγκιπας, αποφασισμένος να κατακτήσει την όμορφη κόρη. Άραγε ο νέος υποψήφιος μνηστήρας, ο τολμηρός πρίγκιπας Καλάφ, θα σταθεί τυχερός; Θα καταφέρει να βρει τη λύση των τριών αινιγμάτων και να παντρευτεί την πριγκίπισσα; Θα χαρεί επιτέλους ο λαός και θα επικρατήσει ειρήνη στο βασίλειο; Ένα αλληγορικό παραμυθόδραμα, που μιλάει για τη δύναμη της αγάπης, συνδυάζοντας σασπένς και ρομαντισμό, δράμα και κωμωδία.

    Τον αυθεντικό μύθο του Βενετσιάνου Κάρλο Γκότσι, πήρε ο Στάθης Λιβαθινός για να γιορτάσει τα εικοσιπέντε χρόνια παρουσίας της θεατρικής του ομάδας, στη χυμώδη έμμετρη απόδοση και διασκευή του Στρατή Πασχάλη. Έπλασε, λοιπόν, μια εκλεπτυσμένη σκηνική συνθήκη με την απαραίτητη σκηνική οικονομία, την παιγνιώδη αφέλεια, την αινιγματική αύρα, τον ανοιχτό συμβολισμό και το σκοτεινό υποσυνείδητο μιας ιστορίας με παραμυθένιο χαρακτήρα, που σε ταξιδεύει στο όνειρο αλλά και στο παράδοξο. Η παράσταση «ΤΟΥΡΑΝΤΟ – η γυναίκα που μισούσε τους άντρες» με καταβολές στην commedia dell’ arte και διατηρώντας το γκροτέσκ κωμικό της ιδίωμα και τον αιθέριο εξωτισμό, διαθέτει έρωτα, συγκίνηση, αυτοσχεδιασμό, αγωνία, δράμα, φρίκη και… happy end. Ασφαλώς, αναφέρεται και στο επίκαιρο θέμα της γυναικείας χειραφέτησης, αυτοδιάθεσης και αυτονομίας.

    Η Ελένη Μανωλοπούλου υπογράφει το αξιοπρόσεχτο σκηνικό τοπίο και τα πλουμιστά κοστούμια της παράστασης. Εντυπωσιάζει τόσο το έκθεμα των νεκροκεφαλών από τους «άτυχους» επίδοξους μνηστήρες της Τουραντό κατά την είσοδο των θεατών στον χώρο, όσο και η υπαινικτική διάφανη προθήκη – φυλακή, όπου αυτοεγκλωβίζεται η ατίθαση ηρωίδα και φαντάζει σαν αερικό, σαν έκθεμα αξιοπερίεργο, φερμένο από άλλο κόσμο. Ωραία πινελιά και η λίμνη με τα νούφαρα που περιστοιχίζεται από έναν κόκκινο διάδρομο σε σχήμα Π και οι αραχνούφαντες βουνοκορφές, που φωτίζονται υποβλητικά από τον Αλέκο Αναστασίου και είναι το σημείο όπου κρύβεται ο επί σκηνής μουσικός της παράστασης Μιχάλης Κωτσογιάννης, ο οποίος ντύνει με ευφρόσυνες μελωδίες το έργο.

    Αναντίρρητα, η παράσταση στηρίζεται και στις πολύ καλές ερμηνείες των ηθοποιών με πάθος και λυρισμό, σαν μια σφιχτοδεμένη ομάδα με κίνηση, έκφραση και λόγο σε αρμονία. Έτσι, απολαμβάνουμε τον μαγικό Νίκο Καρδώνη στον διττό του ρόλο ως αυτοκράτορα της Κίνας «Αλτούμ» και ως έκπτωτο Τατάρο βασιλιά «Τιμούρ», το πληθωρικό δίδυμο των αξιωματούχων, Βασίλη Ανδρέου ως «Ταρτάλια» και Άρη Τρουπάκη ως «Πανταλόνε», την εκρηκτική Μαρία Σαββίδου στον ρόλο του «Τρουφαλδίνο». Πειστικοί, επίσης στους ρόλους τους οι: Φοίβος Μαρκιανός, Βαλέρια Δημητριάδου («Αδέλμα») και Ειρήνη Λαφαζάνη («Ζελίμα») οι οποίοι στηρίζουν την προοπτική του κειμένου. Μεστός υποκριτικά ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος ως πρίγκιπας «Καλάφ» και θαυμάσια η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου ως «Τουραντό», ένα κράμα σκληρότητας, τραγικότητας και φινέτσας.

    «Τουραντό – η γυναίκα που μισούσε τους άντρες», μία ποιοτική δουλειά με σαγήνη, τόσο δραματουργικά όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

    30.03.2025, Καρρά Ντίνα «Τουραντό – Η γυναίκα που μισούσε τους άντρες | Κριτική»,www.onlytheater.gr

    Για το link πατήστε εδώ

  • Συν & Πλην: «Τουραντό, η γυναίκα που μισούσε τους άνδρες» στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας

    Μια σύνοψη των θετικών και αρνητικών σημείων για την παράσταση «Τουραντό, η γυναίκα που μισούσε τους άνδρες» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού που ανεβαίνει στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας.

    Το έργο

    Η διάσημη όπερα του Τζάκομο Πουτσίνι «Τουραντό» που έκανε πρεμιέρα στην Σκάλα του Μιλάνο το 1926, έχει πλούσιο παρελθόν. Η πρώτη φορά που η ιστορία της Ασιάτισσας πριγκίπισσας καταγράφεται στην Ευρώπη, είναι στις αρχές του 18ου αιώνα από τον Φρανσουά Πετί Ντε Λα Κρουά, έναν Γάλλο μεταφραστή που, για χρόνια, περιπλανάται στη σημερινή Μέση Ανατολή. Ο Ντε Λα Κρουά συγκεντρώνει υλικό από αρχαίες ιστορίες και μύθους για να τις συμπεριλάβει στις θρυλικές «Χίλιες και μια νύχτες» – μεταξύ των οποίων και το παραμύθι για μια πριγκίπισσα από την Μογγολία που ονομαζόταν Turandot, δηλαδή η κόρη του Turan. Την ιστορία της παραλαμβάνει το 1763 ο Βενετσιάνος Κάρλο Γκότσι – σύγχρονος και μέγας ανταγωνιστής του Κάρλο Γκολντόνι – τοποθετώντας την στην αυτοκρατορία της Κίνας. Εκεί η πανέμορφη αλλά και σκληρή πριγκίπισσα Τουραντότ αρνείται να παντρευτεί παρά τους δεκάδες πρίγκιπες που φτάνουν στο κατώφλι της ζητώντας το χέρι της. «Νιώθει μίσος εχθρικό για το φύλο το ανδρικό» λένε όσοι την γνωρίζουν. Αιτία λέγεται πως είναι η φριχτή κακοποίηση που υπέμεινε μια πρόγονος της από το σύζυγο της. Η δοκιμασία που περνούν όλοι όσοι θέλουν να γίνουν σύζυγοι της σχετίζεται με τρία αινίγματα που θέτει. Άπαντες έχουν αποτύχει και αποκεφαλιστεί ως τίμημα του λάθους τους. Μπροστά σε αυτήν την προοπτική, ωστόσο, δεν πτοείται, ένας ακόμα νεαρός πρίγκιπας, ο Καλάφ, γιος του έκπτωτου Τάταρου βασιλιά που θαμπώνεται από την ομορφιά και την προσωπικότητα της και αποφασίζει να ρισκάρει τη ζωή του.

    Ο Γκότσι συνθέτει την ιστορία της Τουραντό σε θεατρική φόρμα, κείμενο που αργότερα παραλαμβάνει, μεταφράζει και αναπλάθει ο Γερμανός Φρίντριχ Σίλλερ – από το έργο του οποίου αντλεί τελικώς ο Πουτσίνι για την (ανολοκλήρωτη) ομώνυμη όπερα του.

    Ο Βενετσιάνος συγγραφέας αντλεί από το κίνημα του ροκοκό που ανθεί στις τέχνες της γειτονικής Γαλλίας ως μια πιο ανάλαφρη έκφραση της μπαρόκ εποχής και το αναμειγνύει αφενός τον πληθωρικό κόσμο της commedia dell arte και αφετέρου μιμούμενος, κατά τον ευρωπαϊκό τρόπο, τις ασιατικές παραδόσεις. Το αποτέλεσμα έρχεται μέσα από ένα εξωτικό παραμυθόδραμα γραμμένο σε έμμετρο στίχο που θα έλεγε κανείς ότι φανερώνει μια, εξαιρετικά πρώιμη, ιστορία γυναικείας χειραφέτησης και αντίστασης στον ανδρικό κόσμο και στη.

    Στην Ελλάδα ανέβηκε για πρώτη φορά από το Εθνικό Θέατρο προπολεμικά (1937) με τον Δημήτρη Ροντήρη να σκηνοθετεί στον ομώνυμο ρόλο την Ελένη Παπαδάκη.

    H παράσταση

    Προσεγμένη διασκευή στο πρωτότυπο θεατρικό του Κάρλο Γκότσι, πυκνή θεατρικότητα και παραμυθιακός πλούτος στο επίκεντρο της σκηνοθεσίας, απολαυστικές ερμηνείες στην πλειονότητα τους, γοητευτικός αισθητικός κόσμος. Κι όμως, η απλοϊκότητα του καθαυτού έργου για τον τρόπο που προσεγγίζει την γυναικεία χειραφέτηση ακόμα και το θέμα του έρωτα, του «ανίκητου στη μάχη», μένουν σε πρώτο επίπεδο, αφήνοντας ανυπεράσπιστες όλες τις αρετές της διαχείρισης του.

    Τα Συν (+)

    Η διασκευή

    Ο σταθερός συνεργάτης του Στάθη Λιβαθινού, Στρατής Πασχάλης παραδίδει μια καλλιεπή διασκευή του έργου σε έμμετρο στίχο που αναδεικνύει την βενετσιάνικη καταγωγή του κειμένου, φέρει μουσικότητα και λεπτό χιούμορ και φυσικά γοητεύει με την γλωσσική πυκνότητα της.

    Η σκηνοθεσία

    Σκηνοθέτης «κυνηγός» της αγνής θεατρικότητας, αφοσιωμένος στο θέατρο συνόλου, όσο και στα κείμενα που σπάνια ανεβαίνουν στην σκηνή, ο Στάθης Λιβαθινός ανατρέχει στο έργο του Κάρλο Γκότσι επαληθεύοντας και τις τρεις κινητήριες επιδιώξεις του. Εδώ η θεατρικότητα επιτυγχάνεται μέσα από την επιτυχή ζύμωση δύο κόσμων, του γοητευτικού και, εν πολλοίς, άγνωστου πολιτισμού της Ανατολής και της εκλεπτυσμένης εκδοχής του λαϊκού είδους της commedia dell arte, αναπαριστώντας γνήσια το είδος του παραμυθοδράματος. Στον ίδιο βαθμό, επιβεβαιώνεται και η αρετή της παράστασης συνόλου, καθοδηγώντας μια καλά ασκημένη ομάδα που, στην πλειονότητα της, προσφέρει καλές ερμηνείες.

    Οι ερμηνείες

    Εμπλουτίζοντας φειδωλά και σταδιακά τον σταθερό πυρήνα των ηθοποιών του, οι παραστάσεις του Στάθη Λιβαθινού εκκινούν από ένα ερμηνευτικό επίπεδο και πάνω. Παρά τους περιορισμούς του είδους που αντιμετωπίζουν όλοι οι ηθοποιοί, η εμφάνιση του Νίκου Καρδώνη σε διπλό ρόλο (κυρίως ως Κινέζος βασιλιάς Τουράν και δευτερευόντως ως ο έκπτωτος βασιλιάς Τιμούρ) τόσο στο κομμάτι της μεταμορφωτικής του ευελιξίας όσο και χάρη στο κωμικό του φλέγμα, κλέβει την παράσταση. Κοντά του, ο Άρης Τρουπάκης και ο Βασίλης Ανδρέου ως οι βενετσιάνοι ευνοούμενοι του κινέζου βασιλιά είναι απόλυτα ενσωματωμένοι στο πνεύμα της commedia dell arte και γι’ αυτό εξόχως απολαυστικοί. Η Βαλέρια Δημητριάδου στο ρόλο της σκλάβας της Τουραντό, Αντελμά έχει το προνόμιο ενός από τους πληρέστερους χαρακτήρες της διασκευής, συνεπώς δίνει και μια ενδιαφέρουσα διάσταση της πάλης ανάμεσα στο Καλό και το Κακό ενώ προσεγμένες είναι και οι ερμηνείες του Βασίλη Ζαφειρόπουλου ως Καλάφ σε έναν ορμητικό, και σωματικά φορτισμένο τόνο καθώς και οι, ωραίων παιχνιδιάρικων ποιοτήτων, ερμηνεία της Ειρήνης Λαφαζάνη στο ρόλο της έτερης σκλάβας, Ζελιμά. Ανισότητες διαπιστώνονται από την Πολυξένη Παπακωνσταντίνου στο επώνυμο ρόλο που υπερβάλλει εαυτόν στην απόδοση της ‘διαβολικής’ πλευράς της πριγκίπισσας, από την Μαρία Σαββίδου που δεν απομακρύνεται από το γνώριμο τέμπο της και του Φοίβου Μαρκιανού, αν και ο ρόλος του Χασάν τον οποίο υποδύεται είναι αρκετά περιορισμένος.

    Η αισθητική της παράστασης

    Μια από τις πιο ωραίες σκηνογραφίες της σε έναν δύσκολο χώρο (τον οποίο, ωστόσο, γνωρίζει καλά) παρουσιάζει η Ελένη Μανωλοπούλου για την «Τουραντό». Αντλώντας μοιραία από τις καταγωγές των ηρώων (κινεζική, τουρανική και ιταλική) παραδίδει καλόγουστα κοστούμια που συνομιλούν αρμονικά με το στυλιζαρισμένο και, φέρον συμβολισμούς, σκηνικό της: Η κόκκινη εξέδρα, μια λίμνη από νούφαρα, η γυάλινη προθήκη στην οποία βρίσκεται εγκλωβισμένη η πριγκίπισσα καθώς και η εντυπωσιακή κατασκευή με το περίγραμμα των χιονισμένων βουνών στο φόντο. Σ’ αυτές τις διάφορες «περιοχές» του σκηνικού εστιάζουν ωραία οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.

    Η μουσική

    Σε ωραία συνομιλία με τα μουσικά ερεθίσματα από τους πολιτισμούς της που φέρνει σε επαφή ο Γκότσι βρίσκεται και ο συνθέτης Μιχάλης Κωτσογιάννης, την οποία εκτελεί ο ίδιος ζωντανά επί σκηνής. Αν η παράσταση παρουσιαζόταν σε μεγαλύτερο χώρο με τη δυνατότητα ορχήστρας, οι συνθέσεις αυτές θα αναδεικνύονταν ακόμα περισσότερο.

    Τα Πλην (-)

    Η ‘βαρύτητα’ του έργου

    Παρότι η παράσταση έχει εστιάσει στην, παραμυθιακής υφής, ανάγνωση, το καθαυτό έργο αποτιμάται τελικά ως απλοϊκό. Το θέμα της γυναικείας ανεξαρτησίας, του ατόμου που ορίζει το ίδιο τη μοίρα και όχι οι ανδρικές παραδόσεις περιορίζεται σε μια, πρώτου επιπέδου, προσέγγιση. Και η οποία στο τέλος καταλύει κάθε γόνιμη- σκηνοθετική, δραματουργική, ερμηνευτική – συμβολή και παρέμβαση.

    Το άθροισμα (=)

    Μια από τις κομψότερες και πιο καλοδουλεμένες παραστάσεις του Στάθη Λιβαθινού που δεν μπορεί να προσπελάσει την απλοϊκότητα του πρωτότυπου έργου.

    26.03.2025, Χαραμή Στέλλα «Συν & Πλην: «Τουραντό, η γυναίκα που μισούσε τους άνδρες» στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας», www.monopoli.gr

    Για το link πατήστε εδώ

  • Νίκος Καρδώνης: Η «Τουραντό» είναι ένα παραμύθι που εξυμνεί τη γυναίκα

    Ο Νίκος Καρδώνης μιλάει για τον ρόλο του στην «Τουραντό» του Γκότσι και για τα 25 χρόνια της ομάδας του Στάθη Λιβαθινού, εξηγεί γιατί η δουλειά του ηθοποιού είναι «ξετσίπωτη» και αποκαλύπτει γιατί τον φοβούνταν τα κορίτσια όταν ήταν παιδί

    ΟΝίκος Καρδώνης έχει έναν «διαβολικό» σκηνικό τρόπο να ερμηνεύει τους ρόλους του, συνδυάζοντας μυαλό και φαντασία, ακρίβεια και ελευθερία, ως μονάδα και ομάδα. Αποτελεί έναν απ’ τους βασικούς και σταθερούς ηθοποιούς της πάλαι ποτέ Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού που έστησε προ 25ετίας ο Στάθης Λιβαθινός (επί διεύθυνσης Νίκου Κούρκουλου) και συνεχίζουν. Μαζί με τους φίλους του πλέον Βασίλη Ανδρέου, Αρη Τρουπάκη και Μαρία Σαββίδου συναντιούνται και πάλι επί σκηνής: Αυτή τη φορά για το έργο του Κάρλο Γκότσι «Τουραντό, η γυναίκα που μισούσε τους άντρες» στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας, σε απόδοση-διασκευή Στρατή Πασχάλη.

    Μια ιστορία για μια χειραφετημένη γυναίκα του 1700. Ο Καρδώνης είναι ο κινέζος αυτοκράτορας και πατέρας της, σε μια παράσταση που ενώνει την παλιά φουρνιά με νέα παιδιά (Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Βασίλης Ζαφειρόπουλος, Ειρήνη Λαφαζάνη, Βαλέρια Δημητριάδου, Φοίβος Μαρκιανός) και κυλάει όπως τα παραμύθια.

    Πώς ξεκίνησε η συνεργασία σας με τον Στάθη Λιβαθινό;

    «Η ιστορία ξεκινάει όταν η Ταμίλα Κουλίεβα, δασκάλα μου στη δραματική, με συστήνει, ως αγαπημένο της μαθητή, στον Στάθη Λιβαθινό. Νεοφερμένη απ’ τη Μόσχα, καταπληκτική, με νέες μεθόδους, του λέει “αυτό το παιδί να το προσέξεις, θα μας απασχολήσει στο μέλλον”. Φαίνεται ότι αυτό άφησε κάποιον σπόρο. Την επόμενη χρονιά ήμουν στο Από Μηχανής Θέατρο με τον Χρήστο Βαλαβανίδη και την Ασπασία Κράλη, όπου, στον κάτω χώρο, θα παιζόταν “Το κτήνος στο φεγγάρι” σε σκηνοθεσία Λιβαθινού και μετά “Η Φρεναπάτη” του Κούσνερ. Στη “Φρεναπάτη” υπήρχε ένας ρόλος για έναν βουβό μπάτλερ και ο Στάθης, που με είχε δει στην παράσταση με τον Βαλαβανίδη, μου πρότεινε τον ρόλο».

    Τι σας οδήγησε στο θέατρο;

    «Στο Γυμνάσιο κάναμε μια παράσταση για την Εθνική Παλιγγενεσία – έπαιξα έναν παπά, τύπου Παλαιών Πατρών Γερμανού – και μου άρεσε πολύ επάνω στη σκηνή. Ηταν σαν να είμαι στον φυσικό μου χώρο. Οι γονείς μου δεν είχαν σχέση με τον καλλιτεχνικό χώρο. Ο μπαμπάς καπετάνιος, η μαμά οικιακά. Ταξιδεύαμε πολύ. Εχω φοβερές αναμνήσεις. Η πρώτη παράσταση που είδα ήταν στα Κίροφ με τον Μπαρίσνικοφ. Το θυμάμαι ακόμα. Ημουν εκστασιασμένος. Σαν να ήμουν πάνω σ’ ένα μαγικό χαλί. Εγώ από μικρός είχα μια έφεση στο σχέδιο, ζωγράφιζα, είχα μια αισθητική αντίληψη. Προετοιμαζόμουν για την Καλών Τεχνών. Δεν πέρασα για ένα μόριο. Πήγα στη σχολή Βολουδάκη, σχέδιο μόδας-ενδυματολογία, κάτι που μου άρεσε επίσης πολύ. Ενιωθα όμως ότι έλειπε κάποιο κομμάτι από το παζλ και αποφάσισα να πάω στο θέατρο. Δεν το ανακοίνωσα σε κανέναν. Εδωσα εξετάσεις, πέρασα, ευτυχώς, με την πρώτη και τότε τους το είπα. Μετά κύλησαν όλα σαν ρυάκι, δεν δυσκολεύτηκα».

    Εχετε, νομίζω, μεγάλη φαντασία;

    «Ναι. Στο θέατρο είναι το άλφα και το ωμέγα αλλά στη ζωή δεν ξέρω αν πρέπει να έχεις τόση φαντασία».

    Πώς φτιάχτηκε η Ομάδα του Λιβαθινού;

    «Οταν τελείωνε η “Φρεναπάτη”, είχα κι εγώ όπως όλοι μας ανασφάλεια για το τι έπεται. Και θυμάμαι, σαν να ήταν χθες, μεγάλη Παρασκευή του 2000, που χτυπάει το τηλέφωνο. “Θα ‘θελες να είσαι μέρος μιας ομάδας που θα κάνω μαζί με άλλους;”, μου είπε ο Λιβαθινός, κι έμεινα με το τηλέφωνο στο χέρι. Αυτό είναι το πραγματικό μου σχολείο, τα επτά χρόνια στην Πειραματική με πολύ σημαντικούς ανθρώπους. Κι αυτό είναι το ταλέντο του Στάθη Λιβαθινού – συλλέκτης προσωπικοτήτων».

    Τι κρατάτε;

    «Οταν πρωτοκάναμε την ομάδα, για να αρχίσει το “Αγάπης αγώνας άγονος” χρειάστηκαν 5-6 μήνες για να δέσουμε και να αποκτήσουμε κοινά χνότα. Βέβαια όλο αυτό ήταν κάτω απ’ την αγκαλιά του Νίκου Κούρκουλου. Ημασταν παραπάνω από ευλογημένοι που είχαμε αυτόν τον άνθρωπο διευθυντή. Ερχόταν και μας ακουμπούσε φιλικά στην πλάτη και μας έλεγε “πάμε παιδιά, μη φοβάστε τίποτα”. Στην ομάδα, πρώτα προσπαθήσαμε να βρούμε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας και μετά, σιγά-σιγά αρχίσαμε να ψελλίζουμε τον λόγο του Σαίξπηρ.

    Δεν έχω ακόμα καταλάβει πότε πέρασαν 25 χρόνια, πότε έφτασα τα 51. Εχω να θυμάμαι τόσο ωραία πράγματα. Είναι η προίκα μου – δεν το αλλάζω με τίποτα. Ο πήχης είναι ανεβασμένος. Εχω κι εγώ απαιτήσεις πια – πρώτα απ’ τον ίδιο μου τον εαυτό. Υπάρχει μια μέθοδος στη φαρέτρα μου, κάπως παγιωμένη μέσα μου κι όπου και να πάω, με όποιον σκηνοθέτη, μπορώ να επιβιώσω. Στην ομάδα έχουμε τη λογική του ανσάμπλ – τη μια χρονιά είσαι πρωταγωνιστής, την άλλη έχεις μικρό ρόλο. Δεν έχουμε τέτοια άγχη. Ποτέ δεν με ενδιέφεραν οι ρόλοι αλλά οι καλές συνεργασίες».

    Οταν βρεθήκατε εκτός Εθνικού, φοβηθήκατε;

    «Οχι. Μετά τον “Ηλίθιο” μας κάλεσε η Αννα Βαγενά να συνεχίσουμε στο θέατρό της. Και ο Λιβαθινός πάντα μας έδειχνε τη μεγάλη του αγκαλιά, πάντα σκεφτόταν αυτή την Ομάδα. Και δεν μας έχει διαψεύσει. Και κάθε φορά είναι κάτι διαφορετικό. Συνταγή δεν υπάρχει».

    Πάμε τώρα στην «Τουραντό». Πώς δουλέψατε τον ρόλο σας;

    «Στην “Τουραντό” με βοήθησε πολύ η όπερα του Πουτσίνι. Αντιμετώπισα δηλαδή τον ρόλο και τους μονολόγους σαν μια άρια – που ξεκινάει από μια εισαγωγή, ένα diminuendo, κορυφώνει κάπου και καταλήγει σε ένα κρεσέντο. Ενστικτωδώς πήγα προς τα εκεί. Βοήθησε και ο καταπληκτικός έμμετρος λόγος του Στρατή Πασχάλη. Το αρχικό κείμενο είναι πεζό και με την προτροπή του Στάθη έγινε έμμετρο. Κάθε στίχος ήταν κι ένα σκαλί για να πας παρακάτω. Σε άλλους ρόλους μπορεί να ξεκινήσω τελείως εξωτερικά. Η δουλειά μας είναι “ξετσίπωτη”. Δεν έχουμε τσίπα, κλέβουμε από παντού, αντλούμε από παντού. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα προκειμένου να φτιάξεις το προφίλ ενός χαρακτήρα. Οι γνώσεις μου στην ζωγραφική με έχουν βοηθήσει. Μια εικόνα μπορεί να μου ξεκλειδώσει ένα ολόκληρο σύμπαν».

    Φτιάχνετε και κούκλες με κοστούμια εποχής…

    «Παλιά, όταν ήμουν παιδάκι και πήγαινα με τη μαμά μου σε διάφορα σπίτια, ήμουν για τα κορίτσια ο φόβος και ο τρόμος. Ελεγαν “έρχεται ο Νίκος, μαζέψτε τις κούκλες”. Τις κούρευα, τους άλλαζα ρούχα, αλλιώς τις έβρισκα βαρετές. Σιγά-σιγά αυτό έγινε χόμπι. Είχα δει στην Αγία Πετρούπολη μια επετειακή έκθεση ενός ρώσου σχεδιαστή μόδας και κάτι μου ενεργοποίησε. Ετσι ξεκίνησα με τις κούκλες. Αντλώ θέματα απ’ το θέατρο – τραγικές ηρωίδες, Αννα Καρένινα, Μαντάμ Μποβαρί… Εχω κάνει δύο εκθέσεις και έχω πουλήσει όλες τις κούκλες. Η Μαρία Σαββίδου μου έβαλε την ιδέα – ήταν η πρώτη που μου ζήτησε κούκλα αλλά ήθελε να την πληρώσει. Για την ώρα έχω σταματήσει, αλλά στο σπίτι παραμένουν χιλιάδες υφάσματα».

    Ποια είναι η «Τουραντό»;

    «Πιστεύω ότι το έργο είναι ένας ύμνος στη γυναίκα. Πέρα από ένα παραμύθι με χρυσόσκονη, εξυμνεί τη γυναίκα. Αν υπολογίσεις κιόλας ότι γράφτηκε το 1700 κι όλα αυτά λέγονται από στόμα-γραφή άνδρα, καταλαβαίνεις. Ο Γκότσι ήταν λάτρης του γυναικείου φύλου – είχε ταλαιπωρηθεί από μια γυναίκα που δεν ήθελε να τον παντρευτεί. Στο έργο η Τουραντό, μέχρι να γνωρίσει τον Καλάφ, είχε ως ανδρικό πρότυπο τον πατέρα της και κάτι γέρους υπουργούς. Σιγά-σιγά όμως αφυπνίζεται από αυτόν τον άνδρα, απ’ το μυαλό, τη σκέψη, το ταλέντο του. Οι δυο τους είναι σαν φωτιά και πάγος αλλά η μοίρα δεν μπορεί παρά να τους ενώσει. Παντρεύονται και ουσιαστικά από εκεί αρχίζει η ιστορία».

    26.03.2025, Λοβέρδου Μυρτώ «Νίκος Καρδώνης: Η «Τουραντό» είναι ένα παραμύθι που εξυμνεί τη γυναίκα», Το Βήμα

    Για το link πατήστε εδώ

  • Τουραντό, η γυναίκα που μισούσε τους άντρες | Κριτική Θεάτρου palcoscenico

    Γράφει ο Διονύσης Μαλαπέτσας

    Ένας στενός και βραχύς ξύλινος διάδρομος ξεκινά απ´ την καρδιά της Κυψέλης και τερματίζει στην αυλή του αυτοκράτορα Αλτούμ, στο μακρινό Πεκίνο. Στην άκρη, ένας περίεργος διάκοσμος από ανδρικά κρανία κρεμασμένα σαν τρόπαια ή ίσως σαν λάφυρα μας υποδέχεται στο ανακτορικό αίθριο και κάπου στο βάθος διακρίνεται το παγερό δωμάτιο της πριγκίπισσας Τουραντό, της γυναίκας που μισούσε τους άντρες. Εκείνη, σαγηνευτική και απόκοσμη, μας καρφώνει με το βλέμμα της, πριν ακόμη διασχίσουμε την αυλή, προσπαθώντας να εξακριβώσει το λόγο της επίσκεψής μας. Άραγε τα βήματά μας να μας έφεραν εδώ για να τη διεκδικήσουμε, αψηφώντας τη μεγάλη πιθανότητα να βρεθούμε και εμείς αποκεφαλισμένοι εμπρός στην καλλίγραμμη σιλουέτα της; Καθώς βαδίζουμε στα ενδότερα μια σκέψη απασχολεί το νου, από που να πηγάζει άραγε τούτο το προαιώνιο μίσος.

    Απ’ το βάθος οι μελωδίες του γκουνκίν ξελογιάζουν τα αυτιά μας, ενώ το βλέμμα μας παραμένει πάντα καρφωμένο σ’ εκείνο το παράξενο κορίτσι που μοιάζει με θηρίο σε -έστω και χρυσό- κλουβί. Άλλωστε, δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο (ή περίσσιο) στο λιτό σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου. Ένα κατακόκκινο περιμετρικό βάθρο και το γυάλινο κουτί που σαν προθήκη φιλοξενεί την Τουραντό. Τα φώτα της πλατείας χαμηλώνουν και η παράσταση ξεκινά. Η συνταγή της επιτυχίας απλή, ζωντανή μουσική, ατμοσφαιρικοί φωτισμοί και δυνατές ερμηνείες. Κάπως έτσι, σχεδόν με το τίποτα, μπορεί να σου φτιάξει παραμυθένιους κόσμους ο Στάθης Λιβαθινός, που σκηνοθετεί με μαεστρία την παράσταση. Το θέατρο είναι ένας κακοτράχαλος χωμάτινος δρόμος που πάνω του διαβαίνει το άρμα που τραβά τη φαντασία του θεατή, με το σκηνοθέτη να στέκει αγέρωχος ηνίοχος και τους ηθοποιούς να μοχθούν να σύρουν το όλον προς τη μέθεξη. Τίποτα πέραν αυτών δε χρήζει τούτη η τέχνη. Στην περίπτωση του Λιβαθινού, η ικανότητα του αποδεικνύεται τόσο με τα λιγοστά μέσα της Οδού Κεφαλληνίας, όσο και με τα πληθωρικά σύνεργα του Εθνικού. Και από τον αλησμόνητο Τίμωνα Αθηναίο, ως την ονειρική Τουραντό, το θέατρο συναντά τις κορυφές του και το κοινό το απολαμβάνει.

    Ο Στρατής Πασχάλης καταπιάνεται μ’ έναν κινέζικο παραδοσιακό μύθο, σχετικά άγνωστο για το θέατρο, μα γνώριμο στους θεατές της όπερας, μια ιστορία που στο διάβα της γοήτευσε πλήθος καλλιτεχνών. Μεταξύ αυτών ο Κάρλο Γκότσι, ο Φρίντριχ Σίλερ και ο Τζάκομο Πουτσίνι. Ο Πασχάλης επιλέγει το παραμυθόδραμα του Γκότσι, ως γνήσιο δείγμα της commedia dell’arte, το μεταφράζει, το μεταγράφει αλλάζοντάς το αρκετά, το ντύνει με αρώματα και ακούσματα της άπω ανατολής, του χαρίζει ζωντάνια και ευθυμία με τον έμμετρο λόγο του και με την καθοδήγηση του Λιβαθινού το ανεβάζουν στη σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, εκεί που η Τουραντό παίρνει πάλι πνοή μέσα απ΄ την υπέροχη Πολυξένη Παπακωνσταντίνου. Η νεαρή ηθοποιός συνεχίζει και φέτος το σερί των δυνατών ερμηνειών, έχοντας ανοίξει πλέον διάλογο με το υποκριτικό παρόν και μέλλον του ελληνικού θεάτρου.

    Δίπλα της μια ομάδα πολυτάλαντων ηθοποιών που ερμηνεύουν, τραγουδούν και κινούνται απολύτως χορογραφημένα και αρμονικά στις μελωδίες του Μιχάλη Κωτσογιάννη, ο οποίος τις αναπαράγει ζωντανά στη σκηνή. Ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος έρχεται με τη νεανική του ορμή ως πρίγκηψ Κάλαφ να διεκδικήσει σθεναρά την καρδιά της Τουραντό, σε μια πολύ πειστική ερμηνεία. Σαφώς πιο σκερτσόζα εκείνη του Νίκου Καρδώνη, στο ρόλο του αυτοκράτορα Αλτούμ, κερδίζει τις εντυπώσεις και τα μειδιάματα των θεατών, όπως κάνει και το αχτύπητο δίδυμο των -εξ’ Ιταλίας ορμώμενων- Βασίλη Ανδρέου και Άρη Τρουπάκη, που ως άλλοι τενόροι κατεβάζουν τις φωνές τους μια-δυο οκτάβες χαμηλότερα απ΄ τις υπόλοιπες του έργου. Μιλώντας για υποκριτικά δίδυμα, έχουμε αφενός το ζευγάρι των Μαρίας Σαββίδου και Φοίβου Μαρκιανού και αφετέρου εκείνο των Βαλέριας Δημητριάδου και Ειρήνης Λαφαζάνη που πλαισιώνουν αγαστά το έργο, με ωραίες ερμηνείες αλλά χωρίς ιδιαίτερες κορυφώσεις. Καθοριστικό ρόλο στο εικαστικό γινόμενο παίζουν τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα παραμύθι βγαλμένο απ’ τον κόσμο των ονείρων, που αξίζει σίγουρα να ζήσετε και εσείς. Όσο για εμάς, την κατατάσσουμε στις καλύτερες και απολαυστικότερες παραστάσεις της χρονιάς.

    24.03.2025, Μαλαπέτσας Διονύσης «Τουραντό, η γυναίκα που μισούσε τους άντρες | Κριτική Θεάτρου», palcoscenico.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Τουραντό – Η γυναίκα που μισούσε τους άντρες – Κριτική θεάτρου eleannasdiary

    Η παράσταση Τουραντό – Η γυναίκα που μισούσε τους άντρες είναι μια θεατρική διασκευή ενός λαϊκού παραμυθιού της Κίνας, το οποίο αφηγείται την ιστορία της πριγκίπισσας Τουραντό. Πρόκειται για μια γυναίκα που αρνείται να παντρευτεί και θέτει στους μνηστήρες της αινίγματα, τα οποία, αν δεν καταφέρουν να λύσουν οδηγούνται στον θάνατο. Η άκαμπτη στάση της απέναντι στον έρωτα και στους άντρες ανατρέπεται όταν εμφανίζεται ο Καλάφ, ένας νεαρός πρίγκιπας που αποφασίζει να αποδεχτεί την πρόκληση.

    Η δική μου ματιά

    Η παράσταση ξεδιπλώνεται με τη μορφή ενός παραμυθιού, γεγονός που την καθιστά ενδιαφέρουσα. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι πολύ καλές, με όλους να συνδυάζουν αρμονικά πρόζα, χορό και τραγούδι. Ανάμεσά τους, ξεχώρισα ιδιαίτερα την Πολυξένη Παπακωνσταντίνου στον ρόλο της Τουραντό, που καταφέρνει να μας μεταφέρει τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της ηρωίδας. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί συμπληρώνουν αρμονικά το σύνολο.

    Η σκηνοθεσία είναι πολύ προσεγμένη και καταφέρνει να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα που συνδυάζει στοιχεία από τον ανατολίτικο και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Το σκηνικό σχεδιασμένο με λεπτομέρεια μας μεταφέρει στην Κίνα, με το κέντρο της κατασκευής να θυμίζει λίμνη με νούφαρα, ενισχύοντας έτσι την αίσθηση του παραμυθιού. Το μακιγιάζ και τα κοστούμια είναι επίσης προσεγμένα και διαφοροποιούνται ανάλογα με την καταγωγή των ηρώων: οι Κινέζοι, οι Τατάροι, καθώς και οι αξιωματούχοι Πανταλόνε και Μπριγκέλα έχουν εμφανείς στιλιστικές διαφορές, με τα κουστούμια των τελευταίων να παραπέμπουν στην ιταλική Commedia dell’arte. Η μουσική της παράστασης ενισχύει την παραμυθένια ατμόσφαιρα και μας ταξιδεύει στην Κίνα.

    Τα θέματα που πραγματεύεται η ιστορία παραμένουν επίκαιρα, καθώς θέτουν στο επίκεντρο ζητήματα όπως η ελευθερία των επιλογών και πιο συγκεκριμένα της επιλογής της γυναίκας όσον αφορά τον γάμο, η δύναμη του έρωτα και το αν η αγάπη μπορεί να μαλακώσει ακόμα και την πιο σκληρή καρδιά, η εξουσία και η μοίρα. Η Τουραντό παρουσιάζεται ως μια δυναμική ηρωίδα, που αντιστέκεται στα κοινωνικά πρότυπα και υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της. Ωστόσο, η συναισθηματική της μεταμόρφωση κατά τη διάρκεια της ιστορίας προσδίδει βάθος στον χαρακτήρα της, δείχνοντας πως ακόμα και οι πιο ακλόνητες πεποιθήσεις μπορούν να αλλάξουν όταν έρχονται αντιμέτωπες με την αλήθεια των συναισθημάτων.

    Αν και η υπόθεση είναι ενδιαφέρουσα, το τέλος της είναι μάλλον αναμενόμενο, γεγονός που αφαιρεί ένα στοιχείο έκπληξης. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική εμπειρία της παράστασης είναι θετική. Το στήσιμο των σκηνών, οι εναλλαγές στον ρυθμό και η δυναμική αλληλεπίδραση των χαρακτήρων κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον.

    Συνοψίζοντας, το Τουραντό – Η γυναίκα που μισούσε τους άντρες είναι μια καλή παράσταση που αξίζει τόσο για τη σκηνοθετική της ματιά όσο και για τις δυνατές ερμηνείες αλλά και για τα κοινωνικά μηνύματα που θίγει, καθώς δημιουργεί έναν παραμυθένιο κόσμο.

    23.03.2025, Μάνεση Ελεάννα «Τουραντό – Η γυναίκα που μισούσε τους άντρες – Κριτική θεάτρου», www.eleannasdiary.gr

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Τουραντό» του Κάρλο Γκότσι: Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού για τη συμπλήρωση 25 χρόνων της ομάδας του – Υμνώντας την τέχνη του θεάτρου

    Ατμόσφαιρα παραμυθιού, τρυφερό χιούμορ, σκηνική γλυκύτητα αλλά και ένας έξοχα εμπνευσμένος δραματουργικός καμβάς – Η παράσταση «ΤΟΥΡΑΝΤΟ – η γυναίκα που μισούσε τους άντρες» ακουμπά στην commedia dell’ arte

    Τον λησμονημένο Κάρλο Γκότσι ανέσυρε από τον μακρινό (πλέον) -τόσο χρονικά, αλλά κυρίως πολιτισμικά- 18ο αιώνα-ο Στάθης Λιβαθινός για να γιορτάσει τη συμπλήρωση 25 χρόνων παρουσίας της ομάδας του στο ελληνικό θέατρο. Μιας ομάδας που με τη σκηνική της δράση ανέτρεψε τα δεδομένα της θεατρικής τέχνης στη χώρα μας.

    «Σκυλί που γαυγίζει στο φεγγάρι», θα αποκαλέσει περιπαιχτικά τον Κάρλο Γκότσι ο ορκισμένος λογοτεχνικός του εχθρός Κάρλο Γκολντόνι. Η μεταξύ τους σφοδρή φιλολογική διαμάχη θα αναστατώσει τη Βενετία και θα λάβει διαστάσεις λογοτεχνικού εμφυλίου. Λάτρης της commedia dell’ arte και επίδοξος αναβιωτής της, καθώς και υπέρμαχος της τοσκανικής διαλέκτου ο Γκότσι, ενώ μέγας θαυμαστής του μολιερικού ιδιώματος και της ενετικής διαλέκτου ο Γκολντόνι. Θα συγκρουστούν λυσσαλέα, σε μια διαμάχη που θα λήξει μετά τον θάνατό τους, με συντριπτική επικράτηση του δεύτερου, που η ποιότητα των έργων του δεν έχει ξεφτίσει ακόμα και συνεχίζουν να παίζονται στις ευρωπαϊκές σκηνές, ενώ  τα μικρά ροκοκό συγγραφικά κομψοτεχνήματα του Γκότσι είναι σχεδόν ανενεργά, και προσφέρονται πλέον μόνο ως διασκευές για παραστάσεις παιδικού θεάτρου.

    Η πορεία του έργου μέσα στον χρόνο

    Είναι αλήθεια ότι το έργο αυτό «αποσκίρτησε» από το σώμα των έργων του Γκότσι και διέγραψε μια λαμπρή, αυτόνομη πορεία στην όπερα, ιδίως με τη μουσική του Τζάκομο Πουτσίνι, αλλά και στο θέατρο, προκάλεσε το ενδιαφέρον σημαντικών θεατρανθρώπων. Θα μεταφραστεί από τον Φρίντριχ Σίλερ που θα του προσδώσει ρομαντικό ύφος και θα ανέβει από τον Γκαίτε το 1802. Ο Μαξ Ράινχαρντ, θα το ανεβάσει το 1911.

    O Ζακ Κοπώ θα παρουσιάσει τη δική του παραστασιακή εκδοχή το 1921 στις Βρυξέλλες, και για την επόμενη θεατρική περίοδο τη μεταφέρει στο περίφημο Vieux-Colombier ανταλλάσσοντας το φασματικό σύμπαν του παραμυθοδράματος με ένα σταθερό, ρεαλιστικό υπόβαθρο. Το 1921, ο Γεβγκένι Βαχτάνγκοφ θα ανεβάσει το έργο στη Μόσχα σε μια πρωτοποριακή εκδοχή του που θα μείνει ονομαστή. Την παράσταση αυτή θα δει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ που αποφάσισε να γράψει τη δική του εκδοχή το 1953, αλλά δεν παίχτηκε παρά το 1969. Δεν θα έχει την ιδιότυπη σαγήνη του Γκότσι, ούτε τη ρομαντική γοητεία του Σίλερ, αλλά μια ειρωνική καταγγελτική διάθεση. Τέλος, το 2018 ο Μποπμ Ουίλσον, θα δώσει τη δική του εικονοκλαστική εκδοχή σκηνοθετώντας την ομώνυμη όπερα του Τζάκομο Πουτσίνι.

    Απόδοση – Διασκευή

    Το εξαιρετικά απαιτητικό εγχείρημα της απόδοσης – διασκευής επωμίστηκε ο Στρατής Πασχάλης, ο οποίος εργάζεται με πρωταρχικό στόχο το όφελος της θεατρικότητας και του σκηνικού εγχειρήματος. Θα διατηρήσει αλώβητο τον θεματικό πυρήνα του έργου και θα αναδείξει τις λυρικές ποιότητες του παραμυθοδράματος  του αρχικού κειμένου. Με μια αντίληψη σκηνικής οικονομίας θα αφαιρέσει ρόλους που θεωρεί δευτερεύοντες και σκηνές που θεωρεί ότι πρέπει να απαληφθούν έτσι ώστε η πλοκή να μπορεί να αναδυθεί στο σήμερα. Θα διατηρήσει το γκροτέσκ κωμικό ιδίωμα και τον εξωτισμό.

    Θα ενισχύσει την εκτεταμένη χρήση των μασκών – τύπων της commedia εδραιώνοντας την παρουσία τους στη διασκευή του, καθώς θα ενσωματώσει έναν εμβόλιμο μονόλογο του Τρουφαλδίνο στην Β’ πράξη. Και, θα «αναθέσει» στον ίδιο, τον τελευταίο μονόλογο του έργου αφαιρώντας τον από την Τουραντό (λογοτεχνική πράξη με την οποία θα διαφωνήσω). Ο σημαντικός ποιητής θα μιλήσει στον πρόλογο της έκδοσης της διασκευής για «σκηνικό παιχνίδι», για «θεαματική φαντασμαγορία», «για οικονομία και αφαιρετικότητα παράστασης», για το «παράξενο και μετέωρο» της πρωτότυπης δημιουργίας.

    Θα αφιερώσει τη διασκευή του έργου στην αδικοχαμένη Ελένη Παπαδάκη που σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη  θα ερμηνεύσει τον ρόλο της Τουραντό στην ομώνυμη παράσταση το 1937.

    Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία

    Τι είναι αυτό που κινητοποίησε το σκηνοθετικό και δραματουργικό ενδιαφέρον του Στάθη Λιβαθινού, ώστε να σφραγίσει παραστασιακά τη σημαντική επέτειο της ομάδας του με τη διασκευή της «πριγκίπισσας Τουραντό», έργο που ο συγγραφέας της έγραψε το 1762;

    Αισθάνομαι ότι αυτό που πραγματικά τον οδήγησε σε αυτήν την επιλογή είναι ότι το έργο προσφέρεται, ώστε ο εξέχων δημιουργός να γιορτάσει την επέτειο των 25 χρόνων από τη δημιουργία της ομάδας του υμνώντας τη δύναμη και τη μαγεία της  θνησιγενούς τέχνης του θεάτρου και τιμώντας τους τεχνίτες της διατρέχοντας αιώνες καλλιτεχνικής δημιουργίας.

    Θα αποτίσει φόρο τιμής στη λαϊκή αυτοσχέδια ιταλική κωμωδία, σκηνοθετική πράξη-που κατά τη γνώμη μου- έχει τριπλό συμβολισμό:

    Αρχικά, θα «δικαιώσει» σκηνοθετικά την -σχεδόν αυτοκαταστροφική- εμμονή του Κάρλο Γκότσι, στην αναβίωσή της, υπερθεματίζοντας του κειμένου, δίνοντας στην commedia dell’arte νευραλγική θέση στο σκηνικό του εγχείρημα.

    Ακολούθως, θα υμνήσει τους ονομαστούς ηθοποιούς της commedia del’arte που είναι θαυμαστοί στο δυτικό θέατρο για τις ανυπέρβλητες καλλιτεχνικές τους ικανότητες, καθώς και την αντοχή, την αφοσίωση, τη γενναιότητά τους και ταυτόχρονα επειδή ταυτίζονται με την πρώτη οργανωμένη επαγγελματική έκφανση της συντεχνίας τους.

    Και, τέλος θα δημιουργήσει ένα ευφρόσυνο, όσο και ιδιότυπο θέατρο εν θεάτρω, όπου οι εμβληματικοί ηθοποιοί της ομάδας του (Μαρία Σαββίδου, Βασίλης Ανδρέου και Άρης Τρουπάκης) θα υποδυθούν τις εμβληματικές μάσκες της αυτοσχέδιας κωμωδίας (Τρουφαλδίνο, Ταρτάλια, Πανταλόνε) και που αυτοί -ως είθισται -θα υποδυθούν  αξιωματούχους του παλατιού στα ανάκτορα της Κίνας.

    Θα καταστήσει τους ηθοποιούς-συνοδοιπόρους της ομάδας του, ως συνέχεια των πολυτάλαντων, ανθεκτικών, προγόνων της συντεχνίας των Υποκριτών της αυτοσχέδιας κωμωδίας, αποδίδοντάς τους σκηνικά εύσημα, τιμώντας τις ικανότητές τους. Απέναντί τους, θα αντιτάξει τις σχεδόν δαιμονιακές υποκριτικές ποιότητες του Νίκου Καρδώνη -αντίστοιχα εμβληματικού ηθοποιού από την ομάδα- στον οποίον θα αναθέσει, εκτός από τον ρόλο του Κινέζου αυτοκράτορα και τον μικρό ρόλο του Τιμούρ έκπτωτου Βασιλιά του Αστραχάν. Ρόλος καθοριστικός στην ύφανση της δραματουργίας του και των συνεκδοχών της, αφού παραπέμπει σκηνικά στον ρόλο του Χαμ από το «Τέλος του Παιχνιδιού» του Μπέκετ.

    Τυφλός και αυτός, όπως ο Χαμ. Στη θέση του αναπηρικού αμαξιδίου του μπεκετικού ήρωα, θα τον κουβαλάει στην πλάτη του ο Βαρούχ, ως άλλος Κλοβ, υπηρέτης του Χαμ. Και τον μπεκετικό εγκλωβισμό στο κλειστοφοβικό δωμάτιο, θα τον αποδώσει κλείνοντάς τους στο διάφανο κουτί-φυλακή που έχει φιλοτεχνήσει η Ελένη Μανωλοπούλου. Ο Τιμούρ, όπως και ο Χαμ είναι αυταρχικός και εγωιστής από την εξουσία, τον πλούτο και τη δύναμη που πλέον έχει απολέσει. Σύνδεση ασυνήθιστη αλλά απολύτως εύστοχη δραματουργικά αφού, όπως θα υποστηρίξει η Edith Kern ότι μπορεί κάποιος «να δει το θέατρο του Μπέκετ -και ιδίως “το τέλος του παιχνιδιού” ως μέρος της παράδοσης της Commedia dell’Arte».

    Πάνω σε αυτό το εμπνευσμένο δραματουργικό υπόβαθρο που αποτελεί δική του έμπνευση, ο Στάθης Λιβαθινός θα συνθέσει ένα εκλεπτυσμένο παραστασιακό καμβά. Θα απαλλάξει το έργο από την πομπώδη σκηνική μεγαλοστομία που του επέβαλλε η επίκτητη μπαρόκ ενδυμασία του εξαιτίας της οπερατικής προβεβλημένης εκδοχής του. Και  θα αποκαλύψει αλώβητη και πάμφωτη τη ροκοκό αισθητική του πρωτογενούς υλικού: αιθέριες, λεπτές, χαριτωμένες σκηνικές εκφάνσεις. Αίσθηση παιγνιώδους ερωτοτροπίας. Διάσπαρτο φως. Έντονος εξωτισμός. Λεπταίσθητες και λεπτοδουλεμένες σκηνικές εκφάνσεις.

    Συντελεστές

    Σκηνικά – Κοστούμια: Πιστοί στο εύστοχο σκηνοθετικό όραμα η Ελένη Μανωλοπούλου (σκηνικά-κοστούμια) και ο Αλέκος Αναστασίου (φωτισμοί) θα δημιουργήσουν ένα έξοχο, λιτό, υπαινικτικό σκηνικό σύμπαν το οποίο περισσότερο παραπέμπει σε εγγενή στοιχεία του έργου (ροκοκό, εξωτισμός κ.λ.π) παρά τα αναπαριστά. Έξοχο σκηνικό σημείο αναφοράς η διάφανη προθήκη-εθελούσια φυλακή της Τουραντό.

    Η ευφρόσυνη μουσική του Μιχάλη Κωτσόγιαννη (ο οποίος παίζει και μουσική επί σκηνής) ενισχύει εύστοχα τη σκηνοθετική γραμμή-ύμνο στην τέχνη του θεάτρου.
    Ειδική μνεία στον Κωνσταντίνο Κολιούση (σχεδιασμός κομμώσεων – περούκες) και στην Olga Faleichyk  (σχεδιασμός μακιγιάζ) η συνεισφορά τους στο σκηνικό αποτέλεσμα είναι και ουσιαστική και συγκινητική.

    Ερμηνείες

    Οι ερμηνευτικές καταθέσεις των Ειρήνης Λαφαζάνη (Ζελίμα, σκλάβα της Τουραντό) και Βαλέριας Δημητριάδου, (Αδέλμα, έκπτωτη πριγκίπισσα, σκλάβα της Τουραντό ερωτευμένη με τον Καλάφ) άχρωμες και χωρίς προσωπικό στίγμα, εξαντλούνται σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να ακολουθήσουν τον ρυθμό της παράστασης.

    Ο Φοίβος Μαρκιανός (υπηρέτης του έκπτωτου πρίγκιπα) αναλώνεται σε μια εξωτερική ερμηνεία.

    Ο Ταρτάλια του Βασίλη Ανδρέου, ο Πανταλόνε του Άρη Τρουπάκη (που έχουν ενσωματώσει και το δραματουργικό υλικό του Μπριγκέλλα) και ο Τρουφαλδίνο της Μαρίας Σαββίδου είναι έξοχοι. Η σκηνική τους συνύπαρξη είναι απολαυστική. Ο τρόπος που ο ένας διεισδύει στο υποκριτικό ιδίωμα του συμπαίχτη του είναι εντυπωσιακός.

    Ο Νίκος Καρδώνης, ο χαρισματικός αυτός ηθοποιός, είναι  απολαυστικός στον ρόλο του Κινέζου Αυτοκράτορα. Ρυθμός, σκηνικό χιούμορ, ευθύβολη ερμηνεία. Και, έξοχα συμβολικός στον ρόλο του Τιμούρ.

    Μια μεστή, γενναιόδωρη, διαυγή υποκριτική κατάθεση μας επιφυλάσσει ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος στον ρόλο του έκπτωτου πρίγκηπα Καλάφ. Ο ξένος, ο εκδιωχθείς, ο πλάνητας, ο ηττημένος, αποδεικνύεται ένας ακλόνητος πόλος υψηλής ηθικής υπόστασης και φορέας ενός ανόθευτου αισθήματος και μιας άτρωτης πίστης στην Αγάπη που καμία βία ή απειλή δεν μπορεί να αναχαιτίσει. Καμιά άρνηση δεν μπορεί να κλονίσει. Αυτός, ο άπατρις, ο ξεριζωμένος είναι λιγότερο εξόριστος και εκδιωχθείς από ότι η βίαιη, μοναχική, οργισμένη πριγκίπισσα.

    Ο ανατρεπτικός και ευφάνταστος τρόπος που ο σκηνοθέτης δίδαξε τον ρόλο της Τουραντό στη νέα ηθοποιό Πολυξένη Παπακωνσταντίνου -η οποία ανταποκρίθηκε θαυμάσια- είναι ίσως από τα πιο ενδιαφέροντα και ξεχωριστά στοιχεία του παραστασιακού εγχειρήματος. Θα δημιουργήσει ένα παράξενο, εξωανθρώπινο πλάσμα, μοναχικό και αποσυνάγωγο που η σφοδρότητα των πράξεών της δεν πηγάζει τόσο από σκληρότητα, αλλά από φόβο. Τον φόβο της σύνδεσης με το Άλλο. Τον φόβο της ματαίωσης των συναισθημάτων της. Το εύρημα της «ελεύθερης» Τουραντό που αυτοεγκλωβίζεται στη διάφανη φυλακή της-προθήκη όπου γίνεται αντικείμενο παρατήρησης του έξω κόσμου πλάσματος και που απελευθερώνεται μόνο όταν αγαπήσει, είναι από τα πιο συγκινητικά του έργου. Υπέροχο εύρημα επίσης η μεταστροφή της. Όπου από ένα σημείο σταματά να αναζητά το όνομα του ξένου πρίγκηπα που την αγαπά για να τον νικήσει, αλλά για να μάθει ποιος την αγαπά, ταυτίζοντας το όνομά του με τον έρωτα και όχι με τη νίκη.

    …Συνοψίζοντας

    Μια ευφρόσυνη, λεπταίσθητη, δουλεμένη στην κάθε της λεπτομέρεια σκηνική δημιουργία. Ένας ύμνος στην τέχνη του θεάτρου και σε όσους σχετίζονται με αυτήν. Ατμόσφαιρα παραμυθιού, τρυφερό χιούμορ, σκηνική γλυκύτητα αλλά και ένας έξοχα εμπνευσμένος δραματουργικός καμβάς. Μια παράσταση που το δομικό της ιδίωμα ακουμπά στην commedia dell’ arte.

    Η σκηνική χρήση του αλλόκοτου, του παράδοξου αλλά και του σαγηνευτικού και μιας ιδιότυπης φαντασίας που κρύβει μεταφυσικές προεκτάσεις, όπως και η υπερβατική τρυφερότητά του δημιουργούν ένα συναρπαστικό σκηνικό αφήγημα. Το λεπταίσθητο κωμικό ιδίωμα, η διάχυτη υφέρπουσα απειλή, η διεισδυτική ματιά που καλύπτεται από το πέπλο του μύθου, και ο γοητευτικός εξωτισμός του, το καθιστούν ένα έξοχο σκηνικό ποιητικό γεγονός.

    12.03.2025, Κουτσιλαίου Ελένη «Τουραντότ του Κάρλο Γκότσι: Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού για τη συμπλήρωση 25 χρόνων της ομάδας του – Υμνώντας την τέχνη του θεάτρου», elculture.gr

    Για το link πατήστε εδώ

  • Το παραμυθόδραμα με τη μαεστρία Λιβαθινού

    Ερωτες μυστικοί και φανεροί και μπερδέματα, αναποδιές και συμπτώσεις συνθέτουν το σκηνικό της παραμυθένιας ρομαντικής φάρσας του Γκότσι με ιταλικές ρίζες και άρωμα… κινεζικό.

    Εχει πολλούς λόγους να χαίρεται και να γιορτάζει ο σκηνοθέτης -και προσφάτως ακαδημαϊκός- Στάθης Λιβαθινός, την πολύχρονη παρουσία του στο ελληνικό θέατρο. Και σαν κέρασμα σε αυτή τη γιορτή επέλεξε για φέτος να προσφέρει στο κοινό μια ακόμη επίδειξη της δεξιοτεχνίας του στο ανέβασμα ενός απλού στη σύλληψη μα εξαιρετικά απαιτητικού στην παρουσίασή του έργου. Η παραμυθένια «Τουραντό» μοιάζει με τις περίπλοκες μηχανικές κατασκευές του 18ου αιώνα, της φινέτσας, της λεπτότητας και ακρίβειας στους χειρισμούς, που ήταν σε θέση να δημιουργήσουν μαγικές εντυπώσεις στους θεατές της εποχής τους. Είναι έργο εντυπώσεων, κοντά αισθητικά στο ροκοκό, φτιαγμένο όχι για άλλο λόγο, παρά για να εντυπωσιάσει με τη μαστοριά και την εικόνα του.

    Η αλήθεια είναι πως για πολλούς σήμερα ο συγγραφέας της «Τουραντό», ο Κάρλο Γκότσι, αποτελεί μάλλον «τον κύριο δίπλα» στον Γκολντόνι. Μα ποιος μπόρεσε ποτέ να τα βάλει με τις βουλές της Ιστορίας; Στην πραγματικότητα, ο Γκότσι ήταν στην εποχή του το ίδιο αν όχι σημαντικότερος του συναδέλφου του, με τη διαφορά ότι αυτός έκανε άλλες επιλογές από εκείνον: Ο Γκότσι ζητούσε από την ιταλική κωμωδία να σταθεί στις ρίζες της, ώστε να λάβει χυμούς από τη ζωντανή «ιταλική» πηγή της: την κομέντια ντελ άρτε. Αντίθετα, ο Γκολντόνι της ζήτησε να προχωρήσει μπροστά στο μονοπάτι του Μολιέρου, για να υψώσει το παλκοσένικό της ως το ύψος του καθημερινού ανθρώπου. Τα υπόλοιπα είναι, όπως ξέρουμε, Ιστορία.

    Μα από τα έργα του Γκότσι, να τουλάχιστον ένα, η «Τουραντό», που του χάρισε την πολυπόθητη αναφορά στις σελίδες του μέλλοντος. Κάποιο δικό του παραμυθόδραμα, ανασυρμένο από τη συλλογή του Croix, πλασμένο με στοιχεία της κομέντια, έφτασε γρήγορα στα χέρια του μέγα Σίλερ κι από εκεί στο γερμανικό κοινό. Και κάπως έτσι η «Τουραντό» γνώρισε τη δόξα, ειδικά όταν τοποθετήθηκε στο περιβάλλον για το οποίο εξαρχής ίσως ήταν προορισμένη: στον ονειρικό κόσμο της Οπερας.

    Αφηγείται μια ιστορία μακρινή και παλιά, «παλιά» από την άποψη πως αφορά μια «προ-αποικιοκρατική» Ευρώπη. Τότε που το ταξίδι σε μακρινά μέρη έφερνε στον νου νέους κόσμους, πρωτόγνωρα αισθήματα και τη βαθιά επιθυμία για επαφή με ό,τι ανοίκειο. Αυτός είναι ο κόσμος της Τουραντό, της Κινέζας πριγκίπισσας που θέλει να αποφύγει τον γάμο, έχοντας μάλιστα βρει έναν «βάρβαρο» τρόπο για να απορρίπτει τα προξενιά που της στέλνουν: θέτει στους υποψήφιους μνηστήρες δυσεπίλυτα αινίγματα… Και, όπως είναι γραμμένο, όταν κάποιος λανθάνει στις ερωτήσεις της Κινέζας αυτής Σφίγγας, τον περιμένει ο θάνατος…

    Αλλά ας μην ανησυχούμε διόλου! Ιδού που καταφθάνει στο βασίλειο ο αντίστοιχος Οιδίποδας του παραμυθιού, ο γοητευτικός Τάταρος Καλάφ, με τη μορφή εκπεσόντος πρίγκιπα, ο οποίος φέρει την ανωτερότητα ιππότη στη θωριά και τη λεπτότητα ευγενή στους τρόπους. Αυτός είναι που θα καταφέρει και τα αινίγματα να λύσει κι άλλα με τη σειρά του να θέσει και να κατακτήσει στο τέλος όχι μόνο τον νου αλλά και την καρδιά της πριγκίπισσας… Διάφορα άλλα πρόσωπα -κάποια από τα οποία εξακτινωμένα από τις βενετσιάνικες πλατείες στις κινεζικές αυλές- κι άλλοι έρωτες μυστικοί και φανεροί και μπερδέματα, αναποδιές και συμπτώσεις συνθέτουν το σκηνικό της παραμυθένιας ρομαντικής φάρσας του Γκότσι. Εχοντας βέβαια στο κέντρο τον Ερωτα, τον κάπως μπερδεμένο στην αρχή και εκτός των οικείων υδάτων, μα τον τελικά πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρούντα.

    Είναι μια όμορφη και διασκεδαστική ιστορία -και σήμερα ο διασκεδαστικός χαρακτήρας της ακουμπά το ελαφρύ του χέρι πάνω μας παρηγορητικά. Μόνο που το παραμύθι της «Τουραντό» διόλου δεν σημαίνει αφέλεια. Σημαίνει μάλλον ισορροπία μεταξύ σκηνής και πλατείας, μεταξύ ενός και άλλου προσωπείου, μεταξύ γέλιου και μελαγχολίας. Η Τουραντό μάλιστα διαβάζεται σήμερα σαν γυναίκα που παλεύει για την αυτοδιάθεσή της, σήμερα αντιλαμβανόμαστε στην εικόνα της στοιχεία μιας δύναμης που ίσως κάποτε να μην μας ήταν τόσο ορατά.
    Δίνει από την άλλη, όπως είπαμε, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για επίδειξη δεξιοτεχνίας του σκηνοθέτη στη σύνθεση. Εδώ μάλιστα συμβαίνει το εξής: τα 25 χρόνια από την ίδρυση της ομάδας του έφερε στη σκηνή ξανά παλιότερους συνεργάτες του σε αγαστή συνεργασία με νεότερους συναδέλφους τους. Και αυτό είναι που μεγεθύνει την αίσθηση της βιρτουοζιτέ, του επαγγελματισμού, της μετάδοσης της εμπειρίας με την ώσμωση μεταξύ γενεών.

    Το βασικό όπλο της παράστασης αφορά ασφαλώς τη μετάφραση του Στρατή Πασχάλη, την έμμετρη και ρυθμική, τη χαρίεσσα και παιχνιδιάρικη, την μπριόζα στον κοντό στίχο της -που κάνει τον νου να γυρνάει στο σεξπιρικό εκείνο επίτευγμα των ίδιων πάνω κάτω συντελεστών, σκηνοθέτη και μεταφραστή, στην πάλαι ποτέ Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, με το «Αγάπης, Αγώνας, Αγονος».

    Επειτα είναι η ίδια η σκηνή της Κεφαλληνίας που ακουμπά σχεδόν στους θεατές της. Εδώ η Ελένη Μανωλοπούλου έστησε ένα πληθωρικό σκηνικό με την πλατφόρμα του κινεζικού θεάτρου, τα νούφαρα στη μέση, τη διαφάνεια των βουνοσειρών παραπίσω (απ’ όπου ακούγεται ο μουσικός Μιχάλης Κωτσόγιαννης και τα ωραία τραγούδια του) και στη μια άκρη τις νεκροκεφαλές των μνηστήρων να θυμίζουν το σκοτεινό πηγάδι του παραμυθιού. Αυτή η υλοποίηση κάνει τους ηθοποιούς να ακροβατούν στο χείλος της πλατείας, με κίνδυνο το κάθε άλμα να τους φέρει εκτός σκηνής. Η παράσταση αποκτά έτσι τον χαρακτήρα ακροβατικού, τη σωματική έκρηξη που συμβαίνει σε κλειστό και στενό χώρο.

    Το άλλο που προσέφερε η Μανωλοπούλου είναι το κουστούμια της. Τα οποία μάλιστα, λόγω της εγγύτητας που προαναφέραμε, μπορούμε να τα χαρούμε από κοντά, σε όλες τις κεντητές και χρυσοποίκιλτες λεπτομέρειές τους. Κοστούμια που υπερβαίνουν τον μέσο όρο της λιτοδίαιτης θεατρικής μας συνήθειας και φτάνουν στο μεγαλείο της Οπερας. Συνεργός σε αυτό και ο θαυμάσιος φωτισμός του χώρου από τον Αλέκο Αναστασίου.

    Εδώ ανήκει βέβαια και το εικαστικό μέρος της παράστασης στο οποίο επίσης οφείλουμε να σταθούμε. Περιλαμβάνει ένα γυάλινο κουτί, εντός του οποίου στέκει το «έκθεμα» της Τουραντό, έτοιμο να υποδεχθεί το αδιάκριτο, προσβλητικό βλέμμα μας πάνω της. Σε αυτό το κελί της ηδονοβλεπτικής προσέγγισης της θηλυκότητας, η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου γίνεται στην ουσία η φυλακισμένη των κοινωνικών προσδοκιών μιας ηρωίδας που έχει επιλέξει να μετατρέψει την αόρατη φυλακή της σε εσωτερική εξορία. Είναι όμως τα αόρατα χαρίσματά της -όπως η ευφυΐα της- εκείνα που την καθιστούν γοητευτική, ξεχωριστή και τόσο επικίνδυνη. Ο Καλάφ του Βασίλη Ζαφειρόπουλου έρχεται από μακριά για να φέρει την ευγένεια του αρχικού βασιλικού οίκου αλλά και της πτώσης του. Ο ηθοποιός έχει την εκρηκτικότητα της ηλικίας του, που στο θέατρο, όταν αναβλύζει, γονιμοποιεί. Ο Νίκος Καρδώνης επιδίδεται σε ρεσιτάλ μεταμόρφωσης, άλλοτε σαν αυτοκράτορας πατέρας της Τουραντό κι άλλοτε σαν ξεπεσμένος πατέρας του Καλάφ. Κι η μεταμόρφωσή του αυτή δεν είναι μόνο εξωτερική, αλλά εσωτερική και πηγαία. Στέρεος συνεργάτης του Καλάφ, ο Βαράχ του Φοίβου Μαρκιανού, η Μαρία Σαββίδου εμπλέκει στο ίδιο σώμα την «αστή» Σκιρίνα με τον σκηνικό δαίμονα της κομέντια. Εξαιρετικό δίδυμο ο Πανταλόνε του Αρη Τρουπάκη και ο Ταρτάλια του Βασίλη Ανδρέου κι οι δύο προερχόμενοι από το θέατρο όπου η μάσκα επικρατεί του ρόλου. Δίπλα σε αυτούς και άλλοι νεότεροι: Η Βαλέρια Δημητριάδου, ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος, η Ειρήνη Λαφαζάνη, ο Φοίβος Μαρκιανός, η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου. Δημιουργούν μια ομάδα και έναν θίασο, ένα σύνολο δηλαδή καλλιτεχνών, που τελεί υπό Διόνυσον.

    Ειδική αναφορά τέλος στο πρόγραμμα της παράστασης, την ολοένα και σπανιότερη πλέον εκδήλωση μιας καλλιτεχνικής προσπάθειας που ολοκληρώνεται με την μετάφραση του Στρατή Πασχάλη και το κατατοπιστικό επίμετρο της καθηγήτριας θεατρολογίας Ελίνας Νταρακλίτσα για το θέατρο του Γκότσι και την εποχή του.

    10.03.25, Ιωαννίδης Γρηγόρης «Το παραμυθόδραμα με τη μαεστρία Λιβαθινού», Η Εφημερίδα των Συντακτών

     

    Για το link πατήστε εδώ

     

     

     

     

     

     

     

  • Τουραντό: Μια παιγνιώδης, ευχάριστη, υψηλής αισθητικής παράσταση

    Απολαυστική σκηνοθεσία, με επιτυχημένο μείγμα στοιχείων από chinoiserie και Commedia dell’arte

    Κριτική για την παράσταση «Τουραντό» του Κάρλο Γκότσι που σκηνοθετεί ο Στάθης Λιβαθινός στο Θέατρο οδού Κεφαλληνίας

    Ο Βενετσιάνος Κάρλο Γκότσι (1720-1806) υπήρξε ένας σημαντικός θεατρικός συγγραφέας, ανταγωνιστής και σε συνεχή διαμάχη με τον Κάρλο Γκολντόνι, καθώς υπήρξε φανατικός υπέρμαχος της Commedia dell’arte και των αυτοσχεδιασμών με μάσκες, κάτι που ο Γκολντόνι έτεινε να εγκαταλείψει. Ωστόσο, και ο ίδιος, αργότερα, θα επιδοθεί στη συγγραφή έμμετρων έργων, αφήνοντας έτσι λιγότερα περιθώρια για τους αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών του.

    Μεταξύ των έμμετρων αυτών έργων του συγκαταλέγεται και η περίφημη «Τουραντό» (1762), η οποία αργότερα θα εμπνεύσει πολλούς συγγραφείς, από τον Σίλερ ως τον Μπρεχτ, αλλά και η ιστορία της, με τις ανάλογες παραλλαγές, θα γίνει διάσημη με την ομώνυμη όπερα του Πουτσίνι.

    Η «Τουραντό» είναι εμπνευσμένη από έναν περσικό μύθο που ο Γάλλος συλλέκτης ανατολικών μύθων François Pétis de la Croix συμπεριέλαβε στη συλλογή του «Χίλιες και μία ημέρες» (γύρω στο 1710), αν και μια παραλλαγή του συναντάται και στην 845η νύχτα του «Χίλιες και μία νύχτες». Πρόκειται για την ιστορία μιας πανέμορφης πριγκίπισσας, κόρης του αυτοκράτορα της Κίνας Αλτούμ, η οποία μισεί τους άντρες, λόγω της κακοποίησης που υπέστη κάποτε μια προγονός της. Στις πιέσεις του πατέρα της να παντρευτεί, εφευρίσκει ένα τέχνασμα: θα παντρευτεί εκείνον τον πρίγκιπα που θα απαντήσει σωστά σε τρεις ερωτήσεις της, αλλιώς θα αποκεφαλιστεί. Ουδείς το καταφέρνει και η σκληρότητά της οδηγεί σε θάνατο πολλούς πρίγκιπες.

    Ο πρίγκιπας Καλάφ, γιος του έκπτωτου Τα(ρ)τάρου βασιλιά Τιμούρ, φτάνει κρυφά στο Πεκίνο, όπου συναντά τον χαμένο αρχιθαλαμηπόλο του Μπαράκ, ο οποίος, κρύβοντας την ταυτότητά του και με το όνομα Χασάν, έχει παντρευτεί τη Σκιρινά, μητέρα της Ζελιμά, σκλάβας της Τουραντό. Μια δεύτερη σκλάβα της Τουραντό είναι η Αντελμά, πριγκίπισσα των Τατάρων, ερωτευμένη με τον Καλάφ, η οποία, όταν θα τον αναγνωρίσει, θα επινοήσει τεχνάσματα για τον κερδίσει. Στο μεταξύ, με την ταυτότητά του κρυφή, ο Καλάφ αντικρίζει την Τουραντό, την ερωτεύεται και, παρά τις αντιρρήσεις του Χασάν, δηλώνει υποψήφιος μνηστήρας της, που θα υποβληθεί στη δοκιμασία της πριγκίπισσας. Ο αυτοκράτορας πατέρας της τον συμπαθεί και μαζί με τους αξιωματούχους του, Πανταλόνε και Μπριγκέλα, προσπαθεί να τον αποτρέψει. Ωστόσο, ο Καλάφ επιμένει, ενώ στο μεταξύ θα πληροφορηθεί ότι και ο κατατρεγμένος πατέρας του βρίσκεται στο Πεκίνο, γεγονός που αργότερα θα εκμεταλλευτεί η σκληρή πριγκίπισσα προκειμένου να μάθει την πραγματική του ταυτότητα, υποβοηθούμενη και από τον αρχιευνούχο της, τον Τρουφαλντίνο.

    Το παραμυθόδραμα του Γκότσι, ένα μείγμα chinoiserie και Commedia dell’arte, θα δώσει την ευκαιρία στον Στάθη Λιβαθινό να σκηνοθετήσει το έργο απολαυστικά, με επιτυχημένη μείξη στοιχείων από τους δύο πολιτισμούς, χωρίς ωστόσο να προσπαθεί να μιμηθεί κανέναν από τους δύο. Έχοντας στα χέρια του τη διασκευή του έργου σε υπέροχη έμμετρη απόδοση του Στρατή Πασχάλη, προχωρά ο ίδιος στη δραματουργική επεξεργασία και μετατρέπει τη σκηνή σε έναν μαγικό τόπο παραμυθιού.

    Η Ελένη Μανωλοπούλου δημιουργεί εντός του μικρού σκηνικού χώρου όλα τα στοιχεία εκείνα που μεταφορικά ή μετωνυμικά παραπέμπουν στον κινεζικό τόπο. Ένας κόκκινος διάδρομος σε σχήμα Π, όπου κυρίως κινούνται οι ηθοποιοί, χωρίζει τη σκηνή από την σε αντίστοιχο σχήμα πλατεία. Το κέντρο της κατασκευής, ως εικαστική κινεζική αναφορά, καλύπτεται από μια υποτιθέμενη λίμνη με νούφαρα, ενώ στο βάθος αχνοφαίνονται, βυθισμένες στο γαλάζιο ημίφως, οι χαρακτηριστικές κορυφές βουνών, που ανάμεσά τους κρύβουν επιτήδεια τον επί σκηνής μουσικό της παράστασης Μιχάλη Κωτσογιάννη.

    Αν στη μια άκρη της σκηνής ένας πάσσαλος με κρανία αποτυχόντων να απαντήσουν στα ερωτήματα της Τουραντό πριγκίπων υπενθυμίζει τη σκληρότητά της, εκείνο που δεσπόζει στην άλλη άκρη του κόκκινου διαδρόμου, με δυνατότητα να εφάπτεται σε αυτόν, είναι ένα μεγάλο γυάλινο κλουβί, που μέσα του, ήδη με την άφιξη των θεατών, κινείται ή κάθεται μια ολόλευκη αέρινη μορφή, προσωποποίηση της αγνότητας, που δεν είναι άλλη από την Τουραντό. Ντυμένη με λευκό διάφανο φόρεμα, φέρει επίσης ολόλευκο μακιγιάζ σε όλο το πρόσωπο, που φτάνει ως τη μέση των μαλλιών της, δίνοντάς της εικόνα εξωτικής όσο και δυσοίωνης ομορφιάς.

    Η δουλειά της Ελένης Μανωλοπούλου είναι αξιοπρόσεκτη και στα κοστούμια όλων των προσώπων, τόσο σ’ εκείνα που παραπέμπουν σε κινεζικά όσο και στα διαφοροποιημένα των Τατάρων, αλλά κι εκείνα των αξιωματούχων Πανταλόνε και Μπριγκέλα, τα οποία εμφανώς παραπέμπουν στην ιταλική Commedia. Ένας ευχάριστος όσο και απόλυτα επιτυχημένος στις άμεσες ή έμμεσες αναφορές του ενδυματολογικός διαπολιτισμικός διάλογος.

    Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάδειξη του σκηνικού, δημιουργώντας σε έναν μικρό χώρο διαβαθμίσεις προοπτικής αλλά και ανάδειξης προσώπων και δράσεων. Η μουσική του Μιχάλη Κωτσογιάννη συνοδεύει με υβριδικούς πολιτισμικούς ήχους όλη την παράσταση αλλά και τα τραγούδια που ερμηνεύουν οι ηθοποιοί.

    Η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου δημιουργεί την αμφίσημη περσόνα της ανηλεούς, πανέμορφης Τουραντό με πειθώ, καθώς συνδυάζει το αέρινο της παρουσίας της με τον αποφασιστικό, καθαρό λόγο της και το διφορούμενο αφοπλιστικό χαμόγελό της. Ο ερωτευμένος Καλάφ ερμηνεύεται από τον πολλά υποσχόμενο, δυναμικό και ευέλικτο στην κίνηση νεαρό Βασίλη Ζαφειρόπουλο, ενώ ο σύντροφός του Χασάν από τον πληθωρικό Φοίβο Μαρκιανό. Η Ειρήνη Λαφαζάνη υποδύεται την πιστή σκλάβα της Τουραντό, Ζελιμά, με αρμονία κίνησης, ενώ τον ευτράπελο τόνο δίνει η πληθωρική Μαρία Σαββίδου, τόσο ως μητέρα της όσο και ως πανούργος Τρουφαλντίνο, ακυρώνοντας τη θεατρική σύμβαση, καθώς αλλάζει ρόλο επί σκηνής, κάνοντας το σχετικό σχόλιο.

    Η Βαλέρια Δημητριάδου, ως η ερωτευμένη με τον Καλάφ πριγκίπισσα και νυν σκλάβα της Τουραντό Αντελμά, πέρα από τη συνολική της ωραία παρουσία διαθέτει και πολύ ωραία φωνή στα τραγούδια, ειδικά συνδυαζόμενη με το δίδυμο Πανταλόνε και Μπριγκέλα, με τις εξαιρετικές φωνές των Άρη Τρουπάκη και Βασίλη Ανδρέου, οι οποίοι παραπέμπουν με απολαυστικό τρόπο στις τεχνικές της Commedia dell’arte, δημιουργώντας πικάντικες νότες στην πορεία της ιστορίας

    Πρόκειται για ένα άριστα δουλεμένο σύνολο ηθοποιών, στην κορυφή των οποίων στέκεται η μαγική ερμηνεία του Νίκου Καρδώνη ως αυτοκράτορα της Κίνας Αλτούμ, πατέρα της Τουραντό (αλλά και στον ρόλο του έκπτωτου κατατρεγμένου Τατάρου βασιλιά Τιμούρ, πατέρα του Καλάφ). Ο Καρδώνης δίνει ένα ακόμη προσωπικό ερμηνευτικό ρεσιτάλ, καθώς πίσω από την κινεζική του αμφίεση, που τον κάνει σχεδόν αγνώριστο, αναπτύσσει όλη την άψογη τεχνική του, κωμική όσο και δραματική, με τις στάσεις του σώματος, τις επιτηδευμένες κινήσεις, την ένρινη εκφορά του λόγου του.

    Ο Στάθης Λιβαθινός πήρε τον αυθεντικό μύθο του Γκότσι και, με τη βοήθεια του σημαντικού ρόλου που έπαιξε η καίρια έμμετρη μετάφραση του Στρατή Πασχάλη, δημιουργεί, σε συνέργεια με τους λοιπούς παλαιότερους και νέους συνεργάτες του, μια παιγνιώδη, ευχάριστη, υψηλής αισθητικής παράσταση.

    06.03.2025, Τσατσούλης Δημήτρης «Τουραντό: Μια παιγνιώδης, ευχάριστη, υψηλής αισθητικής παράσταση», Athens Voice

     

    Για το link πατήστε εδώ

     

  • «Τουραντό», Κ. Γκότσι, Στ. Λιβαθινός: γοητευτικό θεατρικό παραμύθι (της Όλγας Σελλά)

    Έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από τότε που ο Ιταλός κωμωδιογράφος και ποιητής Κάρλο Γκότσι (1720-1806) έγραψε την «Τουραντό», ένα από τα δέκα παραμυθοδράματα που παρουσίασε, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού και της κόντρας του με τον Γκολντόνι. Πρωτοπαρουσιάστηκε το 1762. Την ίδια χρονιά το μεταφράζει στα γερμανικά ο Schiller και σ’ αυτή τη μετάφραση στηρίχτηκε το λιμπρέτο που γράφτηκε για την ομώνυμη όπερα που μελοποίησε ο Τζιάκομο Πουτσίνι. Η σκηνική της εκδοχή ως όπερα είναι πολύ πιο συχνή απ’ ό,τι ως πρόζα.

    Η ιστορία της είναι βασισμένη σ’ έναν κινέζικο θρύλο. Σ’ αυτόν, μια πολύ όμορφη πριγκίπισσα, που μισούσε τους άντρες, για να αποφύγει την πίεση του πατέρας της να παντρευτεί, έχει σκεφτεί το εξής τέχνασμα: όλοι οι υποψήφιοι γαμπροί θα έπρεπε να λύσουν τρία δύσκολα αινίγματα. Αν αποτύγχαναν, έχαναν το κεφάλι τους. Υπήρχε όμως και μια άλλη λεπτομέρεια: οι υποψήφιοι έπρεπε να είναι οπωσδήποτε από πριγκιπική γενιά. Μια αλληγορική ιστορία, που γράφτηκε εξαρχής σε έμμετρο στίχο, και επικοινωνεί, ως τις μέρες μας, με πολλά απ’ όσα απασχολούν και τον 21ο αιώνα: τη γυναικεία αυτοδιάθεση, την υποδούλωση ανθρώπων και χωρών σε ισχυρούς, τη μετανάστευση και την αγωνιώδη προσπάθεια για επιβίωση πολλών ανθρώπων που αφήνουν τη ζωή τους και τη χώρα τους, όχι με δική τους επιλογή, τη δύναμη του έρωτα.

    Στην Ελλάδα, με τη μορφή της πρόζας για ενήλικες έχει παρασταθεί μόνο μια φορά. Το 1937 στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη με την Ελένη Παπαδάκη στο ρόλο της Τουραντό. Φέτος ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός το επιχειρεί για δεύτερη φορά, έχοντας στη διάθεσή του την έμμετρη μετάφραση και διασκευή ενός πολύ έμπειρου ανθρώπου, που γνωρίζει και τη ρίμα και το θέατρο: του Στρατή Πασχάλη. Και είναι αυτό το παραμύθι, που συνομιλεί μ’ έναν κινέζικο θρύλο, αλλά πολύ έντονα και με την Commedia dell’ arte, ο τρόπος να γιορτάσει την επέτειο των 25 χρόνων από την ίδρυση της δικής του θεατρικής ομάδας, με την οποία έχει παρουσιάσει πολλές από τις σημαντικές του σκηνοθεσίες.

    Και είναι όλοι στη σκηνή του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας (Βασίλης Ανδρέου, Νίκος Καρδώνης, Μαρία Σαββίδου, Άρης Τρουπάκης) μαζί με νεότερους συνεργάτες του (Βαλέρια Δημητριάδου, Βασίλης Ζαφειρόπουλος, Ειρήνη Λαφαζάνη, Φοίβος Μαρκιανός, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου).

    Και η Ελένη Μανωλοπούλου (επίσης σταθερή του συνεργάτρια στα σκηνικά και στα κοστούμια), έχει στήσει ένα σκηνικό που θυμίζει κόμικ, αλλά και παραμύθι που έχει και τρόμο και χαρά. Από την είσοδο κιόλας, μας… υποδέχονται μερικές νεκροκεφαλές καρφωμένες στον τοίχο. Είναι όλοι οι υποψήφιοι σύζυγοι της Τουραντό, που δεν απάντησαν σωστά στα τρία αινίγματα. Η Τουραντό (Πολυξένη Παπακωνσταντίνου) στέκει, αγέρωχη, αυτάρκης και απρόσιτη σ’ ένα γυάλινο δωμάτιο. «Εάν πρίγκιπας κανείς/ θέλει να ‘ναι ο γαμπρός,/πρέπει υποχρεωτικώς/ να υποστεί δοκιμασία/ μπρος σε μια επιτροπή,/ όπου η άκαρδη κυρία/ θα μιλήσει και θα πει/ με το στόμα της τρεις γρίφους,/ δύσκολου, δυσνόητου ύφους./ Αν ο πρίγκιπας τους λύσει,/ το στεφάνι θα της βάλει,/ εάν όμως την πατήσει,/ θα του πάρουν το κεφάλι», είναι το διάταγμα που έχει υπογράψει θέλοντας και μη, ο Αλτούμ (Νίκος Καρδώνης), ο αυτοκράτορας πατέρας της Τουραντό, που καθόλου δεν συμφωνεί με τα καμώματα της κόρης του.

    Όμως τότε φτάνει στην πόλη της ο Καλάφ (Βασίλης Ζαφειρόπουλος), πριγκιπόπουλο ενός άλλου τόπου, που κατακτήθηκε. Ψάχνοντας την τύχη του φτάνει στην πόλη της Τουραντό κι εκεί βρίσκει τον Βαράχ (Φοίβος Μαρκιανός) έναν πατριώτη του, που τελικά τον βοηθά και του στέκεται πολύ. Ο Βαράχ έχει παντρευτεί, εκεί στη μακρινή Κίνα όπου έφτασε, την Σκιρίνα (Μαρία Σαββίδου) που έχει όμως κι άλλο πρόσωπο, εκτός από αυτού της πιστής και καλόβολης συζύγου που δείχνει. Ο Καλάφ έχει δει την Τουραντό και έχει γοητευτεί από την ομορφιά της και αποφασίζει να την διεκδικήσει.  Δίπλα στον αυτοκράτορα Αλτούμ στέκονται διαρκώς και σατιρίζουν τα πάντα οι αυλικοί και διασκεδαστές, ο Πανταλόνε και ο Ταρτάλια (Άρης Τρουπάκης και Βασίλης Ανδρέου), Ιταλοί φυσικά, που έρχονται απ’ ευθείας από την Commedia dell’arte και δημιουργούν οι δυο τους ένα απολαυστικό δίδυμο.

    Κι από αυτό το σημείο ξεκινούν μπερδέματα, παρεξηγήσεις, αγωνίες, φυλακίσεις, ίντριγκες, ανταγωνισμοί, παγίδες, εκβιασμοί και έρωτες. Ό,τι περιέχει το έργο του Κάρλο Γκότσι δηλαδή. Που ζωντανεύει επί σκηνής, με ρυθμό, με κέφι, με ακρίβεια, την παρτιτούρα της έμμετρης μετάφρασης του Στρατή Πασχάλη και σολίστ όλους τους ηθοποιούς αυτής της παράστασης, που κατάφεραν να κάνουν ένα παραμύθι του 18ου αιώνα μια ζωντανή και ανάλαφρη παράσταση, που αποτίει φόρο τιμής στις απαρχές του θεάτρου.

    Ο Νίκος Καρδώνης, ο Βασίλης Ανδρέου, η Μαρία Σαββίδου και ο Άρης Τρουπάκης έδειξαν, για άλλη μια φορά, ότι ξέρουν να λειτουργούν, να συντονίζονται, να αλληλοσυμπληρώνονται μοναδικά στη σκηνή. Και δίπλα τους όλοι οι νεότεροι συνεργάτες του Στάθη Λιβαθινού έκαναν τις δικές τους θαυμάσιες ερμηνείες (Βαλέρια Δημητριάδου, Βασίλης Ζαφειρόπουλος, Ειρήνη Λαφαζάνη, Φοίβος Μαρκιανός, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου –την έχουμε ξαναδεί σε παραστάσεις του Στάθη Λιβαθινού) και εντάχθηκαν απολύτως σε μια ομάδα ανθρώπων που συνεργάζεται εδώ και 25 χρόνια.

    Ολόκληρη η έμμετρη μετάφραση και η διασκευή του  Στρατή Πασχάλη κυκλοφορεί από την «ΚΑΠΑ Εκδοτική», και συνοδεύεται από ένα πολύ κατατοπιστικό επίμετρο της Ελίνας Νταρακλίτσα.

    04.03.2025, Σελλά Όλγα «Τουραντό, Κ. Γκότσι, Στ. Λιβαθινός: γοητευτικό θεατρικό παραμύθι (της Όλγας Σελλά)», www.oanagnostis.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου για την “Τουραντό” και τη συνεργασία της με τον Στάθη Λιβαθινό

    Η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου συνεργάζεται και πάλι με τον Στάθη Λιβαθινό, αναλαμβάνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο “Τουραντό – η γυναίκα που μισούσε τους άντρες” του Κάρλο Γκότσι, που παίζεται στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας. Με αφορμή την παράσταση μοιράζεται τις σκέψεις της για τη νέα αυτή πρόκληση, τη σχέση της με τον σκηνοθέτη, καθώς και για τον ρόλο που ενσαρκώνει σε ένα έργο γεμάτο συγκρούσεις και βαθιές συναισθηματικές αντιφάσεις.

    Πώς είναι για εσάς η εμπειρία του να συμμετέχετε στην ομάδα του Στάθη Λιβαθινού, που φέτος συμπληρώνει 25 χρόνια πορείας; Ως νέο μέλος, πώς βιώνετε την ένταξή σας σε έναν τόσο δεμένο θεατρικό πυρήνα;

    Είναι πολύ συγκινητικό. Υπάρχει μια φοβερή υποστήριξη προς τα νέα μέλη, καθώς τα παλαιότερα τα καθοδηγούν και τα βοηθούν. Είναι υπέροχο να παρατηρεί κανείς πώς δουλεύουν τη συγκέντρωσή τους, ο καθένας με τον δικό του, εντελώς διαφορετικό τρόπο. Θέλουν να σε κάνουν καλύτερο, και αυτό δεν είναι αυτονόητο. Είναι ένας πολύ στενός κύκλος, όπου υπάρχει φροντίδα από όλες τις πλευρές και με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Αυτή η καθοδήγηση που ανέφερα πριν δεν είναι απλώς θεατρική – είναι ουσιαστική, χωρίς όμως να γίνεται παρεμβατική. Είναι μια πολύ λεπτή ισορροπία. Σου δίνουν τον χώρο να εκτεθείς με την καλή έννοια, να δοκιμαστείς, να κάνεις λάθη, να αποτύχεις και να ξαναπροσπαθήσεις. Και όταν χρειαστείς στήριξη, όποιον από τους παλιούς κι αν προσεγγίσεις, θα είναι εκεί για σένα – και αυτό είναι φοβερό. Φυσικά, με τον δάσκαλό μας, Στάθη Λιβαθινό, η μέριμνα είναι ακόμα μεγαλύτερη.

    Υπήρξε κάτι συγκεκριμένο στη ματιά του Λιβαθινού που σας βοήθησε να δείτε καλύτερα τον ρόλο της Τουραντό;

    Ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος χειμώνας, και ο χρόνος των προβών ήταν ελάχιστος – κάναμε περίπου έναν μήνα και κάτι πρόβες. Ο Στάθης Λιβαθινός πάντα καθοδηγεί εκ των έσω. Σε βοηθάει να συνδεθείς, να καταλάβεις σταδιακά. Σου πετάει το “μπαλάκι” σε κάτι που ποτέ δεν περίμενες, και ξαφνικά αναρωτιέσαι πώς γίνεται. Δική σου δουλειά είναι να ενώσεις αυτά τα στοιχεία, να ψάξεις τον ενδιάμεσο χώρο και να προτείνεις και εσύ κάτι. Σου δείχνει τεράστια εμπιστοσύνη, τόσο ξαφνικά που κάποιες φορές δεν ξέρεις τι να την κάνεις – αλλά εκεί βρίσκεται η ουσία. Προσπαθεί να κινητοποιήσει, να ενεργοποιήσει τον ηθοποιό. Ένα στοιχείο που μου άρεσε ιδιαίτερα ήταν η συνεχής ενασχόληση με τα κείμενα. Διαβάζαμε πολύ, κάτι που θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό. Τα βιβλία μάς συντρόφευαν, διαβάζαμε ποίηση, ακούγαμε πολλή όπερα, ψάχναμε θεατρολογικά στοιχεία, ακόμη και τα πιο “στεγνά” γεγονότα. Αυτό είναι ένα από τα πιο δημιουργικά κομμάτια αυτής της ομάδας: ό,τι μας εμπνέει σε σχέση με το έργο, το φέρνουμε ως υλικό, το διαβάζουμε, το μοιραζόμαστε στην πρόβα. Και αυτό δεν το κάνει μόνο ο καθένας για τον εαυτό του – όλοι φέρνουν υλικό για όλους. Όταν κάποιος βρίσκει κάτι που αφορά έναν άλλο ρόλο, το μοιράζεται. Αυτό είναι φοβερό. Είναι μια διαδικασία ολόκληρη, από την πρώτη στιγμή της πρόβας μέχρι την τελευταία παράσταση.

    Και πώς βλέπετε την Τουραντό μέσα σε αυτό το πλαίσιο;

    Μου αρέσει πολύ που το έργο έχει τη μορφή παραμυθιού, σαν να μη φοβάται να μας οδηγήσει σε σκοτεινές πτυχές των πραγμάτων – σε όλα αυτά τα πάθη, αλλά και στην τρυφερότητα. Και νομίζω πως μέσα σε αυτό βρίσκεται και η Τουραντό. Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε νεαρή κοπέλα που γίνεται τρόπαιο για τους άλλους. Είναι κάτι πολύ αναγνωρίσιμο: μια νεαρή γυναίκα την οποία προσπαθούν να διεκδικήσουν με κάθε τρόπο. Εκείνη, όμως, εξαιτίας της ζωής της, αναγκάζεται να προτάξει αυτή τη σκληρότητα. Για την ίδια, είναι περισσότερο ζήτημα επιβίωσης. Νομίζω πως, όπως ο Καλάφ περιπλανάται χαμένος στον κόσμο, έτσι και εκείνη – αλλά μέσα σε ένα κλειστό κλουβί. Είναι εγκλωβισμένη. Κάνει μια εσωτερική περιπλάνηση, ψάχνοντας αυτό το “κάτι” που θα την συγκινήσει. Και το γεγονός ότι είναι ευθύς χαρακτήρας, νομίζω πως τελικά είναι ακόμα μεγαλύτερη ατυχία για εκείνη.

    Η Τουραντό αντιστέκεται στην επιβολή, θέλει να ζήσει τη ζωή που η ίδια επιλέγει. Πιστεύετε ότι αυτό είναι ένα διαχρονικό ζήτημα που αφορά και τις γυναίκες σήμερα;

    Οι γυναίκες πάντοτε διεκδικούν το δικαίωμα να επιλέγουν τον δικό τους δρόμο. Όμως, με διάφορους τρόπους, κάθε φορά κάτι επιβάλλεται πάνω τους. Μιλώντας από τη δική μου εμπειρία ως νεαρή κοπέλα, σίγουρα υπάρχει το ζήτημα της “ταμπέλας”. Είναι κάτι που δεν μου αρέσει καν να αναφέρω, γιατί δεν πιστεύω σε αυτό. Μόλις αποδεχτούμε ότι υπάρχουν ταμπέλες, αρχίζουμε να νιώθουμε και το βάρος τους. Παρ’ όλα αυτά, είναι πολύ εύκολο για κάποιον να προσπαθήσει να σε κατευθύνει, να σε κατατάξει κάπου, να σε ωθήσει σε έναν συγκεκριμένο δρόμο. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το ζήτημα της ευφυΐας της Τουραντό. Αντιστέκεται σε αυτό. Αντιστέκεται σθεναρά, με οποιοδήποτε κόστος. Είναι αποφασισμένη να το πάει μέχρι τέλους. Τη θεωρώ πολύ θαρραλέα και, με την καλή έννοια, θρασύτατη. Έχει αυτή τη στάση απέναντι στη ζωή: “Θα ζήσω ελεύθερη. Αυτή είναι η δική μου απόφαση”. Κι όμως, ακούγεται εξωφρενικό – το να θέλει να ζήσει ελεύθερη, το να μη βρεθεί υπό τον ζυγό ενός άντρα. Και αυτό είναι κάτι που εξακολουθεί να μας αφορά.

    Ψάχνοντας το ρόλο υπήρξε κάτι που σας δυσκόλεψε;

    Δεν ξέρω αν έχω βρει απόλυτα την Τουραντό. Νομίζω πως είναι κάτι που διαμορφώνεται σταδιακά. Κάποιος είχε επισημάνει πρόσφατα ότι στις παραστάσεις με τον Στάθη Λιβαθινό, η πρεμιέρα δεν είναι το τέλος, δεν είναι απλώς η στιγμή που “δείχνουμε” κάτι – είναι η αρχή των πραγμάτων. Σίγουρα μαθαίνουμε και αλλάζουμε μέσα από τη διαδικασία, κατανοώντας καλύτερα τον ρόλο μας. Αυτό που με δυσκόλεψε ήταν ότι αρχικά την είχα στο μυαλό μου ως μια ποιήτρια βυθισμένη στη μοναξιά της, με έντονα ναρκισσιστικά στοιχεία. Δεν υπάρχει κάποιος ικανός να την προκαλέσει ώστε να αλλάξει. Αυτό το στοιχείο υπάρχει πολύ έντονα μέσα στο έργο, και δυσκολεύτηκα να το συνδέσω με την απόλυτη εξωτερική της σκληρότητα – ειδικά σε στιγμές που φτάνει στα βασανιστήρια. Καταλαβαίνω ότι ο πόνος και η μοναξιά την έχουν κάνει να νιώθει τρομακτικά μόνη. Δεν έχει κανέναν να στραφεί, αλλά ούτε και κάτι να της δώσει ελπίδα. Αυτό αναπόφευκτα δημιουργεί ένα σκληρό προσωπείο προς τα έξω. Δεν ήξερα, ωστόσο, πώς ακριβώς αυτά τα δύο συνδέονται. Στην παράσταση, δουλέψαμε βήμα-βήμα, κρίκο-κρίκο. Αφιερώσαμε μεγάλο μέρος στη μοναξιά της, γιατί η απόλυτη απομόνωση είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένα σκληρό πρόσωπο απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό. Οπότε, είναι φυσικό να γεννήσει και μια σκληρότητα απέναντι στους άλλους.

    Ποια είναι η ατμόσφαιρα και τα σκηνογραφικά στοιχεία που διαμορφώνουν τον κόσμο της Τουραντό;

    Υπάρχουν πολλά στοιχεία στην παράσταση. Υπάρχουν τα στοιχεία του παλατιού, επηρεασμένα από την Commedia dell’ Arte – οι ακόλουθοι του βασιλιά, του πατέρα της Τουραντό. Και μέσα από αυτόν τον κόσμο ξεπηδά ο Καλάφ, η ευγενική ψυχή. Στη σκηνή υπάρχει ο κόκκινος διάδρομος, που είναι ο διάδρομος του παλατιού με την κυριολεκτική του έννοια. Υπάρχει ο κεντρικός χώρος, λίγο πιο χαμηλά, ενώ ο εξωτερικός χώρος αποτελείται από διαδρόμους – τα πίσω μέρη του παλατιού. Υπάρχει, επίσης, ο χώρος του δωματίου, το κουβούκλιο, που μεταφέρεται μέσα στον κεντρικό χώρο. Η Ελένη Μανωλοπούλου έχει δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα σκοτεινού παραμυθιού, που αναδεικνύει αυτό το ακατόρθωτο. Στην παράσταση συμβαίνουν διάφορες συναντήσεις, όπως αυτή της Τουραντό και του Καλάφ, που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πού θα οδηγήσει. Νομίζουν πως εκείνος είναι απλώς ένας πρίγκιπας που θα λύσει τα αινίγματα και όλα θα εξελιχθούν αναμενόμενα. Όμως, υπάρχει μια άλλη, διαφορετική επικοινωνία μεταξύ τους. Εκείνος βλέπει κάτι άλλο σε εκείνη. Και εκείνη συγκινείται από αυτόν. Υπάρχει έντονα το στοιχείο της αναζήτησης της ταυτότητας: Ποιος είμαι; Ποιος είσαι εσύ; Ποια είμαι εγώ μέσα από τα δικά σου μάτια; Ο καθρέφτης. Η αντανάκλαση. Αυτή η υψηλή συνάντηση. Εμένα αυτό με συγκινεί πολύ.

    Η Τουραντό βρήκε τον πρίγκιπά της. Πιστεύετε στους πρίγκιπες;

    Δεν ξέρω αν η Τουραντό βρήκε τον πρίγκιπά της. Νομίζω πως αυτό που συμβαίνει είναι μια επικοινωνία, μια συνάντηση. Η αίσθηση ότι υπάρχει εκεί έξω ένας άνθρωπος που σε βλέπει. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Στη στιγμή της πραγματικής τους συνάντησης, που είναι στο τέλος του έργου, μπορεί να συμβεί οτιδήποτε. Θα ενωθούν; Δεν θα ενωθούν; Θα τσακώνονται; Θα ζήσουν μαζί ή όχι; Το σημαντικό είναι πως αυτοί οι δύο πόλοι ήρθαν κοντά. Οι δύο νέοι κουβαλούν τελείως διαφορετικές δυσκολίες και διαδρομές, αλλά μοιάζει σαν από κοινού να ανακαλύπτουν μια αθωότητα. Και αυτό είναι κάτι που σπανίζει στην εποχή μας: η αθώα ματιά. Ο Καλάφ είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Δεν είναι απλώς πρίγκιπας. Η ευγένειά του δεν προκύπτει από τον τίτλο του, αλλά από τον λόγο του, τις πράξεις του, την τόλμη του. Αυτά επιβεβαιώνουν διαρκώς ότι έχει μια ευγενική ψυχή. Και ναι, εγώ πιστεύω σε αυτό.

    Μπορείτε να μας παρουσιάσετε τους χαρακτήρες του έργου;

    Τον Καλάφ ερμηνεύει ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος, ο οποίος μόλις ολοκλήρωσε τη σχολή του και συμμετέχει για πρώτη φορά στην ομάδα μας. Είναι υπέροχος. Η Βαλέρια Δημητριάδου υποδύεται την Αντέλμα, μια πρώην πριγκίπισσα που έχει δεινοπαθήσει – και, κατά κάποιον τρόπο, εξαιτίας της Τουραντό. Ο αδελφός της είχε έρθει να αναμετρηθεί μαζί της, αλλά έχασε τη ζωή του στα αινίγματα. Ως αποτέλεσμα, η Αντέλμα έχασε το βασίλειό της και κατέληξε υπηρέτρια του Αυτοκράτορα, πατέρα της Τουραντό. Ο Βασίλης Ανδρέου μαζί με τον Άρη Τρουπάκη είναι ακόλουθοι του Αυτοκράτορα Άλτουμ που υποδύεται ο Νίκος Καρδώνης. Η Αντέλμα έχει μια πολύ συγκινητική γραμμή μέσα στο έργο, μια καίρια και προσωπική στιγμή. Δεν υπάρχουν “δεύτεροι” και “πρώτοι” ρόλοι σε αυτή την παράσταση. Επιπλέον, ο Νίκος Καρδώνης παίζει και τον Τιμούρ, τον πατέρα του Καλάφ. Το γεγονός ότι υποδύεται και τους δύο πατεράδες έχει μεγάλο ενδιαφέρον – σαν να υπάρχει μια βαθύτερη συγγένεια μεταξύ των χαρακτήρων, ένας κοινός τόπος.

    Η Ειρήνη Λαφαζάνη ερμηνεύει την Εζελίνα, μια γυναίκα από το Πεκίνο, η οποία βρίσκεται διαρκώς στο πλευρό της Τουραντό. Τη μητέρα της Τουραντό, τη Σκυρίνα, υποδύεται η Μαρία Σαββίδου. Ο λαός του Πεκίνου έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο μέσα στο έργο. Είναι μια φωνή που άλλοτε επιβιώνει και άλλοτε λειτουργεί ως καθρέφτης της Τουραντό. Η Μαρία Σαββίδου ερμηνεύει όχι μόνο τη Σκυρίνα, αλλά και τον Τρουφαλντίνο, τον ευνούχο και πειραχτήρι της αυλής. Ο Φοίβος Μαρκιανός υποδύεται τον Βαράχ Χασάν, έναν χαρακτήρα με ιδιαίτερη σημασία. Στο παρελθόν ήταν παιδαγωγός του Καλάφ στο βασίλειό του. Τώρα, στο Πεκίνο, έχει μια νέα ζωή στο πλευρό της Σκυρίνας ως Χασάν. Υπάρχει έντονο το παιχνίδι της μεταμφίεσης. Πολλοί χαρακτήρες δείχνουν κάτι άλλο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα και έχουν τον δικό τους, κρυφό σκοπό. Αυτό, όμως, τονίζει ακόμα περισσότερο την καθαρότητα και την ειλικρίνεια των δύο νέων.

    02.03.2025, Κρύου Μαρία «Η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου για την “Τουραντό” και τη συνεργασία της με τον Στάθη Λιβαθινό», Αθηνόραμα

    Για το link πατήστε εδώ

  • Θέατρο (κριτική) | Τουραντό, η γυναίκα που μισούσε τους άντρες

    Το μάλλον άγνωστο έργο του Ιταλού αναγεννησιακού συγγραφέα Κάρλο Γκότσι ανεβαίνει από τον Στάθη Λιβαθινό σε μια παράσταση με ξεχωριστές αρετές και ποιότητες, λυγίζει όμως από το βάρος των εγγενών αδυναμιών του.

    Το ανέβασμα του μάλλον άγνωστου και ελάχιστα παιγμένου έργου του Ιταλού κωμωδιογράφου της Αναγέννησης, Κάρλο Γκότσι, πιστώνεται θετικά στον Στάθη Λιβαθινό. Πρόκειται για το έργο που έκανε γνωστό το μύθο της Τουραντό, καθώς από αυτό εμπνεύστηκαν πολλοί δημιουργοί του θεάτρου και της όπερας, με κυριότερο τον Τζάκομο Πουτσίνι. Πρόκειται για ένα παραμυθόδραμα, που διασώζει μάλιστα γραπτώς τη λαϊκή παράδοση της ιταλικής commedia dell arte και προσφέρει μια θαυμάσια ευκαιρία στο σύγχρονο θεατή να πάρει μια ιδέα από αυτό το αυτοσχέδιο είδος θεάτρου, κάθως οι στερεοτυπικοί της χαρακτήρες αποτελούν κάποια από τα πρόσωπα του έργου.

    Στο έργο, η Τουραντό, κόρη του Κινέζου αυτοκράτορα Αλτούμ, προκειμένου να αποφύγει το γάμο, θέτει τρεις γρίφους στους επίδοξους γαμπρούς και τιμωρεί με αποκεφαλισμό όποιον αποτυγχάνει να τους λύσει. Όταν φτάνει στο Πεκίνο ο Καλάφ, ένας Καυκάσιος πρίγκιπας διωγμένος από τον Σουλτάνο, θαμπώνεται από την ομορφιά της, λύνει τους τρεις γρίφους, όμως η Τουραντό αρνείται να τον παντρευτεί. Έτσι, έρχεται η σειρά του Καλάφ να της θέσει ένα γρίφο: αν η Τουραντό τον λύσει θα παραμείνει ελεύθερη, αν αποτύχει θα τον παντρευτεί. Στο μεταξύ, η Τουραντό ερωτεύεται τον Καλάφ, όμως η γυναίκα που θεωρεί πιστή της φίλη, η Αντέλμα, κάνει ό,τι μπορεί να σαμποτάρει την επιτυχή έκβαση της ιστορίας, μια που τον έχει ερωτευτεί κι η ίδια. Έτσι, μέχρι να φτάσουμε στο ευτυχισμένο τέλος μεσολαβούν περιπέτειες και δυσκολίες, ενώ ξεδιπλώνεται και μια παράλληλη πλοκή, αυτή του Βαράχ, ενός επίσης Καυκάσιου ευγενή που βρίσκεται διωκόμενος στο Πεκίνο και του έκπτωτου πατέρα του, που τον ψάχνει.

    Η παράσταση που υπογράφει ο Στάθης Λιβαθινός αποδίδει τον παραμυθικό χαρακτήρα του έργου, εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες που προσφέρει για αυτοσχεδιασμό και επιχειρεί να τονίσει το όποιο ιδεολογικό του πρόσημο, όσον αφορά το θέμα της ελεύθερης βούλησης των γυναικών. Η σκηνογραφία της Ελένης Μανωλοπούλου αρπάζει τον θεατή από το πρώτο του βήμα μέσα στην αίθουσα, καθώς τον υποδέχεται ένα μακάβριο έκθεμα από νεκροκεφαλές -των επίδοξων συζύγων της Τουραντό, που δεν τα κατάφεραν. ΄Έπειτα, πολύ δυνατή εικόνα -και μαζί ένα σχόλιο- αποτελεί η γυάλινη προθήκη όπου βρίσκεται η ηρωίδα, σαν να πρόκειται για έκθεμα ή αιχμάλωτο πλάσμα από άλλο κόσμο, εξωτικό, αξιοπερίεργο.

    Η σκηνοθεσία δημιουργεί ανάλαφρη και κωμική ατμόσφαιρα, χάρη στο ελαφρύ στιλιζάρισμα των ερμηνειών, στην ανάλογη μουσική (Μιχάλης Κωτσογιάννης) και στην έμμετρη μετάφραση του Στρατή Πασχάλη, που έχει λεπτό χιούμορ, λεκτικό πλούτο και μουσικότητα. Το παραμυθικό στοιχείο είναι έντονο, αν συνυπολογιστούν οι εξωτικές εμφανίσεις των προσώπων, καθώς εμπνέονται είτε από τους τύπους της Commedia είτε από την παραδοσιακή κινεζική κουλτούρα (τα κοστούμια είναι της Ελένης Μανωλοπούλου) και όλα αυτά τα στοιχεία κάνουν την παράσταση μια ωραία επιλογή και για το εφηβικό κοινό. Στον αντίποδα, υπάρχουν μια ενέργεια που δεν απογειώνεται καθώς και τα προβλήματα του ίδιου του έργου: τόσο η προβληματική δραματική οικονομία του (η υπόθεση περιπλέκεται και εκτείνεται σε τέσσερις πράξεις) όσο και η απλοϊκότητά του, που τελικά στοιχίζουν στην παράσταση.

    Οι ηθοποιοί από τη μεριά τους ανταποκρίνονται στις ανάγκες που θέτει το είδος της λαϊκής κωμωδίας, ερμηνεύουν ζωηρά χαρακτήρες που από τη φύση του είδους δεν εξελίσσονται σε βάθος και είναι -λιγότερο ή περισσότερο- τυποποιημένοι (Βασίλης Ανδρέου, Άρης Τρουπάκης, Νίκος Καρδώνης, Βαλέρια Δημητριάδου, Ειρήνη Λαφαζάνη, Μαρία Σαββίδου, Φοίβος Μαρκιανός, Βασίλης Ζαφειρόπουλος). Ανάμεσά τους δεσπόζει με μια αξιοπρόσεκτη ερμηνεία, σαν να ακροβατεί στο χείλος του τραγικού, δημιουργώντας τομή στο σκηνικό σύμπαν, η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου στον κεντρικό ρόλο.

    27.02.2025, Καράογλου Τώνια «Θέατρο (κριτική) | Τουραντό, η γυναίκα που μισούσε τους άντρες», Αθηνόραμα

    Για το link πατήστε εδώ

Ελληνική Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών:

Βραβείο Νέας Ηθοποιού για την Πολυξένη Παπακωνσταντίνου.