Το τρίτο στεφάνι – Κώστας Ταχτσής

2025

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν. Πρώτη παράσταση: 22 Οκτωβρίου 2025

Παραγωγή: Λυκόφως / Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν

 

Ο πολιτιστικός οργανισμός «Λυκόφως», το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, ο Στάθης Λιβαθινός με τη σταθερή ομάδα του και ο Στρατής Πασχάλης, τολμούν μια ανατρεπτική πρόταση πάνω στο εμβληματικό μυθιστόρημα που σημάδεψε την ελληνική μεταπολεμική λογοτεχνία, ανεβάζοντας επί σκηνής το πάντα επίκαιρο, Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή. Ένα βαθιά ελληνικό έργο, ένα σκληρό, συγκινητικό ελληνικό κείμενο. Ένα κείμενο «επικίνδυνα» καθημερινό, που χρησιμοποιεί σαν περιτύλιγμα την Ελλάδα του 20ου αιώνα για να μιλήσει για το σήμερα.

Δεκαπέντε ταλαντούχοι ερμηνευτές συναντώνται με τα πολλαπλά πρόσωπα και προσωπεία του μυθιστορήματος, το αντισυμβατικό στυλ γραφής του συγγραφέα, αλλά και την προσωπικότητά του που είναι διάχυτη σ’ όλες τις σελίδες του βιβλίου.

Δυο γυναίκες. Νίνα και Εκάβη. Στη δίνη της μνήμης και της ζωής. Μιας μνήμης επιθετικής, που υποκύπτει, στις αισθήσεις και στις θύμισες των χρόνων που πέρασαν, ανακαλώντας πρόσωπα που σημάδεψαν, έμειναν, έφυγαν ή χάθηκαν. Και μιας ζωής, που είναι τώρα, που βάζει στο μικροσκόπιο την καθημερινότητα και κάνει τους ανθρώπους να γεύονται κάθε πίκρα και χαμόγελο. Δυο γυναίκες που επιβιώνουν σε μια κοινωνία ανδρών, σπάζοντας τις νόρμες της εποχής, προοικονομώντας αυτό που έρχεται.

Νίνα και Εκάβη μας ταξιδεύουν στην Ελλάδα⋅ του Παύλου Μελά, των Βαλκανικών Πολέμων, του Μεσοπολέμου και του Μεταξά. Μα και της Κατοχής, του Εμφυλίου και των Δεκεμβριανών. Μιας Ελλάδας που αλλάζει στο πέρασμα των χρόνων, μα που παραμένει πάντα ίδια.

Το Τρίτο Στεφάνι, αθάνατο αφήγημα, καθρεφτίζει μια Ελλάδα γνώριμη, καλώντας μας να δούμε θαρρετά την αντανάκλαση μας στους ήρωες του…

Νίνα, Αντώνης, Ιωάννης, Ελένη, Δημήτρης, Μαρία, Εκάβη, Πολυξένη, Μιλτιάδης, Αφροδίτη, Αχιλλέας…

Πηγή: Λυκόφως

Συγγραφέας: Κώστας Ταχτσής

Διασκευή: Στρατής Πασχάλης

Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός

Δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός με τη συμβολή των ηθοποιών της παράστασης

Στίχοι τραγουδιών: Στρατής Πασχάλης

Σκηνικά | Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Μουσική: Μιχάλης Κωτσόγιαννης

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ηλέκτρα Μαγγίνα

Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Χριστόφορος Αντωνιάδης

Βοηθός Σκηνογράφου | Ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη

Σχεδιασμός κομμώσεων: Ιδομενέας Μιχαλοδημητράκης

Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Σχεδιασμός αφίσας – Οπτική ταυτότητα: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς

 

Διανομή (με σειρά εμφάνισης):

Νίνα: Βιργινία Ταμπαροπούλου

Μαρία: Πολυξένη Παπακωνσταντίνου

Αργύρης: Βασίλης Ζαφειρόπουλος

Κομπέρ: Νίκος Καρδώνης

Φώτης: Αντώνης Γιαννακός

Ντίνος: Πάρης Λεόντιος

Ερασμία: Λίλλυ Μελεμέ

Αντώνης: Βασίλης Ανδρέου

Εκάβη: Μαρία Σαββίδου

Λόγγος: Άρης Τρουπάκης

Θόδωρος: Αντώνης Γιαννακός

Ελένη: Άννα Μάγκου

Πολυξένη: Ερατώ Πίσση

Δημήτρης: Στάθης Κόικας

Μπάμπης: Γιώργος Δάμπασης

Άκης: Ανδρέας Λαμπρόπουλος

Σωτήρης: Γιώργος Δάμπασης

Μουσικός επί σκηνής: Μιχάλης Κωτσόγιαννης

 
 
 
 
  • Είδαμε το “Τρίτο στεφάνι” – όταν η ιστορία μιλά με γυναικεία φωνή

    Είδαμε το “Τρίτο Στεφάνι”, τη θεατρική μεταφορά του βιβλίου του Κώστα Ταχτσή σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.

    Ο Κώστας Ταχτσής (1927–1988) υπήρξε μια από τις πιο ιδιότυπες και αντισυμβατικές μορφές των ελληνικών γραμμάτων. Έζησε στο περιθώριο, τόσο κοινωνικά όσο και λογοτεχνικά, ακολουθώντας έναν τρόπο ζωής που συχνά ερχόταν σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής. Το “Τρίτο Στεφάνι” είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα της ελληνικής λογοτεχνίας, το οποίο καταγράφει με οξύτητα και αμεσότητα τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και των ταραγμένων ιστορικών περιόδων της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η διαδρομή της συγγραφής του βιβλίου είναι άρρηκτα δεμένη με την περιπλανώμενη ζωή του : την άνοιξη του 1960 επέστρεψε στην Ελλάδα και ξεκίνησε ένα τον γύρο της Ευρώπης με βέσπα, φτάνοντας ως το Εδιμβούργο, όπου έγραψε μερικά κεφάλαια του έργου. Αργότερα, από την Αυστραλία, έστειλε τα χειρόγραφα στην Ελλάδα, τα οποία απορρίφθηκαν ως «ακατάλληλα», για να τα εκδώσει τελικά με δικά του έξοδα τον Νοέμβριο του 1962.

    Ακολούθησε η μετανάστευσή του στις ΗΠΑ (1962–1964), η συνεργασία του με το πρωτοποριακό περιοδικό Πάλι, καθώς και η εργασία του ως ξεναγός και μεταφραστής. Κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας πρωτοστάτησε στη «Δήλωση των 18» ενάντια στη λογοκρισία, συμμετείχε στην έκδοση των 18 κειμένων (1970) και βρέθηκε επανειλημμένα στο στόχαστρο της Ασφάλειας. Στη Μεταπολίτευση αγωνίστηκε ανοιχτά για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, μιλώντας χωρίς ωραιοποιήσεις για τη ζωή του και τη δράση του, όπως αποτυπώνεται και στην επιστολή του στο βιβλίο Από τη χαμηλή σκοπιά, επιβεβαιώνοντας πως το έργο και η ζωή του υπήρξαν αδιαχώριστα.

    Το Τρίτο Στεφάνι είναι ένα μυθιστόρημα βαθιά ανθρώπινο, τολμηρό και αποκαλυπτικό, που καταγράφει με μοναδική αφηγηματική δύναμη την ελληνική κοινωνία από τις αρχές του αιώνα έως και τη μετεμφυλιακή περίοδο. Στη διάρκεια της Χούντας άρχισε να γίνεται γνωστό κυρίως από τους πολιτικούς κρατουμένους. Το 1970 κυκλοφόρησε εκ νέου από τις εκδόσεις Ερμής και ακολούθως καθιερώθηκε ως έργο-σταθμός, ξεπερνώντας τα όρια της λογοτεχνίας και αποκτώντας σχεδόν μυθική διάσταση στη συλλογική μνήμη.

    Η υπόθεση

    Το μυθιστόρημα ξετυλίγεται μέσα από τις φωνές δύο γυναικών, της Εκάβης και της Νίνας, οι οποίες αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο τη ζωή τους, αλλά και τη ζωή των ανθρώπων γύρω τους. Οι αφηγήσεις εναλλάσσονται χωρίς αυστηρά κεφάλαια, δημιουργώντας έναν προφορικό, σχεδόν εξομολογητικό λόγο.

    Μέσα από τις προσωπικές αυτές ιστορίες, σκιαγραφείται ένα ευρύ κοινωνικό και ιστορικό πανόραμα: οι μικροαστικές οικογένειες της Αθήνας, οι γάμοι και οι χωρισμοί, οι κοινωνικές συμβάσεις, οι προσδοκίες και οι διαψεύσεις, ο πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος. Το «Τρίτο Στεφάνι» – ο τρίτος γάμος δηλαδή – λειτουργεί τόσο κυριολεκτικά όσο και συμβολικά, ως ένδειξη μιας ζωής γεμάτης επαναλήψεις, λάθη, αντοχές και συμβιβασμούς.

    Το έργο διαθέτει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο Ταχτσής είχε αποκαλύψει πως, ουσιαστικά, ο χαρακτήρας της Εκάβης Λόγγου είναι απόλυτα βασισμένος στη γιαγιά του, που τον μεγάλωσε.

    Η σκηνοθετική προσέγγιση του Στάθη Λιβαθινού

    Το «Τρίτο Στεφάνι» δεν είναι απλώς μια πιστή απεικόνιση της Ελλάδας του Μεσοπολέμου, αλλά μια βαθιά κοινωνιολογική καταγραφή των ανισοτήτων και των τραγικών αντιφάσεων της ελληνικής κοινωνίας. Η μεταφορά του στη σκηνή αποτελεί εκ των πραγμάτων πρόκληση, καθώς ο ρεαλισμός του κειμένου απαιτεί μια σκηνοθετική ματιά ικανή να αποδώσει τόσο τα συναισθηματικά βάρη των ηρωίδων όσο και τη δυναμική της εποχής. Ο Στάθης Λιβαθινός επέλεξε μια εναλλακτική, μη συμβατική γραφή, απομακρυσμένη από τα παραδοσιακά ανεβάσματα, επενδύοντας στον μινιμαλισμό και στην ατμόσφαιρα. Με αποστασιοποιημένη αλλά έντονα φορτισμένη σκηνοθετική ματιά, ανέδειξε τη συναισθηματική ένταση των χαρακτήρων χωρίς σκηνικές υπερβολές.

    Τα σκηνικά της Ελένης Μανωλοπούλου παραπέμπουν σε ένα «μεσοπολεμικό καμπαρέ», αποδίδοντας την ατμόσφαιρα της εποχής με λιτότητα και ακρίβεια. Παρότι τα αντικείμενα είναι ελάχιστα, η παράσταση απλώνεται σε όλο το θέατρο, επεκτείνοντας την αφήγηση πέρα από τα όρια της σκηνής. Η επιλογή αυτή ενισχύει το αίσθημα κλειστοφοβίας και εγκλωβισμού των ηρωίδων, ενώ η σκηνοθετική δομή παραμένει σφιχτή και φορτισμένη, μετατρέποντας κάθε στοιχείο του χώρου σε ενεργό μέρος του συναισθηματικού τοπίου.

    “Τρίτο Στεφάνι”: Οι ερμηνείες

    Η μεγάλη καινοτομία του Κώστα Ταχτσή στο «Τρίτο Στεφάνι» είναι η προφορική αφήγηση που διαπερνά το κείμενο. Οι ηρωίδες του, η Νίνα και η Εκάβη, μιλούν όπως μιλά ο κόσμος: με πάθος, επαναλήψεις, κουτσομπολιό, πίκρα, χιούμορ, σκληρότητα και τρυφερότητα μαζί. Μέσα από τις προσωπικές τους ιστορίες ξεδιπλώνεται η νεότερη ελληνική ιστορία, οι πόλεμοι, η Κατοχή, ο Εμφύλιος, οι κοινωνικές συμβάσεις, η πατριαρχία, η μικροαστική ηθική, η υποκρισία της οικογένειας.

    Η παράσταση του Στάθη Λιβαθινού αποδίδει την απολύτως προφορική φύση του κειμένου με ιδιαίτερη ακρίβεια, κυρίως μέσα από τις ερμηνείες των ηθοποιών. Έκπληξη αποτελεί η Βιργινία Ταμπαροπούλου στον ρόλο της Νίνας. Η Νίνα, μια γυναίκα που αφηγείται τη ζωή της σαν να προσπαθεί να την καταλάβει την ίδια στιγμή, βρίσκει στην ερμηνεία της ηθοποιού μια ουσιαστική, πολυεπίπεδη φωνή. Η Β. Ταμπαροπούλου αποδίδει με ευαισθησία και εσωτερική ένταση τη μοναξιά, την αγωνία και τη διαρκή ανάγκη της ηρωίδας για αγάπη και αποδοχή, αναδεικνύοντας μια ύπαρξη που παλεύει ασταμάτητα ανάμεσα στις προσδοκίες, τις διαψεύσεις και την ανάγκη να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της.

    Αντίστοιχα, η Μαρία Σαββίδου προσφέρει μια εξαιρετική ερμηνεία στον ρόλο της Εκάβης, χαρίζοντάς του τραγικές διαστάσεις. Η Εκάβη της δεν είναι απλώς μια γυναίκα καταβεβλημένη από τις αποτυχίες και την κοινωνική απομόνωση, αλλά ένας χαρακτήρας βαθιά σύνθετος, σκληραγωγημένος από τη ζωή και ταυτόχρονα εμποτισμένος με πείσμα και αντοχή. Με μια ερμηνεία συγκρατημένη, χωρίς εξάρσεις, αλλά γεμάτη υπόγεια ένταση, η Μ. Σαββίδου αποκαλύπτει μια γυναίκα ρημαγμένη και αξιοπρεπή, που κουβαλά τα τραύματά της χωρίς να τα επιδεικνύει, μετατρέποντάς τα σε δύναμη επιβίωσης.

    Το υπόλοιπο υποκριτικό καστ της παράστασης είναι εξαιρετικό, με κάθε ηθοποιό να συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία του συνόλου. Ο Βασίλης Ανδρέου, ο Αντώνης Γιαννακός, ο Γιώργος Δάμπασης, ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος, ο Νίκος Καρδώνης, ο Στάθης Κόικας, ο Ανδρέας Λαμπρόπουλος, ο Πάρης Λεόντιος, η Άννα Μάγκου, η Λίλλυ Μελεμέ, η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, η Ερατώ Πίσση, ο Άρης Τρουπάκης. Κάθε ένας από αυτούς φέρνει κάτι μοναδικό, ενισχύοντας την ένταση των σκηνών και αναδεικνύοντας την ανθρώπινη διάσταση του έργου με απλότητα και βάθος.

    Τα τραγούδια, σε μουσική του Μιχάλη Κωτσογιάννη και στίχους του Στρατή Πασχάλη, λειτουργούν ως ένα υπόγειο σχόλιο πάνω στα πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα της εποχής, συνομιλώντας με την ιστορία χωρίς να τη διακόπτουν. Η παρουσία του Νίκου Καρδώνη στον ρόλο του κομπέρ εισάγει συνειδητά μια αισθητική παλαιότητας, που παραπέμπει στο μεσοπολεμικό κλίμα και ενισχύει τη θεατρικότητα της αφήγησης. Παρά τη λειτουργικότητά της, η επιλογή αυτή φέρει στιγμές αναχρονισμού, καθώς ο ρόλος του κομπέρ ορισμένες φορές μοιάζει να απομακρύνεται από τη σύγχρονη σκηνοθετική γραφή της παράστασης, δημιουργώντας μια ελαφρά ρωγμή στη συνολική της ατμόσφαιρα.

    Συμπέρασμα

    Το «Τρίτο Στεφάνι» αρθρώνει έναν λόγο βαθιά κοινωνικό και πολιτικό, που υπερβαίνει τις προσωπικές ιστορίες των ηρωίδων του. Η παράσταση του Στάθη Λιβαθινού επενδύει ουσιαστικά σε αυτή τη διάσταση, υπενθυμίζοντας ότι η Ελλάδα του Μεσοπολέμου, της Κατοχής και των Δεκεμβριανών δεν αποτελεί ένα κλειστό ιστορικό κεφάλαιο, αλλά ένα υπόστρωμα που συνεχίζει να διαμορφώνει συνειδήσεις, συμπεριφορές και συλλογικές στάσεις στο παρόν.

    Παρότι σε ορισμένες στιγμές η παράσταση παραπέμπει συνειδητά σε ένα “παλαιότερο” θέατρο, το αποτέλεσμα παραμένει στιβαρό και απολύτως λειτουργικό. Με ερμηνείες υψηλής έντασης και μια σκηνογραφία που μιλά με λιτότητα, αλλά και καθαρή θεατρική δύναμη, το ανέβασμα ξεχωρίζει για τη συναισθηματική του πυκνότητα και τις πολιτικές του προεκτάσεις. Δεν πρόκειται απλώς για μια σκηνική αναμέτρηση με ένα εμβληματικό κείμενο, αλλά για μια ουσιαστική επαναφορά του στο παρόν ως ζωντανό, ανήσυχο και βαθιά ανθρώπινο θέατρο.

    21.01.2026, Οικονόμου Γεωργία «Είδαμε το “Τρίτο στεφάνι” – όταν η ιστορία μιλά με γυναικεία φωνή», www.news247.gr

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Το τρίτο στεφάνι» | Κριτικη

    Το εμβληματικό μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή, «Το Τρίτο Στεφάνι», σκηνοθετημένο από τον Στάθη Λιβαθινό, στην εύγλωττη διασκευή του Στρατή Πασχάλη, παρουσιάζεται στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν ως μια βαθιά ανθρώπινη και θεατρικά ώριμη ανάγνωση. Ο Λιβαθινός προσεγγίζει το κείμενο με σεβασμό στη λογοτεχνική του δύναμη, χωρίς να το αντιμετωπίζει μουσειακά. Αντίθετα, αναδεικνύει τη ζωντάνια του λόγου και τη διαχρονικότητα των χαρακτήρων, μεταφέροντας στη σκηνή την κοινωνική και ψυχολογική τομή της ελληνικής πραγματικότητας του 20ου αιώνα.

    Το μυθιστόρημα συνδυάζει με μοναδικό τρόπο την ατομική εμπειρία με τη συλλογική ιστορία. Μέσα από τις ζωές δύο γυναικών, της Εκάβης και της Νίνας, ο συγγραφέας παρουσιάζει την κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας του 20ου αιώνα, φωτίζοντας κυρίως τη θέση της γυναίκας και τους περιορισμούς που της επιβάλλονται.

    Κεντρικό θέμα του είναι ο γάμος και η οικογένεια. Ο γάμος παρουσιάζεται όχι ως ρομαντική ολοκλήρωση, αλλά ως κοινωνική ανάγκη και πολλές φορές ως παγίδα, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Ο τίτλος συμβολίζει την επαναλαμβανόμενη προσπάθεια για ευτυχία και μία νέα αρχή, αλλά ταυτόχρονα υποδηλώνει και τη ματαίωση των προσδοκιών. Οι ηρωίδες εγκλωβίζονται σε κοινωνικές συμβάσεις, προσπαθώντας να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που δεν τους επιτρέπει εύκολα την αυτονομία.

    Ιδιαίτερη σημασία έχει και η παρουσία της ιστορίας. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, όπως ο Μεσοπόλεμος, η Κατοχή και ο Εμφύλιος, δεν παρουσιάζονται μέσα από επίσημες αφηγήσεις, αλλά μέσα από την καθημερινή εμπειρία των απλών ανθρώπων. Έτσι, η ιστορία γίνεται βιωματική και ανθρώπινη, αποκαλύπτοντας τις συνέπειες των κοινωνικών αναταραχών στην προσωπική ζωή.

    Η σκηνοθετική γραμμή δίνει έμφαση στον λόγο και στην ερμηνευτική δύναμη των ηθοποιών, επιτρέποντας στις αφηγήσεις της Εκάβης και της Νίνας να ξεδιπλωθούν με θεατρική αμεσότητα και συναισθηματική ακρίβεια. Ο ρυθμός είναι μελετημένος, ώστε να μην κουράζει, παρά τη μεγάλη διάρκεια και τον πλούτο του κειμένου. Ο Λιβαθινός χειρίζεται με ισορροπία το χιούμορ και τη σκληρότητα του έργου: οι κωμικές στιγμές λειτουργούν ως ανάσα, χωρίς να αποδυναμώνουν τη δραματική ένταση, ενώ η τραγικότητα των προσώπων προκύπτει αβίαστα, χωρίς μελοδραματισμούς. Οι κεντρικές ερμηνείες των δύο γυναικείων μορφών -της Εκάβης και της Νίνας- αποτελούν τον άξονα γύρω από τον οποίο οργανώνεται ολόκληρη η παράσταση.

    Ευφυής είναι ο τρόπος που περνούν μπροστά στα μάτια μας οι ιστορίες της Εκάβης, της Νίνας, του Αντώνη, του Γιάννη, της Ερασμίας, της Πολυξένης, του Δημητράκη και της Μαρίας. Σαν ένα παλιό άλμπουμ με κιτρινισμένες φωτογραφίες, όπου η Νίνα, μία σύγχρονη γυναίκα του 21ου αιώνα, ξεφυλλίζει με νοσταλγία το παρελθόν. Και κάθε ιστορία ζωντανεύει μοναδικά σαν θέατρο εν θεάτρω με μουσική, χορό και κομπέρ.

    Η ζωντανή μουσική από τον Μιχάλη Κωτσόγιαννη λειτουργεί κυρίως υποστηρικτικά. Δεν επιβάλλεται συναισθηματικά, αλλά συνοδεύει διακριτικά τη δράση, ενισχύοντας το κλίμα της εποχής και τη νοσταλγική διάσταση του έργου. Κάθε φορά λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στις σκηνές με τον εξαιρετικό Νίκο Καρδώνη σε ρόλο κομπέρ να υπαινίσσεται ιστορικά γεγονότα πάνω στους περιπαιχτικούς στίχους του Στρατή Πασχάλη.

    Σημαντικό ρόλο παίζει και η σκηνική λιτότητα της Ελένης Μανωλοπούλου, που αφήνει χώρο στη φαντασία του θεατή και υποστηρίζει την πολυφωνία του έργου. Δεν επιδιώκει τον ρεαλισμό, αλλά λειτουργεί συμβολικά, ως χώρος μνήμης και αφήγησης. Τα ελάχιστα πολυχρηστικά σκηνικά αντικείμενα επιτρέπουν γρήγορες μεταβάσεις. Η λιτότητα αυτή επιτρέπει στον λόγο να κυριαρχήσει, ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζει τη διαχρονικότητα της ιστορίας. Ο θίασος κινείται συχνά σε διαφορετικά επίπεδα του Θεάτρου Τέχνης της οδού Φρυνίχου ή απομονώνεται σκηνικά, ενισχύοντας την ψυχολογική του διαδρομή. Η ίδια επιμελείται και τα καλόγουστα κοστούμια εποχής.

    Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, που παίζουν ενεργό δραματουργικό ρόλο. Οι εναλλαγές φωτός οριοθετούν χρονικές και ψυχικές μεταβάσεις, υπογραμμίζοντας άλλοτε την εξομολογητική διάθεση των μονολόγων και άλλοτε τη συλλογική διάσταση της αφήγησης. Οι χαμηλοί φωτισμοί εντείνουν την αίσθηση της ενδοσκόπησης, ενώ οι πιο ανοιχτές φωτιστικές συνθήκες συνοδεύουν τις σκηνές κοινωνικής εξωστρέφειας.

    Σε επίπεδο ερμηνειών, οι δύο κεντρικοί ρόλοι λειτουργούν ως σταθερά σημεία αναφοράς της παράστασης.

    Η Μαρία Σαββίδου πλάθει τον ρόλο της πληθωρικής «Εκάβης» με ευθυβολία και γνώση. Η ηρωίδα της είναι το σύμβολο της γυναικείας υπομονής και αντοχής με έντονη παρουσία, αυθορμητισμό αλλά και λαϊκή σοφία.

    Η Βιργινία Ταμπαροπούλου διαγράφει την ευάλωτη, συναισθηματικά παγιδευμένη σε κοινωνικές συμβάσεις «Νίνα» με εσωτερικότητα.

    Οι δευτερεύοντες ρόλοι (Άρης Τρουπάκης, Στάθης Κόικας, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Λίλλυ Μελεμέ, Βασίλης Ανδρέου, Γιώργος Δάμπασης, Αντώνης Γιαννακός, Ερατώ Πισσή, Άννα Μάγκου, Ανδρέας Λαμπρόπουλος, Πάρης Λεόντιος, Βασίλης Ζαφειρόπουλος) δεν λειτουργούν απλώς υποστηρικτικά, αλλά συνθέτουν ένα ζωντανό κοινωνικό μωσαϊκό με συνοχή και πειθαρχία. Οι ηθοποιοί εναλλάσσουν ρόλους και ηλικίες με ευκολία, διατηρώντας σαφήνεια και θεατρική οικονομία.

    Η παράσταση «Το Τρίτο Στεφάνι», σε σκηνοθεσία του Λιβαθινού, καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα πιστή στο πνεύμα του Ταχτσή και ουσιαστικά σύγχρονη, επιβεβαιώνοντας τη θέση του μυθιστορήματος ως ζωντανό κομμάτι της νεοελληνικής θεατρικής παρακαταθήκης. Με λίγα λόγια, μία μαγική παράσταση!

    28.12.2025, Καρρά Ντίνα «Το τρίτο στεφάνι | Κριτική», onlytheater.gr

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού (κριτική) – Υπονομεύοντας κυρίαρχες αντιλήψεις για τους Νεοέλληνες

    Για την παράσταση «Το τρίτο στεφάνι», βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού.

    Γράφει ο Νίκος Ξένιος

    Απόλαυσα, στο Θέατρο Τέχνης, το «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, στη διασκευή του Στρατή Πασχάλη και στη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού. Το μουρμουρητό της ανθρώπινης μοναξιάς, γράφει ο Βρασίδας Καραλής, δημιουργεί τον άξονα για τη διαμόρφωση του χαμηλόφωνου δραματικού τόνου αυτού του λογοτεχνικού έργου, που τόσο αγαπήθηκε από το κοινό της ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς τη δεκαετία του ’90.

    Το μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή συγκινούσε ανέκαθεν τους θεατρικούς σκηνοθέτες: πέραν της πρώτης ραδιοφωνικής του σκηνοθεσίας (Γιώργος Παυριανός), το έργο ανέβηκε πολλές φορές στη νεοελληνική σκηνή (Γιάννης Δαλιανίδης, Σταμάτης Φασουλής, Θανάσης Παπαγεωργίου, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Τάκης Τζαμαργιάς, Μίλτος Νίκας, καθώς κι ένα σωρό ανεξάρτητες παραγωγές, επαγγελματικές κι ερασιτεχνικές).

    Στη φετινή παραγωγή του Θεάτρου Τέχνης, ο Στάθης Λιβαθινός επιστρατεύει δεκαπέντε ηθοποιούς, μεταξύ των οποίων τους σταθερούς του συνεργάτες. Η συγκεκριμένη διασκευή, δραματουργικά επεξεργασμένη σε κοπιώδεις πρόβες από τον θίασο και τον σκηνοθέτη, δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση και πρωθύστερα, ούτε διεξέρχεται εκτενώς τα γεγονότα, αλλά στοχεύει στην ανίχνευση της συναισθηματικής μας μνήμης, παραθέτοντας μια σειρά συνειρμών και συσχετισμών στο απολύτως αφαιρετικό σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου: μια άδεια σκηνή με δύο καρέκλες κι ένα τραπέζι, αξιοποίηση όλου του χώρου και των δύο ορόφων του πολυμορφικού θεάτρου της οδού Φρυνίχου, πολυέλαιοι που κατεβαίνουν από την οροφή και μια σκάλα στο βάθος για όσες μορφές «αποχωρούν» από τη μνήμη και από το θεατρικό παρόν. Και αυτά, σε συνδυασμό με τους μελετημένους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου. Επίσης, ένας κομπέρ σχολιάζει μουσικά τις σκηνές.

    Μια Νίνα συγκινητική, μια Εκάβη αντιηρωϊκή

    Η επιθετική μνήμη της Νίνας, η ανάκληση των τριών γάμων της, το αποτύπωμα από τον πατέρα της, από την κόρη της και από τα άλλα πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή της, διαμορφώνουν την πολύπτυχη ερμηνεία της Βιργινίας Ταμπαροπούλου. Η persona που μας δίνει αφήνει ανοιχτή την προοπτική μιας ζωής όπου κανείς δράττεται των ευκαιριών για να απολαύσει όσο περισσότερα μπορεί: «Ειμ’ ικανή και τέταρτο άντρα να πάρω. Όχι τίποτε άλλο. Έτσι, για να σε κάνω να σκάσεις!» Μπορεί το έργο να φωτογραφίζει την Ελλάδα των Μακεδονομάχων και του Παύλου Μελά, τους Βαλκανικούς και τη δικτατορία του Μεταξά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τα Δεκεμβριανά, όμως η Νίνα επιβιώνει μέσα σ’ αυτόν τον καταιγισμό γεγονότων και αποθέτει τη συναισθηματική της εμπειρία ως ακροάτρια και ως αφηγήτρια. Η «φωνή» της Νίνας διατηρεί την αυτονομία της έναντι της «φωνής» της Εκάβης, ούτως ώστε να μην έχουμε μια απλή, εγκιβωτισμένη αφήγηση, αλλά τη θέσπιση ενός είδους διαλόγου μέσα στον χρόνο.

    Και είναι αυτή η διπλή ιδιότητα (ακροάτριας και αφηγήτριας ταυτόχρονα) που κινεί και την παρουσία της Εκάβης στο έργο: η Μαρία Σαββίδου, με απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων, καταφέρνει να σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος της παράστασης στους ώμους της, φιλοτεχνώντας μιαν Εκάβη που βιώνει επιδερμικά τα πολιτικά γεγονότα της εποχής: «Ποιοι Γερμανοί και ποιος πόλεμος; Εμένα ο Δημήτρης μου με νοιάζει, ο γιος μου!». Ο σπαραγμός για την απώλεια του γιου της δίνεται γλαφυρά στη σκηνή του νεκροταφείου, όταν η Νίνα προσπαθεί να παρηγορήσει την Εκάβη:

    Νίνα: Τι ωραία αύρα που ’χει εδώ! Ευτυχώς που μείναν και μερικά δέντρα όρθια! Αλλά αν κρατήσει ο πόλεμος δεν θα μείνει ούτε κουκουνάρι!

    Εκάβη: Γιε μου! Μου πέθανες! Αχ μωρέ Θάνατε, το πήρες το παιδί μου πολύ νωρίς. Γιατί; Αν άφηνες να γεράσει, πάλι δικός σου δεν θα ’τανε;

    Η Εκάβη δεν είναι το θύμα μιας οικογενειακής τραγωδίας, δεν είναι μια ηρωίδα που θυσιάζεται προσωπικά για κάποιον ανώτερο, συλλογικό σκοπό (όπως, υποθέτω, θα επέτασσε μια λογοτεχνία ηθογραφική ή αμιγώς ρεαλιστική, ή μια λογοτεχνία που θα απέβλεπε αποκλειστικά στη συγκίνηση του κοινού): είναι μια πολύπτυχη, ζόρικη προσωπικότητα που καταδυναστεύει τον γιό της, που μετατρέπει όλους τους άντρες σε σκιώδεις παρουσίες. Η κυρα-Εκάβη του Ταχτσή έχει μεταπτώσεις στη συμπεριφορά, στην παρλάτα της αναμειγνύει δημοτική και καθαρεύουσα γλώσσα, διόλου δεν ανταποκρίνεται στον βιολογικό και κοινωνικό ρόλο της γυναίκας εκείνης της εποχής, και πάνω απ’ όλα φέρει την αρετή της μεσότητας: «Στη μια ήταν οι ελασίτες, και στην άλλη οι Εγγλέζοι και οι εθνοφύλακες. Εμείς ήμασταν στη μέση».

    «Τρίτο στεφάνι»: Ένα έργο ανατρεπτικό

    Η ανθρώπινη διάσταση όσων έζησαν τα συγκλονιστικά γεγονότα της νεοελληνικής ιστορίας (στο έργο είναι η Νίνα, η Εκάβη, ο κυρ-Αντώνης, ο Δημήτρης, η Ελένη, η Πολυξένη, ο Μιλτιάδης, η Αφροδίτη και ο Αχιλλέας), προσπαθώντας να αντλήσουν προσωπικό όφελος και να επιβιώσουν όπως όπως: ιδού η καινοτομία του κειμένου του Ταχτσή. Γράφτηκε στη δεκαετία του ’60, όταν ο συγγραφέας, γυρίζοντας την Ευρώπη με βέσπα, σχεδίασε την κεντρική ιδέα, για να την ολοκληρώσει στην Αυστραλία και να σοκάρει το κοινό της εποχής, τόσο που χρειάστηκε αρχικά να προβεί σε αυτοέκδοση. Η κοινωνική ανθρωπογεωγραφία του Τρίτου στεφανιού δεν είναι παρά αντανάκλαση της ιδιότυπης, δικής του αντίληψης της νεοελληνικής κοινωνικής κατάστασης: τοποθετημένο σε μια Αθήνα με ανθρώπους χωρίς υπόληψη, αυτή των μικροαστών της μέσης οικογένειας, και με τη γυναικεία υποταγή να θεσπίζει θαυμαστό ζεύγμα με μιαν υποδόρια μητριαρχία, ο Ταχτσής δημιουργεί ένα μοναδικό αφηγηματικό προηγούμενο, γεμάτο χιούμορ και ευαισθησία, υπονομευτικό της κυρίαρχης αντίληψης για τον Νεοέλληνα: για πρώτη φορά αναδύονται το δαιμονικό στοιχείο των γυναικών, η ανεπάρκεια και το αμφοτερόφυλο λιμπιντινικό στοιχείο των ανδρών, η τρωτότητα της ανθρώπινης ηθικής.

    Το Τρίτο στεφάνι (όπως και Το φοβερό βήμα) υποσκάπτει την ειθισμένη αντίληψη για την ανθρώπινη φύση – λίγο πολύ αποδέχεται την ευτέλειά της και αναζητά σ’αυτήν την έμπνευση, γιατί αγαπά τους ανθρώπους και εστιάζει στα καλά τους στοιχεία, την ίδια στιγμή κατά την οποία καταθέτει στο χαρτί τον απόλυτο ευτελισμό τους. Για παράδειγμα, η γενναιοδωρία της Εκάβης απέναντι στη γυναίκα που της έκλεψε τον άντρα δεν απορρέει από κάποιο μεγαλείο ψυχής, αλλά από μια βαθιά φιλοσοφημένη στάση ζωής, της γυναίκας που τα έχει ζήσει όλα και έχει ανακατατάξει τις ιεραρχήσεις της: «Ξαφνικά μου φάνηκε ότι η Φρόσω δεν ήταν η γυναίκα που μου είχε κλέψει τον άντρα μου κι μου είχε καταστρέψει τη ζωή μου, αλλ’ ένα θύμα κι αυτή, ποιος ξέρει ποιου διαβόλου, και τη λυπήθηκα». Επίσης, είναι αξιοσημείωτο το πώς ο χρόνος επιδρά στην αφηγηματική τεχνική του Ταχτσή και διαμορφώνει υφέσεις και αλλαγές στάσης απρόσμενες: «Έπαψε να μου διηγείται τις περιπέτειές της, σα να είχα μεγαλώσει… σα να είχε γεράσει κι να είχε χάσει τη μνήμη της». Το βέβαιο είναι πως η μνήμη εδώ λειτουργεί ως απόλυτα ρυθμιστικός παράγοντας του συναισθήματος: γι’αυτό και βρήκα εξαιρετική την ανάρτηση των οικογενειακών φωτογραφιών στο τέλος της παράστασης, στα ίδια «τσιγκέλια» που είχαν κρεμαστεί και οι χλαίνες των πολεμιστών του Τρωϊκού Πολέμου στην αξέχαστη «Ιλιάδα» του Λιβαθινού.

    «Δεν υπάρχει Θεός!»

    Στις κορυφαίες ερμηνείες της παράστασης του κύριου Λιβαθινού θα κατέτασσα την ερμηνεία του Νίκου Καρδώνη ως αφηγητή/τραγουδιστή τύπου καμπαρέ: η αισθαντική φωνή του Καρδώνη, το μουσικό τοπίο του Μιχάλη Κωτσόγιαννη, η έντονη ειρωνεία με την οποία ο κύριος Πασχάλης σχολιάζει στους στίχους του το περιρρέον πολιτικό κλίμα, ακόμη και η εντυπωσιακή ομαδική χορογραφία που επιλέγει ο Λιβαθινός για να επιτύχει τη μετάβαση στο ζοφερό δεύτερο μέρος της παράστασης, απογειώνουν το τελικό αποτέλεσμα. Πρέπει επίσης να επαινεθεί η ώριμη, κατασταλαγμένη και σκηνικά αψεγάδιαστη ερμηνεία του Βασίλη Ανδρέου στον δύσκολο, αμφιλεγόμενο ρόλο του Αντώνη.

    Στις καλύτερες ερμηνείες θα κατέτασσα και την εύθραυστη Νίνα της Βιργινίας Ταμπαροπούλου, την υποβλητική, θρησκόληπτη Ερασμία της Λίλλυς Μελεμέ και τον γοητευτικό, δυναμικό Δημήτρη του Στάθη Κόικα. Πολύ καλές ήταν και οι ερμηνείες της Ερατώς Πίσση, του Αντώνη Γιαννακού, του Άρη Τρουπάκη, της Πολυξένης Παπακωνσταντίνου, της Άννας Μάγκου, του Γιώργου Δάμπαση, του Πάρη Λεόντιου, του Ανδρέα Λαμπρόπουλου και του Βασίλη Ζαφειρόπουλου.

    Η πρωταγωνίστρια Μαρία Σαββίδου, ενώ με εξέπληξε φέρνοντας σε πέρας το ασήκωτο βάρος του τεράστιου αυτού ρόλου με την πλούσια γκάμα των φωνητικών της μεταπτώσεων, με τον δυναμισμό της επί σκηνής και με τη θαυμαστή ικανότητά της να «ενορχηστρώνει» τα περάσματα από την αφήγηση στη δράση και τ’ ανάπαλιν, κατά βάθος δεν με άγγιξε συναισθηματικά. Η Εκάβη της κυρίας Σαββίδου, ίσως από σκηνοθετική επιλογή, μου φάνηκε μια Εκάβη που μετεωρίζεται ανάμεσα στη σκληρότητα και την ευαλωτότητα, παραμένοντας σε μια «τεχνική» διαχείριση του ρόλου της. Ωστόσο, επισήμανα και μια θετική αμφισημία σ’ αυτήν την ερμηνεία. Δεν ξέρω εάν αυτό είναι σκόπιμο, αλλά στην τελική σκηνή, όταν η Εκάβη κραυγάζει: «Δεν υπάρχει Θεός!», κατ’ ουσίαν αφήνει ανοιχτό το περιθώριο να κάνει λάθος και γι’ αυτό με κατέπληξε αυτή η κραυγή της, από το υπερώον του Θεάτρου Τέχνης.

    23.12.2025, Ξένιος Νίκος «Το τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού (κριτική) – Υπονομεύοντας κυρίαρχες αντιλήψεις για τους Νεοέλληνες», bookpress.gr

    Για το link πατήστε εδώ

  • Είδαμε: “Το τρίτο στεφάνι” του Κ. Ταχτσή, σε σκηνοθεσία Στ. Λιβαθινού // Από τη λογοτεχνία στο θέατρο: ένα εξαιρετικό παράδειγμα μεταφοράς

    Το Tρίτο στεφάνι είναι το εμβληματικό μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή, η υπόθεση του οποίου στο μεγαλύτερο μέρος εκτυλίσσεται στη διάρκεια του Μεσοπολέμου και της Κατοχής. Αφηγήτριες και ταυτόχρονα πρωταγωνίστριες είναι δύο φίλες, η Νίνα και η Εκάβη, που περιγράφουν το κλίμα και τις συνθήκες της εποχής μέσα από τα προσωπικά τους βιώματα. Ο τίτλος σχετίζεται με τους τρεις διαδοχικούς γάμους της Νίνας. Το κείμενο, ωστόσο, διαθέτει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, ενώ ο ίδιος ο δημιουργός είχε αποκαλύψει πως ο χαρακτήρας της Εκάβης είναι βασισμένος στη γυναίκα που τον μεγάλωσε, την γιαγιά του. Για την έκδοσή του ο Ταχτσής απευθύνθηκε σε τρεις εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι όμως το απέρριψαν. Τελικά, το εξέδωσε με δικά του έξοδα (1962), χωρίς να έχει κάποια τύχη. Επανεκδόθηκε το 1970 από τις εκδόσεις Ερμής, γνωρίζοντας αυτή τη φορά μεγάλη εμπορική επιτυχία και καθιερώνοντας τον Ταχτσή ανάμεσα στους πιο γνωστούς πεζογράφους της γενιάς του. Έκτοτε έγινε ραδιοφωνική παραγωγή, τηλεοπτική σειρά, ενώ έχει παρουσιαστεί αρκετές φορές και ως θεατρική εκδοχή.

    Στην πηγή, δηλαδή στο ίδιο το κείμενο και την καθολική ιστορία του, στάθηκε ο Στάθης Λιβαθινός -μετά από πολλά χρόνια καταπιάνεται και πάλι με ελληνικό έργο και αποδεικνύεται ευτύχημα-, δίνοντάς μας μια σαφή αίσθηση του όλου αλλά και του πνεύματος που το διέπει. Η εκλεκτή διασκευή, που παρέλαβε από τον Στρατή Πασχάλη, δεν εστίαζε σε αποσπασματικά γεγονότα ή εμφατικά σε κάποιους μόνο χαρακτήρες, αλλά διέτρεξε με ευλάβεια το βιβλίο στο σύνολό του, “γνωρίζοντάς” το και σε έναν μη αναγνώστη. Ακολούθως και η σκηνοθεσία δεν επεδίωξε να το εκμοντερνίσει, οδηγώντας πιθανόν σε αποδόμηση ή παραποίηση, ακόμα και αν στην αρχή έδωσε την εντύπωση μιας συντηρητικής οπτικής – απλής αφήγησης. Αντίθετα, το προέκρινε, αφήνοντας τους ήρωες να ξεπηδούν από τις σελίδες και να (ανα)διηγούνται την ιστορία. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει κέντρο βάρους και παρακολουθούμε απλώς μια εξιστόρηση. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Εκάβη -και λιγότερο η Νίνα- και γύρω από εκείνην υφαίνεται ο ιστός της δράσης, λειτουργώντας ως ραχοκοκαλιά όλης της παράστασης. Και πάραυτα αναφερόμαστε στη μεγαλειώδη ερμηνεία της Μαρίας Σαββίδου (Εκάβη), παρούσα επί σκηνής σχεδόν στο σύνολο της παράστασης. Στο σκηνικό της εκτόπισμα αντικατοπτρίζονται τα στάδια της αλλαγής, όχι μόνο μιας γυναίκα του τότε, αλλά ολόκληρης της κοινωνίας. Αναταραχές, ανατροπές, ο πλούτος που περνάει από τα χέρια και χάνεται, η φτώχεια, ο αγώνας της επιβίωσης, οι ανισότητες, η κακοποίηση, η γυναικεία ανοχή, η ελπίδα. Παρουσία κυρίαρχη και καθηλωτική, ένα πρόσωπο με καρδιά, συνεχώς εντός μιας “μάχης”, που συμπορεύεται με τους πρωταγωνιστές του κάθε κεφαλαίου – διαφορετικούς τύπους της κοινωνίας (τον πατέρα-αφέντη, τον μεγάλο γιο, που σηκώνει τα οικογενειακά βάρη, τον μικρότερο, που ξεπερνά τα όρια, τη μεγάλη κόρη, πιστή στην οικογένεια, τη μικρότερη, την πλέον ασυμβίβαστη), ζωντανεύοντας εικόνες από λιμάνια, σταθμούς, γειτονιές, πόλεις, έρωτες, προδοσίες, απώλειες, πολέμους, την προσφυγιά, καλές και κακές οικογενειακές στιγμές, φιλίες, τη μοναξιά, ολόκληρο το σύμπαν του Ταχτσή, τη ρότα της ελληνικής ιστορίας.

    Και για όλα αυτά ως σκηνικό αρκούν τρία φωτιστικά και μια καμπάνα. Αξιοσημείωτο είναι ότι η δράση εκτυλίσσεται σε όλους τους χώρους του Θεάτρου Τέχνης, στη σκηνή, στους διαδρόμους, στο πατάρι, στο φουαγιέ -η μίνιμαλ αισθητική με τα ελάχιστα αντικείμενα, όπως και τα κοστούμια εποχής, είναι ιδέες της Ελένης Μανωλοπούλου-, αποδίδοντας με λιτότητα εικόνες ποιητικής γοητείας (πόσο ωραία, για παράδειγμα, οπτικοποιείται η ομοφυλοφιλική προτίμηση, με την άνοδο της σκάλας, που οδηγεί σε έναν άλλο -απαγορευμένο- κόσμο, ή εκείνη της μετακόμισης από τη Θεσσαλονίκη στην πρωτεύουσα). Όπως και στο βιβλίο του Ταχτσή, παρούσα είναι και η Νίνα (Βιργινία Ταμπαροπούλου), μόνο που στην περίπτωσή μας μοιάζει να παρακολουθεί την ιστορία ως εξωτερικός παρατηρητής, που κατά καιρούς εμπλέκεται στη δράση, παρά πρωταγωνιστεί σε αυτή με σημαίνοντα ρόλο. Παραπέμπει περισσότερο με μια σύγχρονη γυναίκα, που αναβιώνει την ιστορία της, η μνήμη της επαναφέρει σκηνές του παρελθόντος της -στον συμβολισμό αυτό πιθανόν αποσκοπεί και η ανάδυση φωτογραφικών πορτρέτων στο τέλος-, από το οποίο ίσως να προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί. Ιδιαίτερος χαρακτήρας και αυτός του κομπέρ (Νίκος Καρδώνης), που, λειτουργώντας ως σχολιαστής, αναφέρεται στις πολιτικές σκοπιμότητες και την κακώς εννοούμενη ελληνικότητα. Εξαιρετική όλη η ομάδα των ηθοποιών, σταθερών και νέων συνεργατών του Λιβαθινού (Άρης Τρουπάκης, Στάθης Κόικας, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Λίλλυ Μελεμέ, Βασίλης Ανδρέου, Γιώργος Δάμπασης, Αντώνης Γιαννακός, Ερατώ Πισσή, Άννα Μάγκου, Ανδρέας Λαμπρόπουλος, Πάρης Λεόντιος, Βασίλης Ζαφειρόπουλος), λειτουργώντας ως αφηγητές ή ερμηνεύοντας χαρακτήρες αποδίδουν τον πόνο, τη θλίψη, την οργή, αλλά και την τρυφερότητα, σε πλήρη συντονισμό μεταξύ τους. Πολύ ωραία η μουσική του Μιχάλη Κωτσογιάννη, που εκτελεί ο ίδιος ζωντανά, χωρίς να γίνεται κυρίαρχη, συμβαδίζει με τα πρόσωπα και τις εξελίξεις, δημιουργώντας ατμόσφαιρα.

    Σύνολο: Με μια κινηματογραφικού τύπου εναλλαγή σκηνών, φωτογραφιών που ζωντανεύουν, παρουσιάζεται ευδιάκριτα ο κόσμος του Ταχτσή. Πρόκειται για μια δουλειά ήθους και υψηλών προδιαγραφών, με ακρίβεια και ευαισθησία, χωρίς υπερβολές και εντυπωσιασμούς, με γρήγορους ρυθμούς και δυναμική. Με τη φρέσκια προσέγγισή της, με μια εξέχουσα, πληθωρική κεντρική ερμηνεία (της Εκάβης), αναδεικνύει τον διαχρονικό χαρακτήρα του Ταχτσή και την απήχηση που μπορεί να έχει στο σήμερα. Από τις παραστάσεις που ξεχωρίζουν τη φετινή σεζόν και -βέβαια- αξίζει να παρακολουθήσει κανείς.

    17.12.2025, Ρουμπής Νίκος «Είδαμε: “Το τρίτο στεφάνι” του Κ. Ταχτσή, σε σκηνοθεσία Στ. Λιβαθινού // Από τη λογοτεχνία στο θέατρο: ένα εξαιρετικό παράδειγμα μεταφοράς» www.debop.gr

    Για το link πατήστε εδώ

  • Κριτική για την παράσταση “Το τρίτο στεφάνι”

    Από τον Ιωάννη Λάζιο

    Τι ανείπωτη χαρά να βρεθεί κανείς στη Φρυνίχου. Υπάρχουν σκηνές που δεν φιλοξενούν παραστάσεις· φιλοξενούν εποχές. Κι εδώ, στο Τρίτο Στεφάνι, ένιωσα πως ολόκληρη η Ελλάδα του 20ού αιώνα, με τις πληγές της, τις μικρές της νίκες, τα άγχη, τις σιωπές και τους φόβους της, στεκόταν μπροστά μου με αξιοπρέπεια. Ο Ταχτσής δεν γράφει απλώς ένα μυθιστόρημα· ξεσκεπάζει έναν κόσμο. Κι ο Λιβαθινός, με την αφοσίωσή του στον άνθρωπο και στη λεπτομέρεια, τον ανεβάζει επί σκηνής σαν κάτι που αναπνέει ακόμη, σαν κάτι που δεν έχει τελειώσει.

    Το σκηνικό της Μανωλοπούλου, πολυεπίπεδο, σαν σπίτι που ανοίγει και ξανακλείνει, γίνεται το έδαφος πάνω στο οποίο παλεύουν η Νίνα (Βιργινία Ταμπαροπούλου) και η Εκάβη (Μαρία Σαββίδου). Το ένα επίπεδο γεννιέται από το άλλο, όπως γεννιούνται οι ιστορίες μέσα από τις ιστορίες. Κι ο Λιβαθινός, με εκείνη τη γνωστή του επιμονή στη σιωπή, στο βλέμμα, στο σώμα, μετατρέπει το μυθιστόρημα σε τελετουργία. Δεν αναπαριστά εποχή· παραδίδει ψυχή.

    Και πόσο ελληνική ήταν η ψυχή αυτή. Πόσο οικεία; Πόσο πικρή και γλυκιά μαζί; Η ομάδα Λυκόφως είναι πραγματικά ένα σύνολο χαρισματικό, που λειτουργεί με ομοιογένεια, πειθαρχία και βαθιά κατανόηση του υλικού. Δεν υπάρχει εδώ «δεύτερος» ηθοποιός. Όλοι στέκονται ολόκληροι, παρόντες, με μια σοβαρότητα που σπανίζει.

    Και ύστερα έρχεται η Εκάβη (Μαρία Σαββίδου). Και τι να πεις; Πώς να περιγράψεις μια ερμηνεία που δεν παίζεται αλλά κατατίθεται; Η Σαββίδου δεν «προσεγγίζει» την Εκάβη· την ξεριζώνει και την υψώνει μπροστά μας σαν κάτι οδυνηρά γνώριμο.

    Λόγια δεν αρκούν για να της πεις «ευχαριστώ». Για τη στοχαστική της κίνηση, για τη βαθιά συγκίνηση, για εκείνη την αλήθεια —ανυποχώρητη και ευάλωτη μαζί— που ανέδυε σε κάθε στιγμή. Ο δυναμισμός και ο ηλεκτρισμός της σε πλημμυρίζουν με ενέργεια, σαν να σου θυμίζουν πως, όσο κι αν πέφτεις, πάντα βρίσκεις τον τρόπο να συνεχίσεις. Ένα ευχαριστώ για το άφθονο ταλέντο της· πλούσιο και δυνατό, ζωντανό, ωραίο, μαγευτικό.

    Γύρω της απλώνεται μια ολόκληρη πινακοθήκη χαρακτήρων, όλοι ζυμωμένοι με εκείνη τη λεπτή, ανθρώπινη ύλη που κάνει το Τρίτο Στεφάνι να πάλλεται: η Νίνα (Βιργινία Ταμπαροπούλου), ευάλωτη και περήφανη μαζί· η Μαρία (Πολυξένη Παπακωνσταντίνου) με τη ζεστή τραγικότητά της· ο Αργύρης (Βασίλης Ζαφειρόπουλος), σχεδόν αρχέτυπο αντρικής φιγούρας· ο Κομπερ (Νίκος Καρδώνης), με τη λεπτή, διαβρωτική του ειρωνεία· η Ερασμία (Λίλλυ Μελεμέ), που προσωποποιεί τη συντήρηση και ρηγματώνει την υποκρισία της θρησκοληψίας· ο Ντίνος (Πάρης Λεόντιος), τρυφερός, ευθύς, ανθρώπινος· ο Μπάμπης (Γιώργος Δάμπασης), μια φιγούρα πλήρης, δουλεμένη· ο Λόγγος (Άρης Τρουπάκης), εξαίσια κωμικοτραγικός· ο Άκης (Ανδρέας Λαμπρόπουλος), στιβαρός και γειωμένος· ο Θόδωρος (Αντώνης Γιαννακός), με μια υπόγεια ευαισθησία· η Ελένη (Άννα Μάγκου), ατόφια στην τρέλα της· η Πολυξένη (Ερατώ Πίσση), με εκείνο το θαρραλέο βλέμμα που σπάνια συναντάς και ο εντυπωσιακός στην κλιμάκωση του ρόλου του Στάθης Κόικας (Δημήτρης).

    Η μουσική άλλοτε του Μιχάλη Κωτσόγιαννη και άλλοτε του Χάρη Μπότση λειτουργεί σαν εσωτερικός παλμός, σαν μυστική φωνή που περνά ανάμεσα από τις σκηνές και τις δένει. Οι φωτισμοί του Αναστασίου, πάντοτε με ακρίβεια, αγγίζουν τις ψυχές των ηθοποιών .

    Το Τρίτο Στεφάνι δεν είναι παράσταση εποχής. Είναι καθρέφτης. Και όποιος το κοιτάξει με ειλικρίνεια, βλέπει μέσα του και βλέπει και πίσω του. Φεύγοντας από τη Φρυνίχου, δεν κουβαλούσα μόνο τη Νίνα (Βιργινία Ταμπαροπούλου) και την Εκάβη (Μαρία Σαββίδου).

    Κουβαλούσα τη δική μου οικογένεια. Τη δική μου ιστορία. Τη δική μου Ελλάδα. Και γι’ αυτό ευχαριστώ αυτή την παράσταση. Γιατί μου θύμισε κάτι που ξεχνάμε συχνά: πως ο άνθρωπος, όσο κι αν τον τσακίζει η ζωή, έχει έναν τρόπο —ακατανόητο αλλά βέβαιο— να συνεχίζει.

    11.12.2025, Λάζιος Ιωάννης «Κριτική για την παράσταση “Το τρίτο στεφάνι”», www.theatromania.gr

    Για το link πατήστε εδώ

  • Θέατρο (Κριτική) | Το τρίτο στεφάνι

    Μεταφορά του εμβληματικού μυθιστορήματος σε μια ατμοσφαιρική και μουσικά φορτισμένη παράσταση. Ο Στάθης Λιβαθινός ζωντανεύει την ιστορία της Εκάβης και της Νίνας, φωτίζει την Ελλάδα του Μεσοπολέμου και ξεπερνάει τα διλήμματα μιας δύσκολης θεατρικής μεταγραφής.

    Είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα της ελληνικής πεζογραφίας και προφανώς εξακολουθεί να γοητεύει με τη γλαφυρή ιστορία της Εκάβης και της Νίνας, των οποίων οι ζωές διασταυρώνονται στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Ωστόσο, η θεατρική αναπαράσταση του έργου ζωής του Κώστα Ταχτσή αποτελεί μεγάλη πρόκληση, ενώ θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς κατά πόσο το σημερινό κοινό βρίσκει σημεία ταύτισης, εξήντα χρόνια μετά τη συγγραφή του.

    Η παράσταση του Στάθη Λιβαθινού έρχεται να καταρρίψει τις παραπάνω αμφιβολίες, δικαιώνοντας την επιλογή του να επιστρέψει –μετά τη “Φόνισσα” που ανέβασε πριν από δεκατέσσερα χρόνια– σε κείμενο της ελληνικής λογοτεχνίας. Ο Λιβαθινός προσέγγισε τον κόσμο του βιβλίου από απόσταση, αλλά όχι χωρίς συναίσθημα: τον τοποθέτησε απέναντί μας, σαν μεσοπολεμικό καμπαρέ (πολύ ωραία η μουσική του Μιχάλη Κωτσογιάννη, που εκτελεί ο ίδιος), σαν άλμπουμ με κιτρινισμένες φωτογραφίες που ζωντανεύουν, σαν κομμάτι θεάτρου που χτίζεται σκηνή-σκηνή με αφορμή ένα αντικείμενο, ένα τραγούδι, μια ατάκα.

    Καθοριστικός βοηθός της σκηνοθεσίας η λειτουργική και τολμηρή διασκευή του Στρατή Πασχάλη, έδωσε φωνή σε δύο γυναίκες που πορεύονται μέσα στη δίνη του χρόνου, σε διαδρομές που πότε τέμνονται και πότε κινούνται παράλληλα, κι ανέδειξε επίσης το διάχυτο σεξουαλικό και ομοερωτικό στοιχείο του βιβλίου. Μόνη βασική ένσταση το β΄ μέρος της παράστασης, όπου παρατίθενται εν τάχει πολλά γεγονότα.

    Ιστορία και παράσταση ξεδιπλώνονται γύρω από την αφήγηση της Νίνας (Βιργινία Ταμπαροπούλου), που λειτουργεί και σαν ενδιάμεσος με το σήμερα, ξεφυλλίζοντας σαν άλμπουμ τη ζωή της, όπου δεσπόζει η γνωριμία της με την Εκάβη. Οι ιστορίες της Εκάβης και της Νίνας είναι ιστορίες σκληρότητας αλλά και ανθρωπιάς, κακοποίησης αλλά και αντοχής, αγώνα, προσαρμοστικότητας και ελπίδας, ενώ στο βάθος “πρωταγωνιστεί” η ίδια η Ελλάδα του Μεσοπολέμου, της Κατοχής και των Δεκεμβριανών. Μάλιστα, στους στίχους των τραγουδιών (Στρατής Πασχάλης), τα οποία ερμηνεύει ως κομπέρ ο Νίκος Καρδώνης, περνάει το πικρό σκηνοθετικό σχόλιο για την Ελλάδα: την ελληνικότητα, τους πολιτικούς διχασμούς κ.ά.

    Η παράσταση καταλαμβάνει όλο το θέατρο, απλώνεται στα πλαϊνά και στο πατάρι πάνω από τη σκηνή, στο χώρο του φουαγιέ, στη σκάλα που οδηγεί ψηλά. Τα σκηνικά αντικείμενα είναι ελάχιστα, κι όμως η σκηνογραφία της Ελένης Μανωλοπούλου αποδεικνύεται τόσο εύγλωττη, όπως και τα ενδεικτικά της εποχής κοστούμια της.

    Πρωταγωνιστούν με ζωηρές ερμηνείες, ως αφηγητές, ηθοποιοί αλλά και “θεατρίνοι”, παλιοί και νεότεροι ηθοποιοί της ομάδας του Λιβαθινού: Άρης Τρουπάκης, Στάθης Κόικας, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Λίλλυ Μελεμέ, Βασίλης Ανδρέου, Γιώργος Δάμπασης, Αντώνης Γιαννακός, Ερατώ Πισσή, ΄Αννα Μάγκου, Ανδρέας Λαμπρόπουλος, Πάρης Λεόντιος, Βασίλης Ζαφειρόπουλος. Η Μαρία Σαββίδου στο ρόλο της Εκάβης είναι σαρωτική (έστω κάπως πομπώδης σε στιγμές): είναι αγρίμι, μαχήτρια, θύμα και θύτης, μητέρα και γυναίκα, και σε στιγμές η ερμηνεία της αγγίζει ποιότητες αρχαίας τραγωδίας.

    04.12.2025, Καράογλου Τώνια «Θέατρο (Κριτική) | Το τρίτο στεφάνι», Αθηνόραμα

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Είδαμε το Τρίτο Στεφάνι στο θέατρο Τέχνης στην Φρυνίχου

    Είδαμε την παράσταση Το τρίτο στεφάνι στο θέατρο Τέχνης ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ στη Φρυνίχου.

    Γράφει η Λένα Σάββα

    “Κάθε φορά που μυρίζω θυμάρι μου φαίνεται πως είμαστε πάλι ξαπλωμένοι στα χορτάρια. Πώς μας πλανεύει τ’ όνειρο της ευτυχίας ξανά και ξανά!”

    Ο Κώστας Ταχτσής, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες συγγραφείς, γράφει το Τρίτο στεφάνι στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Απορρίπτεται αρχικά από τους εκδοτικούς οίκους αλλά αργότερα γνωρίζει τεράστια επιτυχία.

    Το τρίτο στεφάνι είναι ένα οδοιπορικό της ελληνικής ιστορίας κι εποχής του Μεσοπολέμου και της Κατοχής, μέσα από τα μάτια δύο γυναικών, της Νίνας και της Εκάβης. Λένε πως η ιστορία της Εκάβης μοιάζει σε πολλά σημεία με την ιστορία και τον χαρακτήρα της γιαγιάς του συγγραφέα.

    Δύο γυναίκες που απεικονίζουν με θαυμαστό τρόπο τη γυναικεία δύναμη και αντοχή μέσα σε ένα σκληρό πατριαρχικό σύστημα. Δύο γυναίκες που αν τις ενώσεις φτιάχνεις την Ελλάδα. Με τα πάθη της, με τα λάθη της αλλά και με τις ομορφιές της τις μοναδικές.

    Ο Στάθης Λιβαθινός με την σκηνογράφο Ελένη Μανωλοπούλου μετατρέπουν τον χώρο της θεατρικής αίθουσας της Φρυνίχου, σε μια τεράστια σκηνή. Η σκηνή, η πλατεία, οι διάδρομοι, το φουαγιέ, το πατάρι, γίνονται μέρη της δράσης και της αφήγησης, παρασύροντας κι εμάς σ’ ένα συναρπαστικό ταξίδι του χτες, και του σήμερα και δίνοντας ένα αισθητικά άψογο αποτέλεσμα.

    Με έναν υπέροχο Νίκο Καρδώνη να κάνει εδώ τον Κομπέρ και να εμπλουτίζει το κείμενο με τα τραγούδια του (στίχοι Στρατής Πασχάλης-μουσική Μιχάλης Κωτσόγιαννης), αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι των αφηγηματικών δράσεων.

    Μέσα από τη ζωή των δύο γυναικών και τα βάσανα τους, διαφαίνεται η πολυβασανισμένη ιστορία της χώρας μας με τις κοινωνικές ανισότητες και τη υποκρισία, με τη φτώχεια και την Κατοχή, με την ανδροκρατία και τις πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές και τον Εμφύλιο.

    Δέκα πέντε αξιόλογοι ηθοποιοί δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους στο σπουδαίο έργο του Κώστα Ταχτσή.

    Μαρία Σαββίδου, η Εκάβη. Μας καθήλωσε. Σαν ένα είδος μονολόγου μέσα στην παράσταση, η Μαρία Σαββίδου δίνει μια ερμηνεία- κέντημα με τον εκφραστικό λόγο και τις κινήσεις της. Και μαζί της κινείται όλη η ιστορία. Προσωπική και γενική.

    Η Βιργινία Ταμπαροπούλου ως Νίνα, έχει ένα άκρως εντυπωσιακό στοιχείο στην ερμηνεία της. Γίνεται με έναν μοναδικό τρόπο ενεργητική ακροάτρια. Συμμετέχει στην αφήγηση της Εκάβης όχι μόνο ακούγοντας αλλά με την έντονα εκφραστική σκηνική παρουσία της.

    Εξαιρετικός ο Βασίλης Ανδρέου στον ρόλο του Αντώνη 2ου συζύγου της Νίνας. Ο πολύ καλός ηθοποιός, γνωρίζοντας να ερμηνεύει και με το σώμα του όπως έχει δείξει μέχρι τώρα, μεταμορφώνεται στην ψυχοσύνθεση του Αντώνη, γίνεται ο ρόλος, επιτελεί μετάθεση.

    Επιβλητικός και υποβλητικός ο Άρης Τρουπάκης, είναι ο σύζυγος της Εκάβης. Ο Τρουπάκης καταφέρνει να προσδώσει στον ρόλο κάποια κωμικά στοιχεία τονίζοντας την γλαφυρότητα του. Επίσης πολύ δυναμική σκηνική παρουσία.

    Πολύ καλός ο Δημήτρης, ο αγαπημένος γιος της Εκάβης, κατά κόσμον Στάθης Κόικας. Κινείται επιδέξια στα δύσκολα και τραγικά σημεία του ρόλου και ζωγραφίζει ανάγλυφα το πορτρέτο του ασώτου υιού μ’ έναν τρόπο που σε κάνει να τον συμπαθείς.

    Χαρακτηριστική παρουσία της παράστασης η Ερασμία που ερμηνεύεται από την Λίλλυ Μελεμέ. Ιδιότροπη, θρησκόληπτη, συντηρητική, μονόχνωτη, ερμηνεύεται μοναδικά από την Μελεμέ.

    Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι σε αυτή την παράσταση, συμμετέχουν ως ηθοποιοί εξαιρετικοί σκηνοθέτες μας ( Μελεμέ, Καρδώνης).

    Ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθετεί το τρίτο στεφάνι προσεγγίζοντας το παρελθόν σαν ένα κομμάτι του παρόντος και δίνοντας στις ιστορίες μια σύγχρονη νότα. Οι αφηγήσεις μπλέκονται με τις δράσεις με διακριτικότητα, η διαχρονικότητα κυριαρχεί, έτσι που ο χρόνος να μοιάζει με ενιαίο σύνολο ενώ στην ουσία υπάρχουν οι διαχωριστικές γραμμές (στο βάθος, μπροστά, επάνω).

    Η ζωντάνια που δίνει η σκηνοθεσία του στους ηθοποιούς, τα τραγούδια του Κομπέρ και η ποιητική ατμόσφαιρα της παράστασης, οι πολύ καλές ερμηνείες όλων και η χημεία τους, η πολύ καλή διασκευή του Στρατή Πασχάλη, οι φωτισμοί τα σκηνικά και τα κοστούμια, η κινησιολογία της παράστασης (κάτι που με εντυπωσίασε ιδιαίτερα) κάνουν το τρίτο στεφάνι μια από τις καλύτερες παράστασης της φετινής σεζόν.

    24.11.2025, Σάββα Λένα «Είδαμε το Τρίτο Στεφάνι στο θέατρο Τέχνης στην Φρυνίχου», θεατρο.gr

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Το τρίτο στεφάνι», Κ. Ταχτσής, Στ. Λιβαθινός: σαν φωτογραφίες που ζωντανεύουν (της Όλγας Σελλά)

    Έχει γοητεύσει πολλές γενιές. Έχει πάρει δεσπόζουσα θέση στο στερέωμα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Και συνεχίζει να εμπνέει «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή. Και ραδιοφωνική παραγωγή έγινε, και τηλεοπτική σειρά (το 1979 στο Τρίτο Πρόγραμμα, σε παραγωγή του Γιώργου Παυριανού με αφηγήτριες τη Ρένα Βλαχοπούλου και τη Σμάρω Στεφανίδου). Και τηλεοπτική σειρά έγινε (τη σεζόν 1995-96, σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη με τη Νένα Μεντή ως Νίνα και τη Λήδα Πρωτοψάλτη ως Εκάβη). Και τους ανθρώπους του θεάτρου γοητεύει πάντα αυτό το συναρπαστικό, πολυπρόσωπο και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα. Το 2009 το σκηνοθέτησε ο Σταμάτης Φασουλής στο Εθνικό Θέατρο, με τη Νένα Μεντή στο ρόλο της Εκάβης και τη Φιλαρέτη Κομνηνού ως Νίνα. Το 2016 το σκηνοθετεί για το ΚΘΒΕ ο Θανάσης Παπαγεωργίου, με την Ελισάβετ Κωνσταντινίδου στο ρόλο της Εκάβης. Το 2021, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης μας το παρουσίασε, με τη Μαρία Καβογιάννη στο ρόλο της Εκάβης και τη Μαρία Κίτσου ως Νίνα.

    Φέτος το επέλεξε και το προτείνει ο Στάθης Λιβαθινός με έμψυχο υλικό τη σταθερή ομάδα ηθοποιών με την οποία δουλεύει. Και πώς να αφηγηθείς το 2025 μια ιστορία που με αμεσότητα τέμνει τις πολιτικές, ταξικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαδρομές της Ελλάδας από τον Μεσοπόλεμο ως τη δεκαετία του ’50 και «μέσα από έναν κλαυσίγελο αφηγείται πράγματα σοβαρά ακόμα και τραγικά με όπλο το πανταχού παρόν χιούμορ»; Πώς να γίνει σύγχρονο θεατρικό αφήγημα, ένα κείμενο που με ευφυή και μεγαλειώδη τρόπο και με τον «συνεχή μονόλογο δύο γυναικών» αφηγείται μερικές από τις πιο σημαντικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας του 20ού αιώνα, όπως την βίωσαν δύο πρόσωπα που –και λόγω φύλου- εκπροσωπούν τη ραχοκοκαλιά αυτής της διαδρομής; Δύο γυναίκες, που ακολούθησαν τις αλλαγές, τις ανατροπές και τις οικονομικές επιπτώσεις των ιστορικών γεγονότων, που ήταν κάποτε εύπορες και μετά ξενοδούλεψαν, που πάλεψαν, διεκδίκησαν, αδικήθηκαν, πόνεσαν, αγαπήθηκαν, αγάπησαν, προδόθηκαν, στήριξαν. Που υπέφεραν «χωρίς να χάνουν το θάρρος και την αξιοπρέπειά τους». Πώς να γίνει ορατό το καθρέφτισμα συμπεριφορών που διαρκούν ακόμα, πώς να αναδειχθούν «οι ρίζες της νεοελληνικής κακοδαιμονίας» χωρίς η παράσταση να διολισθήσει στη γραφικότητα ή τον διδακτισμό; Δύσκολο το στοίχημα.

    Όμως: ο Στρατής Πασχάλης φρόντισε να διασκευάσει το μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή με καίριες παρεμβάσεις, με εύστοχες περικοπές και έξυπνες προσθήκες. Η Ελένη Μανωλοπούλου, που φρόντισε –όπως πάντα στις παραστάσεις του Στάθη Λιβαθινού- τη σκηνική όψη, έκανε το πιο μίνιμαλ και ταυτόχρονα το πιο εύγλωττο σκηνικό της, αξιοποιώντας όλους μα όλους τους χώρους του Θεάτρου Τέχνης της οδού Φρυνίχου. Γιατί ήταν τόσο απλή και τόσο πλήρης η ιδέα των τριών φωτιστικών και της καμπάνας που κρέμονταν από την οροφή της σκηνής στη Φρυνίχου, και περιέγραφε ανάγλυφα τις τάξεις, την ψυχοσύνθεση και το αποτύπωμα της Ελλάδας. Σε συνδυασμό δε, με τους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου αυτή η λιτή σκηνική όψη ανέδειξε πόλεις, σταθμούς, λιμάνια, γειτονιές, οικογενειακές στιγμές, πικρές και χαρούμενες, χωρισμούς και συναντήσεις, πολέμους και προσφυγιά, έρωτες και προδοσίες –ό,τι υπάρχει στο μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή δηλαδή.

    Και ο Στάθης Λιβαθινός το σκηνοθέτησε και με αποστασιοποίηση και με εγγύτητα. Άλλες συνέβαιναν στο φουαγιέ πίσω από τη σκηνή (οι πιο μακρινές, οι μνήμες), κι άλλες πάνω στη σκηνή. Με συμβολισμούς φυσικά, όπως εκείνη η σκάλα στο φουαγιέ της Φρυνίχου, την οποία ανέβαιναν όσοι αποχωρούσαν οριστικά –από την ιστορία και τη ζωή. Και για να γίνει ακόμα πιο δυνατή η αίσθηση ότι παρακολουθούμε μια ιστορία στο θέατρο (για να απομακρυνθεί ακόμα περισσότερο από τον ρεαλισμό δηλαδή), έδειξε ότι οι ιστορίες της Εκάβης και της Νίνας, του Αντώνη και του Γιάννη, της Ερασμίας και της Πολυξένης, του Δημητράκη και της Μαρίας είναι ιστορίες που παίζονται σε μια σκηνή, που έχει φώτα, μουσική και… κομπέρ. Και ήταν αυτή η προσθήκη από τις πιο ενδιαφέρουσες ιδέες της παράστασης, την οποία ενίσχυσαν δραστικά και οι στίχοι του Στρατή Πασχάλη στα τραγούδια (που ήταν και σύνδεσμοι των ιστορικών γεγονότων και περιόδων) και η ερμηνεία του Νίκου Καρδώνη ως κομπέρ.

    Μέσα σ’ αυτές τις ιστορίες, στην ιστορία του Κώστα Ταχτσή που αφηγείται η παράσταση, περνούν όλοι οι ανθρωπότυποι που μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε σ’ αυτό τον τόπο, που εκφράζουν πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές αντιλήψεις, συμπεριφορές και στάσεις ζωής. Χαρακτήρες που μπορεί να θυμίζουν κάτι περασμένο, αλλά μπορεί να συνεχίζουν να υπάρχουν γύρω μας, φορώντας άλλα ρούχα, χρησιμοποιώντας άλλο λεξιλόγιο, έχοντας εντελώς διαφορετικά ενδιαφέροντα .

    Το ένα κεντρικό πρόσωπο είναι η κυρά Εκάβη (Μαρία Σαββίδου). Γήινη, παρορμητική, υπερβολική σε όλα και στην αγάπη και στην απόρριψη, μαχήτρια πάντα, με εμμονές, αδυναμίες και εμπάθειες, αλλά και με μεγάλη καρδιά. Δίπλα της ο άντρας της, ο Γιάννης Λόγγος (Άρης Τρουπάκης), προσωποποίηση της πατριαρχίας, η Πολυξένη (Ερατώ Πίσση) η στωική μεγάλη κόρη, η Ελένη (Πολυξένη Παπακωνσταντίνου) η δεύτερη κόρη της Εκάβης, η ασυμβίβαστη, η συγκρουσιακή, που ποτέ δεν βρήκε αυτό που έψαχνε, ο Θόδωρος, ο μεγάλος γιος (Αντώνης Γιαννακός) εκείνος που σηκώνει τα βάρη της επιβίωσης, κι ο Δημήτρης, ο μικρός γιος (Στάθης Κόικας), που πάντα προκαλούσε, πάντα ξεπερνούσε τα όρια. Το δεύτερο κεντρικό πρόσωπο είναι η Νίνα (Βιργινία Ταμπαροπούλου), εκείνη που έχει τη νοημοσύνη (και τη συναισθηματική) να ακούσει, να αφουγκραστεί, να κατανοήσει, να αφηγηθεί. Δίπλα της είναι ο Αντώνης (Βασίλης Ανδρέου), το δεύτερο στεφάνι της. Υπήρχε η κόρη της η Μαρία από τον πρώτο της γάμο (Άννα Μάγκου) και η Ερασμία (Λίλλυ Μελεμέ), το πρόσωπο της μεμψιμοιρίας, της δεισιδαιμονίας, της θρησκοληψίας, του συντηρητισμού. Όλοι και όλες, αλλά και οι ηθοποιοί που είχαν μικρότερη παρουσία στη σκηνή (Γιώργος Δάμπασης, Βασίλης Ζαφειρόπουλος, Ανδρέας Λαμπρόπουλος, Πάρης Λεόντιος) ενσάρκωσαν με τον καλύτερο τρόπο τους ήρωες και τις ηρωίδες του μυθιστορήματος.

    Κι αν όλα τα πρόσωπα του μυθιστορήματος απεικονίζουν ρεαλιστικά τη εποχή, την τάξη και το χαρακτήρα τους, το μόνο πρόσωπο που διαφέρει είναι η Νίνα. Η Βιργινία Ταμπαροπούλου, που την υποδύεται, θυμίζει περισσότερο μια φιγούρα του 21ου αιώνα, που κάποιες φορές μπαίνει στη θέση της Νίνας, προσπαθεί να την κατανοήσει και μπαίνει για λίγο στη θέση της. Προφανώς δεν του ξέφυγε του Στάθη Λιβαθινού. Ήταν κι αυτή η (ενδιαφέρουσα) επιλογή ένας ακόμη τρόπος να «δούμε» την ιστορία του Κώστα Ταχτσή από το σημείο που βρισκόμαστε, από το σήμερα. Αυτή η Νίνα ήταν μια σημερινή γυναίκα που ξεφύλλιζε ένα άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες, και κάθε τόσο κάποιες ζωντάνευαν και μας μετέφεραν τη στιγμή τους. Έτσι νομίζω ότι προσέγγισε ο Στάθης Λιβαθινός το συναρπαστικό κείμενο ενός συγγραφέα που «έχοντας απορρίψει τους κανόνες ενός στυλίστα, δημιουργεί ένα καινοφανές ύφος που παραπέμπει σ’ αυτό που κάποτε αόριστα αποκαλούμε ρωμιοσύνη». Σαν φωτογραφίες που για λίγο ζωντανεύουν. Και φέρνουν μαζί και μυρωδιές. Λιβάνι και θυμάρι, κυρίως. Και λίγη αστερόσκονη, τη μυρωδιά των ονείρων.

    * Τα εντός εισαγωγικών αποσπάσματα είναι από το επίμετρο του Μένη Κουμανταρέα στην επανέκδοση του μυθιστορήματος του Κώστα Ταχτσή το 2009 από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» τότε (πλέον το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ψυχογιός»). […]

    19.11.2025, Σελλά Όλγα «Το τρίτο στεφάνι, Κ. Ταχτσής, Στ. Λιβαθινός: σαν φωτογραφίες που ζωντανεύουν (της Όλγας Σελλά)», www.oanagnostis.gr

    Για το link πατήστε εδώ

  • Τρίτο Στεφάνι: Η ατμόσφαιρα της παράστασης μέσα από νέες φωτογραφίες

    Οι νέες φωτογραφίες από το «Τρίτο Στεφάνι» αποκαλύπτουν την ατμοσφαιρική, στοχαστική ματιά του Στάθη Λιβαθινού και της ομάδας του, που μεταμορφώνουν το κλασικό κείμενο του Ταχτσή σε μια ζωντανή, ποιητική παράσταση.

    Ο Στάθης Λιβαθινός, με τη σταθερή δημιουργική ομάδα που τον ακολουθεί εδώ και χρόνια, ανέβασε το “Τρίτο στεφάνι” του Κώστα Ταχτσή, μυθιστόρημα–ορόσημο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, σε μια τολμηρή θεατρική πρόταση σε διασκευή Στρατή Πασχάλη. Οι νέες φωτογραφίες από την παράσταση στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν αποκαλύπτουν την ατμόσφαιρα που κυριαρχεί.

    Η υπόθεση του “Τρίτου Στεφανιού” περιστρέφεται γύρω από τις ζωές δύο γυναικών, της Νίνας και της Εκάβης, που αφηγούνται –με χιούμορ, πίκρα, θυμό και τρυφερότητα– τις διαδρομές τους μέσα στον 20ό αιώνα. Μέσα από συνεχείς εξομολογήσεις, αναδρομές και συγκρούσεις, οι δύο γυναίκες ξετυλίγουν μια ολόκληρη Ελλάδα: από τις αρχές του αιώνα και τους Βαλκανικούς Πολέμους, ως την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τα Δεκεμβριανά. Οι προσωπικές τους ιστορίες –γάμοι, φιλίες, απώλειες, οικογενειακές εντάσεις, κοινωνικές πιέσεις– εκτίθενται με ωμότητα αλλά και βαθιά ανθρωπιά, αποκαλύπτοντας τον τρόπο που η Ιστορία διαπερνά και αναμορφώνει την καθημερινότητα.

    Το έργο παρακολουθεί τη φιλία, την αντιζηλία και την υπαρξιακή πάλη των δύο ηρωίδων, που ζουν και επιβιώνουν μέσα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Οι μνήμες τους γίνονται καθρέφτης ενός ολόκληρου έθνους σε διαρκή μετάβαση. Στον πυρήνα του βρίσκεται η ακάματη δύναμη των ανθρώπων να αντέχουν, να θυμούνται και να ξαναρχίζουν — ακόμη και όταν όλα μοιάζουν χαμένα. Το “Τρίτο Στεφάνι” είναι τελικά το χρονικό μιας εποχής, η ακτινογραφία μιας κοινωνίας και ένα αξεπέραστο πορτρέτο δύο γυναικών που, παρά τις αντιφάσεις τους, κουβαλούν την ελληνική ψυχή σε όλη της την ομορφιά και τη σκληρότητα.

    Η σκηνοθετική ματιά και οι συντελεστές

    Ο Λιβαθινός, με τη γνωστή του ευαισθησία και ακρίβεια, αντιμετωπίζει το κείμενο του Ταχτσή όχι σαν μνημείο, αλλά σαν ζωντανό υλικό που πάλλεται, που αναπνέει, που πονά. Το βλέμμα του σκηνοθέτη διαπερνά τις δεκαετίες: την Ελλάδα του Παύλου Μελά, των Βαλκανικών, του Μεσοπολέμου, της Κατοχής, του Εμφυλίου. Βλέπουμε τη μνήμη να γίνεται σκηνικό, τη φθορά να μεταμορφώνεται σε ποίηση, την καθημερινότητα να αποκτά μια σχεδόν επικίνδυνη οικειότητα. Το “επικίνδυνα καθημερινό” σύμπαν του Ταχτσή φωτίζεται με έναν τρόπο που αγγίζει βαθιά – σαν να μας επιστρέφει στις ρίζες μας, αλλά και στις ρωγμές μας.

    Οι δεκαπέντε ερμηνευτές: Βασίλης Ανδρέου, Αντώνης Γιαννακός, Γιώργος Δάμπασης, Βασίλης Ζαφειρόπουλος, Νίκος Καρδώνης, Στάθης Κόικας, Ανδρέας Λαμπρόπουλος, Πάρης Λεόντιος, Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Ερατώ Πίσση, Μαρία Σαββίδου, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Άρης Τρουπάκης βρίσκονται στο κέντρο αυτής της διαδρομής. Κινήσεις, βλέμματα, σιωπές: όλα λειτουργούν σαν πολλαπλά πρόσωπα της ίδιας ιστορίας. Ο καθένας τους γίνεται ένα θραύσμα της μνήμης που χάνεται και ταυτόχρονα επιμένει να θυμάται. Νίνα και Εκάβη, μέσα από αυτή τη συλλογική ανάσα, παίρνουν μορφή όχι μόνο ως χαρακτήρες αλλά ως το ίδιο το πρόσωπο της Ελλάδας – μιας χώρας που αλλάζει συνεχώς και ωστόσο μένει αναπάντεχα ίδια.

    18.11.2025, Αthinorama team «Τρίτο Στεφάνι: Η ατμόσφαιρα της παράστασης μέσα από νέες φωτογραφίες», Αθηνόραμα

     

    Για το link πατήστε εδώ