Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής.
Πρώτη Παράσταση: 16 Μαΐου 2025
Παραγωγή: Λυκόφως | Γιώργος Λυκιαρδόπουλος
Η παράσταση επαναλήφθηκε από 8 έως 23 Δεκεμβρίου 2025.
Λίγα λόγια για το έργο
Ένας μικρός άνθρωπος, απ’ αυτούς που όλοι προσπερνούν σχεδόν χωρίς να τους παρατηρούν, ο φτωχός ασήμαντος υπαλληλάκος Αξέντι Ιβάνοβιτς Ποπρίτσιν, δέχεται την κοινωνική πίεση, την αίσθηση ότι είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης, το βάρος της αποτυχίας που τον καθιστά μονίμως αόρατο. Στην προσπάθειά του να αναπληρώσει το κοινωνικό και υπαρξιακό κενό, ο Ποπρίτσιν θα κοιτάξει πολύ ψηλά. Μια φευγαλέα στιγμή -θεϊκή ή διαβολική άραγε;- πυροδοτεί τον έρωτά του για εκείνη, την κόρη του απρόσωπου και απόμακρου Διευθυντή του. Έκτοτε, θα δρομολογηθεί μια ανάστροφη πορεία κι ένα τρελό παιχνίδι με τα όρια της ιδιαίτερης όσο και ευαίσθητης προσωπικότητάς του, η οποία παλινδρομεί μεταξύ τρέλας, λεπταίσθητης κατανόησης και ιδιόρρυθμης δημιουργικότητας.
Με οδηγούς του -παρατηρητές, βοηθούς, κάποτε και αντιμάχους- δύο πρόσωπα που τον συνοδεύουν ως διαμεσολαβητές της περιπέτειάς του με τον κόσμο των «κανονικών», ο Ποπρίτσιν θα περάσει από την «ες Άδου Κάθοδον» σε μιαν απόπειρα παρηγορητικής ανόδου. Εντέλει, η διαδρομή αποκαλύπτει την ενορατική του φύση εμπλουτίζοντας την αντίληψη για τον κόσμο μέσα από την καταβύθιση στους δαιδάλους του ανθρώπινου νου. Η πορεία του, σπανίως ευθύγραμμη, σκληρή μα ιδιαζόντως απελευθερωτική, θα τον οδηγήσει σ’ ένα σωτήριο πέρασμα.
Η “ανύψωση” του Ποπρίτσιν τον οδηγεί από μιαν εφιαλτική και καταπιεστική καθημερινότητα σε μια λυτρωτική ζωτική διέξοδο και, τελικά, σε μια νέα πραγματικότητα η οποία, για άλλους, ονομάζεται τρέλα.
Πηγή: Λυκόφως
Απόδοση – Διασκευή: Έλσα Ανδριανού
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Μουσική επιμέλεια: Νέστωρ Κοψιδάς
Επιμέλεια κίνησης: Άννα Μάγκου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ηλέκτρα Μαγγίνα
Βοηθός Σκηνογράφου | Ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη
Αφίσα | Οπτική Ταυτότητα: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς
Φωτογραφία Promo & Παράστασης : Ελίνα Γιουνανλή
Διαφήμιση – social media: Renegade Media
Διεύθυνση παραγωγής: Κωνσταντίνα Αγγελέτου
Βοηθός παραγωγής: Ξένια Καλαντζή
Υποστήριξη παραγωγής «ΛΥΚΟΦΩΣ»: Κατερίνα Λιακόπουλου | Μυρτώ Κατσανεβάκη
Παραγωγή: Λυκόφως | Γιώργος Λυκιαρδόπουλος
Παίζουν (αλφαβητικά):
Γιώργος Δάμπασης
Νέστωρ Κοψιδάς
Λίλλυ Μελεμέ
* Στην παράσταση χρησιμοποιείται απόσπασμα από τον Ευγένιο Ονέγκιν του
Αλεξάντερ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν σε μετάφραση του Νίκου Παπακωνσταντίνου.
-
«Το ημερολόγιο ενός τρελού»: Η παράσταση του Στάθη Λιβαθινού επιστρέφει για δεύτερη χρονιά
Από τις 15 Δεκεμβρίου στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής
Μετά τις πολύ επιτυχημένες παραστάσεις «Συμφορά από το πολύ μυαλό», «Berlin Alexanderplatz», «Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί», με τις οποίες δόθηκε νέα πνοή τα τελευταία τρία χρόνια στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής, ο Στάθης Λιβαθινός και ο Πολιτιστικός Οργανισμός «Λυκόφως» επιστρέφουν και το 2025 στο ιστορικό θέατρο με ένα από τα διασημότερα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. «Το ημερολόγιο ενός τρελού» του Νικολάι Γκόγκολ. Το συγκλονιστικό πρωτοπρόσωπο αφήγημα του σπουδαίου Ρώσσου λογοτέχνη, παρουσιάζεται για 2η σεζόν και για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, σε μια εντελώς νέα θεατρική προσέγγιση.
Λίγα λόγια για το έργο:
Ένας μικρός άνθρωπος, απ’ αυτούς που όλοι προσπερνούν σχεδόν χωρίς να τους παρατηρούν, ο φτωχός ασήμαντος υπαλληλάκος Αξέντι Ιβάνοβιτς Ποπρίτσιν, δέχεται την κοινωνική πίεση, την αίσθηση ότι είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης, το βάρος της αποτυχίας που τον καθιστά μονίμως αόρατο. Στην προσπάθειά του να αναπληρώσει το κοινωνικό και υπαρξιακό κενό, ο Ποπρίτσιν θα κοιτάξει πολύ ψηλά. Μια φευγαλέα στιγμή -θεϊκή ή διαβολική άραγε;- πυροδοτεί τον έρωτά του για εκείνη, την κόρη του απρόσωπου και απόμακρου Διευθυντή του. Έκτοτε, θα δρομολογηθεί μια ανάστροφη πορεία κι ένα τρελό παιχνίδι με τα όρια της ιδιαίτερης όσο και ευαίσθητης προσωπικότητάς του, η οποία παλινδρομεί μεταξύ τρέλας, λεπταίσθητης κατανόησης και ιδιόρρυθμης δημιουργικότητας.
Με οδηγούς του -παρατηρητές, βοηθούς, κάποτε και αντιμάχους- δύο πρόσωπα που τον συνοδεύουν ως διαμεσολαβητές της περιπέτειάς του με τον κόσμο των «κανονικών», ο Ποπρίτσιν θα περάσει από την «ες Άδου Κάθοδον» σε μιαν απόπειρα παρηγορητικής ανόδου. Εντέλει, η διαδρομή αποκαλύπτει την ενορατική του φύση εμπλουτίζοντας την αντίληψη για τον κόσμο μέσα από την καταβύθιση στους δαιδάλους του ανθρώπινου νου. Η πορεία του, σπανίως ευθύγραμμη, σκληρή μα ιδιαζόντως απελευθερωτική, θα τον οδηγήσει σ’ ένα σωτήριο πέρασμα.
Η “ανύψωση” του Ποπρίτσιν τον οδηγεί από μιαν εφιαλτική και καταπιεστική καθημερινότητα σε μια λυτρωτική ζωτική διέξοδο και, τελικά, σε μια νέα πραγματικότητα η οποία, για άλλους, ονομάζεται τρέλα. […]
05.12.2025, Χριστίδου Κάτια «Το ημερολόγιο ενός τρελού: Η παράσταση του Στάθη Λιβαθινού επιστρέφει για δεύτερη χρονιά», www.zougla.gr
Για το link πατήστε εδώ
-
Είδαμε το ημερολόγιο ενός τρελού του Νικολάι Γκόγκολ στο θέατρο της οδού Κυκλάδων “Λευτέρης Βογιατζής”
Το διαχρονικό αριστούργημα του μεγάλου Ρώσσου συγγραφέα, έρχεται στο θέατρο της οδού Κυκλάδων σε σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία Στάθη Λιβαθινού και μετάφραση- διασκευή της Έλσας Ανδριανού.
Το ημερολόγιο είναι μια κραυγή του Γκόγκολ ενάντια στην υποκρισία της εποχής κι όλων των εποχών, ενάντια σε μια ανελέητη εξουσία που εκμηδενίζει τον άνθρωπο. Πού τον καθιστά μια ασήμαντη μονάδα με τον μοναδικό σκοπό να σκύβει το κεφάλι και να υποτάσεται. Οι χιλιάδες, εκατομμύρια τέτοιες ασήμαντες μονάδες αν έστω και για μια στιγμή συνειδητοποιούσαν ότι η δύναμή τους ενωμένη θα μπορούσε να τα γκρεμίσει όλα και να ξαναδημιουργήσει τον κόσμο από την αρχή, τώρα θα ζούσαμε σ’ έναν διαφορετικό κόσμο. Γιατί η εξουσία είναι μια θλιβερή μειοψηφία. Γι αυτό και προσπαθεί να χειραγωγήσει τις μάζες με πιστεύω και πεποιθήσεις περί της αδυναμίας τους και της συντριπτικής και ανίκητης δύναμης της Ένας Γολιάθ που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ηττηθεί.
Ωστόσο ο ήρωάς μας, ο δονκιχωτικος Αξέντι Ιβάνοβιτς Ποπρίσκιν, πείθεται από τις εργασιακές συνθήκες ότι είναι ένα τίποτα και δεν το αντέχει. Αρνείται να είναι ένα απρόσωπο γρανάζι μιας εξουσίας που στέκεται απέναντι στην ανθρώπινη φύση. Κάτι μέσα του υγιώς επαναστατεί, υγιώς εξοργίζεται, αυτές είναι οι φυσιολογικές αντιδράσεις ενός ισορροπημένου ανθρώπου.
Το πράγμα αρχίζει να γίνεται νοσηρό στο σημείο που εκείνος, ο φλογερός επαναστάτης μέσα του, μεταστρέφεται και θέλει κι ο ίδιος να αποκτήσει την εξουσία εναντίον της οποίας επαναστατεί.
Αυτή η διπολικότητα της εσωτερικής σύγκρουσης είναι που μετατρέπει την ευφυία σε τρέλα.
Για να αποδράσει από το σκοτάδι που τον κυκλώνει, ερωτεύεται την κόρη του διευθυντή του. Τρόπος του λέγειν, ερωτεύεται. Απλά θέλει να γίνει κάποιος. Η ασημαντότητα του μεταμφιέζεται σε μια εντύπωση ότι είναι πολύ σπουδαίος, ένας βασιλιάς κι ότι όταν το μάθουν οι άλλοι, θα γονατίσουν μπροστά του. “Η κόλαση μας είναι οι άλλοι” είπε ο Σάρτρ. Μήπως όμως εννοούσε ο μεγάλος φιλόσοφος την εξάρτηση από τους άλλους;
Πόσο απέχει η ευφυία από την τρέλα;
Πόσο η δυνατότητα του εν δυνάμει Θεού μέσα μας μπορεί όταν δεν της δοθούν οι σωστές διαστάσεις να διαστρεβλωθεί σε μια νοσηρή μεγαλομανία που ετεροκαθορίζει τον εκ γενετής αυτόφωτο άνθρωπο;
Από την άλλη η ευφυία του σκηνοθέτη Στάθη Λιβαθινού δημιουργεί εκείνον και τους άλλους. Μία κατά μέτωπο αντιπαράθεση, ή μια συμπονετική συμπόρευση;
Είναι σύμβουλοι, είναι φύλακες άγγελοι, είναι τρελογιατροί, ή φίλοι που δημιούργησε η τρομακτική μοναξιά του;
Είναι μήπως ένα κομμάτι μέσα του που αγωνίζεται ανεπιτυχώς να ξαναφέρει τη χαμένη ισορροπία;
Ένα τρίγωνο κατακερματισμένης αρμονίας διάστικτης από τραύματα.
Ο πατέρας, η μητέρα και το παιδί.
Ο Λιβαθινός δίνει στα πράγματα τις αρχετυπικές τους διαστάσεις, λέγοντας σκηνοθετικά ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο. Και πλέκει μια σκηνοθεσία σαν πολύτιμο κέντημα της γιαγιάς μας.
Δεν φωνάζει, δείχνει.
Δεν επαίρεται, εκφράζεται.
Δεν κάνει φασαρία, κάνει ποίηση!
Η δουλειά της Άννας Μάγκου στην επιμέλεια της κίνησης βάζει τον Αξέντι Ιβάνοβιτς σχεδόν να χορεύει στο ρυθμό της τρέλας του και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου φωτίζουν με συναίσθημα το πρόσωπο και τις εκφράσεις του, τον αγαπούν.
Τρεις σημαντικοί ηθοποιοί κοσμούν το υπέροχο έργο του Γκόγκολ.
Ο Γιώργος Δάμπασης στο ρόλο του Ιβάνοβιτς δίνει μια ερμηνεία ψυχής. Έχουμε μπροστά μας έναν αυθεντικό, έναν αληθινό Ρώσσο δημόσιο υπάλληλο. Μας καθηλώνει με την φλόγα της ερμηνείας του και την σχεδόν χορευτική του κίνηση. Ξεδιπλώνει βήμα βήμα την πορεία ενός ανθρώπου προς τη φυγή της τρέλας και μας παρασύρει στα “μεθυσμένα” του βήματα.
Η Λίλλυ Μελεμέ κι ο Νέστωρ Κοψιδάς ντυμένοι στα λευκά, δύο επιβλητικές φιγούρες με την απαραίτητη αποστασιοποίηση, πλαισιώνουν τον ήρωα σαν να είναι οι δυο μεγάλες λευκές φτερούγες του.
Ο Νέστωρ Κοψιδάς επιμελήθηκε την διακριτικά εκφραστική μουσική.
Η παράσταση το ημερολόγιο ενός τρελού μέσα από όλους τους συντελεστές της, τίμησε τον μεγάλο συγγραφέα με την ανάδειξη των μηνυμάτων και των συμβολισμών του!
03.06.2025, Σάββα Λένα «Είδαμε το Ημερολόγιο ενός τρελού στο θέατρο της οδού Κυκλάδων», θεατρο.gr
Για το link πατήστε εδώ
-
Το ημερολόγιο ενός τρελού: Ο Γιώργος Δάμπασης στο θέατρο της οδού Κυκλάδων σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού
Το Ημερολόγιο ενός Τρελού του Νικολάι Γκόγκολ είναι μια νουβέλα γραμμένη το 1834, που καταγράφει την ψυχολογική κατάρρευση ενός κατώτερου δημόσιου υπαλλήλου, του Αξέντι Ιβάνοβιτς Προπίτσιν.
Το έργο παρουσιάζεται με τη μορφή ημερολογίου, γραμμένου σε πρώτο πρόσωπο, αποδίδοντας τη σταδιακή μετάβαση του ήρωα από την πλήξη της καθημερινότητας στην απόλυτη παράνοια. Στην αρχή, ο Προπίτσιν καταγράφει τις συνηθισμένες του μέρες, εκφράζοντας τη δυσφορία του για τη θέση του και την κοινωνική του κατωτερότητα. Σύντομα όμως, οι καταγραφές του αρχίζουν να αποκλίνουν από την πραγματικότητα.
Εμμονικός με την κόρη του διευθυντή του, κατασκοπεύει το σκυλάκι της και αρχίζει να διαβάζει φανταστικές επιστολές μεταξύ σκύλων, φανταζόμενος ότι του αποκαλύπτουν μυστικά για την κοπέλα. Αποκορύφωμα της παράνοιάς του αποτελεί η πεποίθησή του πως είναι ο βασιλιάς της Ισπανίας, υιοθετώντας τον τίτλο Φερδινάνδος Η’. Οι ημερολογιακές καταχωρήσεις γίνονται όλο και πιο παράλογες, μέχρι που διαλύεται πλήρως η αίσθηση του χρόνου και της λογικής. Τελικά, ο ήρωας μεταφέρεται σε ψυχιατρικό ίδρυμα, όπου και βιώνει την πραγματικότητα ως μια σειρά βασανιστηρίων από την Ιερά Εξέταση ικετεύοντας τη μητέρα του να τον σώσει.
Στη παράσταση, δεν έχουμε απλώς ένα συνήθη θεατρικό μονόλογο — έχουμε μια καθοδική σπειροειδή βύθιση στην παράνοια. Ο Γκόγκολ, μέσα από την εσωτερική φωνή του Προπίτσιν, δημιουργεί ένα σπαρακτικό ψυχογράφημα ενός ανθρώπου που καταρρέει, όχι με κραυγές, αλλά με ψιθύρους, με σκόρπιες λέξεις, με λέξεις που λιώνουν πάνω στη σκηνή.
Η θεατρική μεταφορά του Στάθη Λιβαθινού, σκηνοθετεί τον Γιώργο Δάμπαση να μεταμορφώνεται επί σκηνής: από καθημερινός γραφιάς σε βασιλιά Ισπανίας, από γελοίος σε τραγικός. Ο φωτισμός και ο ήχος αποκτούν καθοριστικό ρόλο· οι ημερολογιακές ημερομηνίες που αλλοιώνονται, οι φωνές των σκύλων, το ψυχιατρείο που παρουσιάζεται ως παλάτι – όλα αυτά δεν είναι μόνο στοιχεία πλοκής, αλλά παλλόμενα σύμβολα ενός εσωτερικού διαμελισμού.
Το έργο μιλά για την ανθρώπινη μοναξιά, για το αίσθημα απαξίωσης, για τη δίψα του «ανώνυμου» για αναγνώριση. Και είναι τρομακτικό, γιατί ο Προπίτσιν δεν διαφέρει και τόσο από τον θεατή. Η παράσταση πρέπει να είναι κλειστοφοβική, εσωτερική, διαρκώς σιωπηλή — μέχρι τη στιγμή της έκρηξης: «Μάνα, κοίτα πως βασανίζουν το παιδί σου!»
Τι είδαμε
Η παράσταση Το Ημερολόγιο ενός Τρελού στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων είναι μια καθηλωτική θεατρική εμπειρία, αποτυπωμένη ανεξίτηλα στη μνήμη των θεατών, χάρη στην εκπληκτική ερμηνεία του Γιώργου Δάμπαση και τη βαθιά στοχαστική σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού.
Ο Γιώργος Δάμπασης, στον απαιτητικό ρόλο του Αξέντι Ιβάνοβιτς Προπίτσιν, προσέφερε μια σπάνια ερμηνευτική σπουδή πάνω στην ανθρώπινη αποδόμηση. Με εσωτερικότητα, ευφυή σωματικότητα και απόλυτο έλεγχο της εναλλαγής ψυχικών καταστάσεων, κατάφερε να μεταφέρει το κοινό από το χιούμορ στον τρόμο, από τη γελοιότητα στην τραγωδία, χωρίς ποτέ να διολισθήσει στην υπερβολή. Η ερμηνεία του δεν ήταν απλώς θεατρική· ήταν βιωματική, ωμή, ανθρώπινη. Ο Δάμπασης δεν «έπαιζε» την τρέλα — την κατοικούσε.
Ο Στάθης Λιβαθινός, με τη χαρακτηριστική του προσήλωση στη λεπτομέρεια και τον σεβασμό στο κλασικό κείμενο, παρέδωσε μια σκηνοθεσία που τιμούσε τη λογοτεχνική δύναμη του Γκόγκολ, ενώ ταυτόχρονα αναδείκνυε τον διαχρονικό ψυχικό πόνο του ήρωα. Η λιτή σκηνική σύνθεση, ο ποιητικός φωτισμός και η ατμοσφαιρική χρήση του ήχου συνέθεσαν ένα ασφυκτικόσύμπαν, όπου ο θεατής γινόταν μάρτυρας της εσωτερικής διάλυσης ενός ανθρώπου. Ο Λιβαθινός δεν προσπάθησε να εξηγήσει την τρέλα — την άφησε να μιλήσει μόνη της, μέσα από τη σιωπή, το βλέμμα, τον ψίθυρο.
Η παράσταση αυτή δεν ήταν απλώς ένα θεατρικό ανέβασμα ενός κλασικού έργου. Είναι ένα υπαρξιακό κάλεσμα σε όλους εμάς που στεκόμαστε κάθε μέρα στα όρια της λογικής, σε έναν κόσμο που μοιάζει ολοένα πιο παράλογος. Και αυτήν την λεπτή ισορροπία, ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, ο Δάμπασης και ο Λιβαθινός την απέδωσαν με σπάνια καλλιτεχνική αρτιότητα. […]
25.05.2025, Κοσμά Κωνσταντίνα «Το ημερολόγιο ενός τρελού: Ο Γιώργος Δάμπασης στο θέατρο της οδού Κυκλάδων σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού», www.madata.gr
Για το link πατήστε εδώ
-
Το ημερολόγιο ενός τρελού του Γκόγκολ στο Θέατρο Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής σε αναλυτική σκηνοθεσία τού φωτισμένου θεατράνθρωπου Στάθη Λιβαθινού
Οι διαχρονικοί συγγραφείς γίνονται «Κλασικοί» πρώτον γιατί είναι «θεατρικοί», δεύτερον γιατί υπερβαίνουν το συμβατικό χωροχρονικό πλαίσιο (χρειάζεται ιδιαίτερη τόλμη και αξιοθαύμαστο ηρωισμό κάτι τέτοιο) και τρίτον γιατί μελετούν τόσο βαθιά την ανθρώπινη κατάσταση που δεν κρίνουν ματαίως το ταλαίπωρο έλλογον όν (το μόνο με συνείδηση τού Χρόνου και του προδεδιαγραμμένου τέλους του).
Ο «τρελός» τού Γκόγκολ προοικονομεί και «προφητεύει» τον εξισλαμισμό τής Γαλλίας!!! Άλλη μία περίπτωση “Poeta vates” («ποιητή προφήτη» κατά τους Λατίνους); Ή απλώς «αναλογική σκέψη» που μετατρέπεται σε επαγωγική, αφού περάσει από την αναλυτική;
Ο αντιήρωας που διαλέγει εδώ να διεκτραγωδήσει τα δεινά του ο Γκόγκολ δεν είναι ο αιώνια ψυχιατριζόμενος, εγκλειόμενος, αποκλεισμένος από την κοινωνία «αποδιοπομπαίος φαρμακός». Η τρέλα του δεν είναι κολλητική έτσι ώστε να του κρεμάσουν κουδούνια. Είναι ανατρεπτικός γιατί αμφισβητεί (χωρίς την απαραίτητη «ποιητική άδεια») την ταξική κοινωνία τής εποχής του και το υφιστάμενο σύστημα βασιλικής-τσαρικής εξουσίας. Εάν δήλωνε πως είναι απλώς νόθος υιός κάπου μουρντάρη ευγενούς, ή απλού φεουδάρχη, ή – έστω – ανερχόμενου μικρομεσοαστού, τα πράγματα θα ήταν λιγότερο επώδυνα για τον ίδιον και λιγότερο επικίνδυνα για την πολιτική ζωή τού τόπου του, ιδιαίτερα σε περίοδο μεγάλων επαναστάσεων. Η κακή συγκυρία όμως είναι εις βάρος του. Πρέπει να τους ξερριζωθούν από το μυαλό οι άσκοπες ιδεοληψίες και να «συν-μορφωθεί» με τους άλλους. Αυτός αρνείται. Όχι γιατί πιστεύει κατά βάθος αυτή την χαρακτηριστική φυγή του από την ασφυκτική δημοσιοϋπαλληλική του καθημερινότητα στο σουρεαλιστικό «παράλογο» μήτε γιατί είναι «σχιζοφρενής», όπως θα διαγιγνώσκετο σήμερα. Το τραύμα του δεν είναι μόνον ερωτικό, είναι αποδοχής τής ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του, είναι κραυγή ελευθερίας, αλήθειας και χαράς. Είναι εν τέλει «ποιητική» η συγγνωστή παράνοιά του και θα ήταν γραφική έως και συμπαθητική εάν είχε περισσότερο αυτοσαρκασμό και λιγότερη σοβαροφάνεια. Εάν το “target group” τής δημόσιας δήλωσής του αυτής ήταν η – ας πούμε – η κόρη τού ταβερνιάρη κι όχι η κόρη τού Κυρίου Διευθυντού του!!! Αυτή η έμπρακτη («λόγω τε και έργω») αμφισβήτηση τής πυραμιδοειδούς ιεραρχίας είναι το ασυγχώρητο πολιτικό αμάρτημά του. Εξ αυτού του λόγου και μόνον πρέπει να εξοντωθεί, να ξαναγυρίσει στην προεφηβική ανυποληψία, να ξαναγίνει έμβρυο στη μήτρα τής μάννας του, που μάλλον ως μητριά τον μεγάλωσε, υπακούοντας πιθανώς κι εκείνη στα δικά της στερεότυπα.
Ο κατά Γκόγκολ «τρελός» είναι η χαριτωμένη εκδοχή τού επαναστάτη, τού ποιητή, του οραματιστή, του ονειροπόλου έστω… Υποθέτουμε βασίμως πως εάν είχε γυρίσει όλη εκείνη τη δημιουργικότητα σε κάτι κοινωφελές θα είχε διαπρέψει. Όμως τι περιθώρια υπήρχαν για μια τόσο ευφάνταστη νόηση στο πολιτικό, κοινωνικό, εργασιακό περιβάλλον τής εποχής του; Μηδαμινά. Αντίθετα με την εποχή μας που προτάσσει την ανάγκη συμπεριλήψεως εξαιρετικών ανθρώπων με ασυνήθιστες νοητικές διεργασίες, που κάποτε εθεωρούνταν «αιρετικές» ή και «σατανικές».
Οι μεσαιωνικές «μάγισσες» διαπρέπουν τώρα στο χώρο τής Μόδας, της Διαφήμισης, της ευπώλητης μυθοπλασίας, στο Χρηματιστήριο, στο Διαδίκτυο, σε πολλές δημιουργικές πολιτιστικές βιομηχανίες. Σημεία των καιρών; Ευτυχώς λέω εγώ, παρά εκείνο το αξιοθρήνητο τέλος ενός ευφάνταστου όντος που αμφισβήτησε αυτοκαταστροφικώς τις δεισιδαιμονίες, τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα της εποχής του.
Εκπληκτική η σκηνοθεσία τού φωτισμένου θεατράνθρωπου Στάθη Λιβαθινού, που έθεσε τον ήρωά του σε διπλή φουτουριστική ανάκριση, ψηφιακή ανάλυση, ηλεκτρονική παρακολούθηση, εντομολογική μελέτη στο πλαίσιο μιας έρευνας που ξεκίνησε από τον Διαφωτισμό και διερευνά συνεκδοχικώ τω τρόπω το Συλλογικό Ασυνείδητο μέσα από τις ατομικές παρεκτροπές τής λογικής αλληλουχίας νοησιαρχικών δομών που τρίζουν τώρα συθέμελα, σε μια εποχή που ο Πύργος τής Βαβέλ θεμελιώνεται σε ρευστά διαδικτυακά θεμέλια.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη, η Ρομποτική Βιομηχανική Επανάσταση, η Κβαντομηχανική σε συσκευές καθημερινής υπολογιστικής χρήσεως, θα τονίσουν εκ των υστέρων με καινοφανές φως πεπαλαιωμένες πεπερασμένες εκδηλώσεις τής Φυσικής Νοημοσύνης που είχε υποτιμηθεί μέχρι πρότινος.
Η ημερήσια ονειροπόληση (“daydreaming”) μπορεί να είναι το νόμιμο αντίδοτο, το μόνιμο ανασταλτικό τού “burn out” στο διασπασμένο εργασιακό πεδίο τού αμέσου μέλλοντος. Η βραχυπρόθεσμη οπτική μας δεν είναι αρκετή αφ’ εαυτής να καταδείξει μήτε τους ελλοχεύοντες κινδύνους μήτε τις εν δυνάμει ευκαιρίες ατομικής τε και συλλογικής αναπτύξεως.
Μπορεί ο «τρελός» του Γκόγκολ να είναι το μέλλον τής Ανθρωπότητας, η επόμενη δαρβινική εξελικτική της φάση. Μπορεί μόνον μέσα στη φαντασία το τραγικό έλλογο όν να μπορεί να ξαποστάσει, να διασκεδάσει, να ψυχαγωγηθεί εν τέλει στον εικοστό πρώτο αιώνα τής ανυπαρξίας μυστηρίων.
Οι αθάνατοι, διαχρονικοί, κλασικοί Λογοτέχνες είναι αυτόχρημα και θεατρικοί συγγραφείς γιατί διαγιγνώσκουν τα κοινωνικά ρεύματα πριν χτυπήσουν την εκάστοτε ακτή και προλέγουν τις όποιες φαινομενικές επιπτώσεις τους στον καθρέφτη τού Χωροχρόνου.
Σπουδαία παράσταση. Αναδεικνύει πολλαπλά υποστρώματα τού κειμένου. Μην την χάσετε. […]
20.05.2025, Μπούρας Κωνσταντίνος «Το ημερολόγιο ενός τρελού του Γκόγκολ στο Θέατρο Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής σε αναλυτική σκηνοθεσία τού φωτισμένου θεατράνθρωπου Στάθη Λιβαθινού», www.fractalart.gr
Για το link πατήστε εδώ
-
‘Ελσα Ανδριανού: “Ο τρελός μας διαλύεται, επανασυντίθεται και θριαμβεύει”
Σταθερή συνεργάτιδα του Στάθη Λιβαθινού, η Έλσα Ανδριανού μάς μιλά για τη μετάφραση και τη διασκευή του «Ημερολόγιου ενός τρελού», που ανεβάζει ο γνωστός σκηνοθέτης στο Θέατρο Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής» για δεύτερη χρονιά (από 8/12).
Το “Ημερολόγιο ενός τρελού” του Νικολάι Γκόγκολ, το συγκλονιστικό πρωτοπρόσωπο αφήγημα του σπουδαίου Ρώσου λογοτέχνη, παρουσιάζεται για δεύτερη χρονιά (από 8/12), σε μια εντελώς νέα θεατρική προσέγγιση στη σκηνή του Θεάτρου Οδού Κυκλάδων “Λευτέρης Βογιατζής”. Γιώργος Δάμπασης, Νέστωρ Κοψιδάς και Λίλλυ Μελεμέ πρωταγωνιστούν στην παράσταση που υπογράφει ο καταξιωμένος σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός, σε μετάφραση και διασκευή της σταθερής συνεργάτιδάς του ‘Έλσας Ανδριανού. Η εξαιρετική συγγραφέας, δραματολόγος, διασκευάστρια και μεταφράστρια δεν προσεγγίζει το “Ημερολόγιο ενός τρελού” του Γκόγκολ ως μουσειακό αντικείμενο αλλά ως ζωντανό υλικό. Ανιχνεύει στην “τρέλα” του ήρωα ένα πέρασμα, μια πράξη εσωτερικής και πολιτικής αντίστασης, σκηνικά μεταφρασμένη σε ποιητική πολλαπλότητα φωνών. Διαβάστε όσα μας είπε.
Πώς προσεγγίσατε τη μετάφραση και τη διασκευή του έργου; Υπήρξαν σημεία στο κείμενο του Γκόγκολ που θεωρήσατε απαραίτητο να προσαρμόσετε στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;
Όσον αφορά στη μετάφραση, χρησιμοποίησα ως βάση τη γαλλική μετάφραση του Louis Viardot. Θεώρησα πλεονέκτημα ότι, αφ’ ενός έχει γίνει μόλις μια δεκαετία μετά τη συγγραφή του έργου και συνεπώς “διαβάζει” με ευχέρεια συμφραζόμενα της εποχής που υπονοούνται στο κείμενο του Γκόγκολ και, αφ’ ετέρου, ότι αν και ο ίδιος ο μεταφραστής, σημαντικός λόγιος και θεατράνθρωπος της εποχής, δεν μιλούσε Ρώσικα, δούλεψε σε συνεργασία με τον Τουργκένιεφ, ο οποίος υπήρξε η γέφυρα προς το πρωτότυπο -καθόλου αμελητέος διαμεσολαβητής νομίζω. Περαιτέρω, όπως πάντα όταν δουλεύουμε με τον Στάθη (Λιβαθινό) σε ρώσικο έργο, είχα τη δυνατότητα πλήρους αποσαφήνισης των όποιων αμφιλεγόμενων σημείων από το πρωτότυπο. Η μετάφραση -και δη η μετάφραση για το θέατρο- γίνεται πάντοτε, τουλάχιστον όπως το αντιμετωπίζω εγώ, σε γλώσσα σύγχρονη μεν, όχι επί τούτου επικαιρική δε. Η σύγχρονη πραγματικότητα είναι η συνθήκη στην οποία υπάρχουμε -ούτως ή άλλως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε απ’ αυτήν- οπότε, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει λόγος να γινόμαστε περιγραφικοί ως προς το πόσο σύγχρονοι είμαστε. Έχω την αίσθηση πως έτσι τα κείμενα καθίστανται αφελέστερα και οι θεματικές συνδέσεις αποδυναμώνονται στην αγωνία να υποδείξουμε στον θεατή τρέχουσες αναλογίες τις οποίες θα κάνει ούτως ή άλλως -ή και όχι. Εννοείται, ότι μεγάλη σημασία στις γλωσσικές επιλογές έχει η προφορικότητα και η δυνάμει δραστικότητα του κειμένου, δεδομένου ότι δουλεύω πάντα για τη σκηνική πράξη. Όσον αφορά στη διασκευή, πέρα από το γεγονός ότι δουλεύτηκε στην πρόβα με τον Στάθη και τους ηθοποιούς σε μια παραλληλία διασκευής και δραματουργικής ανάλυσης, υπάρχουν σημεία που η γλώσσα αλλάζει ύφος εσκεμμένα από τον κύριο καμβά της. Παίζουμε σε μια ευρεία υφολογική γκάμα -από τη μίμηση της φτηνής ποίησης που συναντάς στα στιχάκια ημερολογίου έως τον οραματικό τόνο των αγιολογικών κειμένων τα οποία έχουν ούτως ή άλλως επηρεάσει τη νεοελληνική ποίηση- με στόχο μια πρόσφορη για την παράσταση σκηνική γλώσσα και όχι την συνέπεια που θα απαιτούσε μια έκδοση του έργου.
Η δραματουργική σας προσέγγιση έδωσε έμφαση σε κάποιο συγκεκριμένο σύμβολο ή μοτίβο του έργου που θέλατε να αναδείξετε ιδιαίτερα;
Όταν δουλεύουμε με τον Στάθη, τα θέματα αναδεικνύονται σταδιακά μέσα από τον διάλογο στην πρόβα. Εννοείται, βεβαίως, πως υπάρχουν στοιχεία που προσωπικά με συγκινούν ιδιαίτερα και θα τα επεσήμαινα ξεχωριστά. Εν προκειμένω, το μοτίβο του “εξόριστου” ανθρώπου που φτάνει στην υπέρβαση μόνο και μόνο για να αποκτήσει εκ νέου πρόσωπο κατακτώντας παντί τρόπω την ανθρώπινη υπόσταση που του στερούν, νομίζω πως αποτελεί τον κεντρικό άξονα αυτού που φτιάχνουμε, τόσο με την υπαρξιακή, όσο και με την πολιτική σημασία του. Κατά τη γνώμη μου δε, αυτά τα δύο, η υπαρξιακή αναζήτηση και η πολιτική χειρονομία σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ, συνδέονται. Παράλληλα -και σε διάλογο με αυτό- νομίζω πως ανοίγονται συνεχώς με έξυπνο τρόπο ερωτηματικά για τη σημασία και τα όρια της λεγόμενης “κανονικότητας”. Το θεωρώ ενδιαφέρουσα διάσταση σε μια εποχή ισοπέδωσης.
Η τρέλα στο έργο του Γκόγκολ είναι συχνά μια μορφή αντίστασης ή διαφυγής από την κοινωνική πίεση. Πώς ερμηνεύεται αυτή η”τρέλα” στη δική σας διασκευή;
Ναι, ό,τι αποκαλούμε “τρέλα” στον Γκόγκολ -και όχι μόνο- είναι όντως μορφή αντίστασης. Συγχρόνως είναι ένα Πάσχα, πέρασμα. Νομίζω πως πολύ σωστά επισημάνατε τόσο τη λύτρωση, όσο και την κατάρρευση, μόνο που προσωπικά δεν θα τα διαχώριζα απαραιτήτως. Αν δεν καταρρεύσει ένα προηγούμενο σύστημα, αποκλείεται να “λυτρωθούμε” -ή να ελπίσουμε έστω- σ’ ένα επόμενο. Αυτό νομίζω ότι ισχύει σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο. Οπότε, ο “τρελός” μας διαλύεται, επανασυντίθεται και θριαμβεύει αντανακλώντας μιαν εποχή -τη δική μας- που όλα μοιάζουν υπό κατάρρευση, αλλά σίγουρα κάπου υπάρχει ένα προσδοκώμενο φως, ανεξαρτήτως αν τώρα το βλέπουμε μέσα από το σκότος. Ο Ποπρίτσιν στην ανάγνωσή μας, περνά μιαν οδυνηρή περιπέτεια, εκβάλλεται από την κοινωνία των κανονικών, ξαναζεί την ιστορία του, γίνεται αντικείμενο και, εντέλει, καθίσταται ποιητικό, άρα και πολιτικό, υποκείμενο.
Το “Ημερολόγιο ενός τρελού” είναι κατά βάση ένα εσωτερικό αφήγημα, σχεδόν μονολογικό. Πώς δουλέψατε τη ροή του κειμένου με τρεις ηθοποιούς επί σκηνής;
Είχαμε εξ αρχής τη διάθεση να ξεφύγουμε από το προφανές: τη μονολογικότητα ως περιγραφή της μοναχικής ύπαρξης. Ναι, το κείμενο του Γκόγκολ είναι σε πρώτο πρόσωπο, εντούτοις σφύζει από εσωτερική ζωή προσώπων με τα οποία ο ήρωας συναντιέται, συγκρούεται, συνδέεται, ενώ συγχρόνως ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος εάν όντως υπήρξαν ή αν είναι κατασκευές του μυαλού του. Χωρίς να διαταραχθεί η κυριαρχία της μονολογικότητας, βρήκαμε ενδιαφέρουσες όψεις στο βλέμμα του άλλου που είναι και δεν είναι παρών, οδηγεί ή παραπλανά, βοηθά ή παγιδεύει το πάσχον πρόσωπο. Σίγουρα, πάντως, το παρατηρεί και με το βλέμμα του το επηρεάζει, τουλάχιστον στο βαθμό που επιδρούν οι παρατηρητές στο γνωστό παράδειγμα του Αϊνστάιν με το τρένο. Οι συμπαίκτες του κεντρικού προσώπου επηρεάζουν την ίδια του την υπόσταση, αν και με μη συμβατικό θεατρικά τρόπο. Συγχρόνως αποτελούν διαμεσολαβητές του βλέμματος του θεατή πολλαπλασιάζοντας τα κάτοπτρα και εμπλουτίζοντας την “κάθετη” ανάγνωση.
Με ποιον τρόπο ελπίζετε να συνομιλήσει αυτή η παράσταση με το σημερινό κοινό;
Προσωπικά, πιστεύω πως ποτέ δεν υπάρχει ένα μόνο κοινό, με τον γενικευτικό τρόπο που όλοι μας συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε τον όρο. Έτσι, πάντοτε ελπίζω πως κάποιοι θεατές θα κινητοποιηθούν ψυχονοητικά με τρόπο που δεν έχουμε καν σκεφτεί όσοι συντελούμε στη δημιουργία μιας παράστασης. Πέρα απ’ αυτό όμως, εφ’ όσον με ρωτάτε, προφανώς δυσκολεύομαι να μην προβάλω το δικό μου βλέμμα στην ανάγνωση. Νομίζω πως ζούμε σε εποχή απόλυτης σιωπής μέσα σε μια τεράστια φασαρία. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η αντίφαση σχεδόν δεν μας επιτρέπει να υπερασπιστούμε έναν εαυτό συμβατό -ή έστω συνομιλούντα- με τους άλλους, ούτε και να ονειρευτούμε έναν κόσμο που πραγματικά θα μας περιλαμβάνει -εμάς μαζί με άλλους, όχι την πλαστή ή την δέουσα εικόνα μας. Δεδομένου πως ο Ποπρίτσιν βγαίνει σχεδόν από τον εαυτό του για να επανεφεύρει έναν άλλον, ανεκτό από τον ίδιον πρωτίστως, έστω και συγκρουόμενος με κάθε έννοια “κανονικότητας”, ευελπιστώ πως θα έχει να πει κάτι σε κάποιους θεατές. Λίγο – πολύ όλοι είμαστε κλεισμένοι στη δική μας ατομικότητα και, ενώ ασφυκτιούμε, τρομάζουμε στη σκέψη μιας ηρωικής -έστω και απέλπιδος- εξόδου. Ο “τρελός”, ο σαλός, ο αποδιοπομπαίος τράγος, πληρώνει το κόστος να είναι ένα μηδενικό και, εντέλει, τολμά να γίνει συγχρόνως ποιητής μα και ποίημα. Μήπως αυτό δεν είναι το θέατρο τελικά; Ένα εργαστήρι που καμιά φορά μας επιτρέπει “άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά”.
16.05.2025, Κρύου Μαρία «’Ελσα Ανδριανού: “Ο τρελός μας διαλύεται, επανασυντίθεται και θριαμβεύει”», Αθηνόραμα
Για το link πατήστε εδώ