Συμφορά από το πολύ μυαλό – Αλεξάντρ Γκριμπογέντοφ

2021

Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας – Λευτέρης Βογιατζής»

Πρώτη παράσταση: 6 Νοεμβρίου 2021

Μια παραγωγή του Πολιτιστικού Οργανισμού «Λυκόφως»

[…] «Συμφορά από το πολύ μυαλό» του Αλεξάντρ Γκριμπογέντοφ σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, με μια καινούργια 13μελή ομάδα νέων και παλαιότερων ηθοποιών και σε νέα έμμετρη μετάφραση της Έλσας Ανδριανού. Το θεμελιώδες αυτό κείμενο ανέβηκε για πρώτη φορά από τον Λευτέρη Βογιατζή το 1986 και έκτοτε δεν παρουσιάστηκε ποτέ ξανά στην Ελλάδα.

Η νέα σύγχρονη προσέγγιση του Στάθη Λιβαθινού πάνω στην κλασική αυτή ρώσικη κωμωδία επιχειρεί να αναδείξει τις -σχεδόν σκανδαλώδεις- αναλογίες του με το δικό μας «σήμερα» και συνομιλεί με τη δηκτική ανατομία των αρχών του ρωσικού 19ου αιώνα που έχει φιλοτεχνήσει ο Γκριμπογέντοφ αξιοποιώντας τα μοτίβα της κλασικής ευρωπαϊκής κωμωδίας κάτω από τα οποία αναδύονται συνεχώς η ανελέητη κριτική και η πικρή επίγνωση.

Η ματαιωμένη επιστροφή και η κανιβαλική κατακρήμνιση του ευφυούς πολυτάλαντου που αρνείται με απόλυτο τρόπο να προσαρμοστεί σε μια κοινωνία που αποθεώνει τη μετριότητα, η μετωπική σύγκρουση μιας ειλικρινούς ιδεολογικής στάσης με την αέναη προσαρμογή που εξασφαλίζει την επιτυχία, η απουσία ελπιδοφόρας πολιτικής δράσης σε εποχές που υπάρχει απόλυτη ανάγκη αλλαγής ενώ το νέο δεν διαφαίνεται ακόμη, η αντιπαράθεση ενός πολιτισμού εικονικής ελαφρότητας με τις πραγματικές ανάγκες επιβίωσης, ο χρόνος που αλλοιώνει τα πάντα οδηγώντας τα στο αναπόφευκτο τέλος, η ερωτική προδοσία που ακυρώνει σχέσεις ζωής αντικαθιστώντας τις με ανούσιες συμβατικές, είναι μόνο μερικά από τα θέματα που εντοπίζονται, τόσο στο χαοτικό παρόν μας, όσο και στην κοινωνία την οποία στοχοποιεί η οξεία σατιρική ματιά του Γκριμπογέντοφ.

Η παράσταση σηματοδοτεί την επιστροφή του Στάθη Λιβαθινού στο ελεύθερο θέατρο, καθώς πρόκειται για την πρώτη του σκηνοθεσία μετά τη θητεία του ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου.

Μετάφραση: Έλσα Ανδριανού
Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική: Δημήτρης Μαραμής
Χορογραφία: Πάρης Λεόντιος
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Έμιλυ Λουϊζου | Σοφία Παλάτη
Βοηθός Σκηνογράφου – Ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Βίντεο: Χρήστος Δήμας

Διανομή:

Πάβελ Αφανασίεβιτς Φαμούσοφ: Νέστωρ Κοψιδάς
Σοφία Παύλοβνα: Ιωάννα Κολλιοπούλου
Λίζα: Νεφέλη Μαϊστράλη
Αλεξέι Στεπάνοβιτς Μολτσάλιν: Ερρίκος Μηλιάρης
Αλεξάντρ Αντρέιτς Τσάτσκι: Δημήτρης Φιλιππίδης
Σεργκέι Σεργέιτς Σκαλοζούμπ: Παναγιώτης Παναγόπουλος
Ναταλία Ντμίτριεβνα: Αθανασία Κουρκάκη
Πλάτον Μιχαήλοβιτς: Μάριος Κρητικόπουλος
Πριγκίπισσα: Τζωρτζίνα Δαλιάνη
Αντόν Αντόνοβιτς Ζαγκορέτσκι: Θέμης Θεοχάρογλου
Χλιοστόβα: Λίλλυ Μελεμέ
Ρεπετίλοφ: Γιλμάζ Χουσμέν
Πετρούσα: Πάρης Λεόντιος

 

 

 
 
  • Θέατρο (Κριτική) – Συμφορά από το πολύ μυαλό

    Το σατιρικό για τη ρωσική κοινωνία του 19ου αι. έργο ανεβαίνει σε μια παράσταση προσεγμένη σε κάθε της λεπτομέρεια, από την οποία όμως λείπει το ιδεολογικό εκτόπισμα πέραν της αισθητικής τέρψης.

    Μια παράσταση σπάνιας ομορφιάς υπογράφει ο Στάθης Λιβαθινός στο μάλλον άγνωστο έργο του 1820, το μοναδικό που έγραψε ο διπλωμάτης Αλεξάντρ Γκριμπογέντοφ και έχει ανέβει μόλις μία φορά στη χώρα μας, τριάντα πέντε χρόνια πριν, από τον Λευτέρη Βογιατζή στο ίδιο θέατρο. Μέσα από ένα ματαιωμένο love story, ο Γκριμπογέντοφ σατιρίζει την κοινωνία της εποχής του: στο επίκεντρο, βρίσκεται η επιστροφή ενός φλογερού, ασυμβίβαστου νέου, του Τσάτσκι, στη Μόσχα, όπου βρίσκει την άλλοτε αγαπημένη του, Σοφία, να ερωτοτροπεί με έναν άνθρωπο αμφίβολης ηθικής ποιότητας, τον Μολτσάλιν, ενώ ο πατέρας της, Φάμουσοφ, επιδιώκει το γάμο της με έναν γελοίο συνταγματάρχη. Δίπλα τους, ξεδιπλώνεται ένα γλαφυρό μωσαϊκό της ρωσικής κοινωνίας, που αποτελείται από πρόσωπα υποκριτικά, υπερφίαλα, μεγαλοπιασμένα, τα οποία ο Τσάτσκι ξεμπροστιάζει με την πρώτη ευκαιρία, καταλήγοντας μισητός και ανεπιθύμητος.

    Ο Στάθης Λιβαθινός ανεβάζει με περισσή φροντίδα αυτό το πικρό έργο –μια μελαγχολική σάτιρα με υποφώσκουσα δραματικότητα–, σε μια παράσταση καλοπαιγμένη, προσεγμένη στη λεπτομέρειά της, χάρμα οφθαλμών. Συντελεί σε αυτή την αίσθηση η εξαιρετική ενδυματολογική δουλειά της Ελένης Μανωλοπούλου, όπως και το σκηνικό της, που εκμεταλλεύεται κάθε σπιθαμή του –περιορισμένου– χώρου και χρησιμοποιεί ως κεντρικό μοτίβο ένα ρολόι, πάνω στους δείκτες του οποίου εκτυλίσσεται μεγάλο μέρος της δράσης˙ άλλωστε, πρόκειται για ένα έργο που μιλάει, με έναν τρόπο, για το χρόνο: για την πρόοδο και τη συντήρηση, καθώς και για το αναπόφευκτο των αλλαγών. Η έμμετρη, νέα μετάφραση της Έλσας Ανδριανού δίνει ωραίο τόνο, όπως και η διαρκώς παρούσα μουσική του Δημήτρη Μαραμή, πότε εκτελεσμένη με όργανα και πότε φωνητικά α καπέλα από τους ηθοποιούς, οι οποίοι γεμίζουν τη σκηνή με δευτερεύουσες δράσεις που ενισχύουν τη θεατρικότητα.

    Οι ερμηνείες είναι απολαυστικές, συλλαμβάνουν με ευστοχία τη, χρωματισμένη με σαρκαστικές πινελιές, ανθρώπινη τοιχογραφία που έχει συνθέσει ο συγγραφέας – ειδικά αυτή της Ιωάννας Κολλιοπούλου, που κεντάει πόντο πόντο το ρόλο της Σοφίας και υπονομεύει το χαριτωμένο του περίβλημα με υπόγεια “ροκ” διάθεση, αλλά και του Νέστορα Κοψιδά (Φάμουσοφ), του Ερρίκου Μηλιάρη (Μολτσάλιν) και της Αθανασίας Κουρκάκη (Νατάλια). Και βέβαια ξεχωρίζει ένα πολύ καλό ντεμπούτο: η πάλλουσα, στιβαρή και σίγουρη παρουσία του Δημήτρη Φιλιππίδη στο ρόλο του Τσάτσκι, του “επαναστατημένου” νέου που ξεγυμνώνει την υποκριτική υπόσταση των συμπολιτών του. Μένει όμως ως επίγευση το ερώτημα: Μια αποχαυνωμένη κοινωνία πριν τη δίνη σαρωτικών αλλαγών και ένας φλογισμένος αντιήρωας δεν θα έπρεπε να είναι το κέντρο βάρους μιας παράστασης που θα μας αφορούσε και πέρα από το επίπεδο της καλαισθησίας; Το έργο έχει το υπόστρωμα για να μιλήσει αμεσότερα, χωρίς να εξαναγκαστεί σε εκσυγχρονισμό, όμως στη σκηνή απολαμβάνουμε περισσότερο έναν πανέμορφο πίνακα εν ζωή παρά μια ιδεολογικά φορτισμένη παράσταση.

    06.01.2022, Καράογλου Τώνια «Θέατρο (Κριτική) – Συμφορά από το πολύ μυαλό», Αθηνόραμα

     

    Για το link πατήστε εδώ

     

  • Στο Φτερό / Τολμώντας ή «Από την Μόσχα μακριά!» ή Εγεννήθη ημίν Ηθοποιός

    «Συμφορά από το πολύ μυαλό» του Αλεξάντρ Σεργκέεβιτς Γκριμπογέντοφ / Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός.

    Μόσχα, Ροσική Αυτοκρατορία, γύρω στα 1820. Ο πολυτάλαντος, χαρισματικός αλλά ιδιόρρυθμος και ασυμβίβαστος και οργισμένος ταξιδευτής Αλεξάντρ Αντρέιτς Τσάτσκι, που δεν διστάζει να μιλήσει ανοιχτά και να κρίνει αμείλικτα, κυνικά, σχεδόν χολερικά το περιβάλλον του, άρα να γίνεται, τουλάχιστον, δυσάρεστος και αντιπαθής, επιστρέφει στην πατρίδα του, μετά από απουσία τριών χρόνων στην Δύση. Και το πρώτο που κάνει είναι να επισκεφθεί, πρωί-πρωί, στο σπίτι της, την παιδική του φίλη Σοφία, κόρη του ανώτερου δημόσιου υπαλλήλου Φάμουσοφ, με την οποία ήταν και συνεχίζει να είναι τυφλά ερωτευμένος. Αλλά τα πράγματα έχουν αλλάξει…

    Η Σοφία πιστεύει πια ότι είναι ερωτευμένη με τον γραμματέα του πατέρα της, τον Μολτσάλιν, οικότροφο στο σπίτι τους, που υποτίθεται ότι ανταποκρίνεται στον έρωτά της ενώ στα κρυφά κυνηγάει την υπηρέτρια του σπιτιού, την Λίζα.

    Την οποία και ο Φάμουσοφ, το αφεντικό της, πρόσφατα χήρος, επιδιώκει να στριμώξει, εκείνης, πάντως, ο εκλεκτός είναι ο, επίσης υπηρέτης, Πετρούσα. Ο Φάμουσοφ, πάλι, σφόδρα επιθυμεί και επιδιώκει να παντρέψει την Σοφία του με τον κάποιας ηλικίας ανόητο συνταγματάρχη -με προοπτικές να γίνει στρατηγός- Σκαλοζούμπ, τον οποίο το κορίτσι με κανένα τρόπο δεν θέλει.
    Στη φιλική -και όχι επίσημη, λόγω πένθους, όπως, υποκριτικά, ισχυρίζονται- σύναξη που οργανώνουν οι Φάμουσοφ, το ίδιο βράδυ, παρελαύνει ένα μωσαϊκό της αποτελματωμένης, σαπισμένης μοσχοβίτικης κοινωνίας, που ο Τσάτσκι δεν χάνει την ευκαιρία να την περιλάβει και να την ξεμπροστιάσει για τα ήθη της, την υποκρισία της, την ξενομανία της -τη γαλομανία της βασικά-, τη γελοιότητά της… Πώς θα τον ξεφορτωθούν; Ο μόνος τρόπος είναι να τον βγάλουν τρελό. Όπερ έδει δείξαι. Το ξεκινάει η Σοφία και αστραπιαία διαδίδεται ανάμεσα στους ανόητους ξιπασμένους της βραδιάς: ο Τσάτσκι τα λέει όλα αυτά, τα κυνικά, γιατί είναι παράφρων. Αλλά η Σοφία θα πιάσει στα πράσα τον Μολτσάλιν «της» να ρίχνεται στην Λίζα και ο Τσάτσκι θα πληροφορηθεί πως εκείνη, ο μεγάλος του έρωτας, είναι που ξεκίνησε να διαδίδει πως είναι τρελός. Μετά από έναν φιλιππικό εναντίον όλων, των λυσσασμένων για εξουσία, που γλείφουν και συκοφαντούν και προδίδουν για να ανέλθουν, των βλακών, των γελοίων, των κουτσομπόληδων, των αισχρών και διεστραμμένων, των ματαιόδοξων, των μωροφιλόδοξων, των κακιασμένων, των υποκριτών, τους παρατάει και ξαναφεύγει από την Μόσχα -ο χρόνος του έργου είναι μόνο μία μέρα- που του είναι πια απεχθής. «Πώς να μη χάσει την ψυχή και το μυαλό / κανείς, μια μέρα ολόκληρη μ’ εσάς, τον ίδιο αέρα / ν’ ανασαίνει; Θα πνιγεί από σιχασιά!», κραυγάζει στα μούτρα τους. «Από τη Μόσχα μακριά!». Η πορεία του μοιάζει αντίστροφη με των Τριών Αδελφών που, ογδόντα, περίπου, χρόνια μετά, ζουν με την -απραγματοποίητη- επιθυμία της επιστροφής στην Μόσχα… Αλλά, ουσιαστικά, ίδια είναι. Μόνο που ο Τσέχοφ δεν είναι επιθετικός, είναι ειρωνικός. Ο Αλεξάντρ Σεργκέεβιτς Γκριμπογέντοφ, ρόσος διπλωμάτης, μέλος της ανώτερης τάξης αλλά με -κάπως αδιευκρίνιστη- ανάμιξη στην αστική/στρατιωτική εξέγερση των Δεκεμβριστών εναντίον του τσάρου Νικολάου Α΄, με αιτήματα για εκσυγχρονισμό, η οποία εύκολα καταπνίγηκε, άφησε πίσω του ένα μόνο θεατρικό έργο, τη δηκτική, γραμμένη σε στίχο, σάτιρα «Συμφορά από το πολύ μυαλό» (1823, μετά το θάνατό του, το 1829, πρώτο ανέβασμα στην Γερμανία 1831, πρώτη έκδοση, λογοκριμένη, στην Ροσία 1833). Το έργο, κωμωδία που κρύβει καλά τις τραγικές καταβολές της, είναι ένα μεστό αριστούργημα το οποίο μπορεί άνετα να σταθεί πλάι στον λίγο μεταγενέστερο «Επιθεωρητή» του Γκόγκολ και που οι ρίζες του θα πρέπει να αναζητηθούν στον «Τίμωνα τον Αθηναίο» αλλά και στον «Άμλετ» του Σέξπιρ, κυρίως, όμως, στον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου -ο Τσάτσκι είναι πολύ κοντά στον Αλσέστ και η Σοφία στην Σελιμέν-, χωρίς αυτό καθόλου να σημαίνει πως πρόκειται για μίμηση αλλά για εξαιρετικά δημιουργική ανάπλαση/εξέλιξη. Ο Γκριμπογέντοφ τολμά, ως άλλος Τσάτσκι, όχι απλώς να καταγγείλει την κοινωνία στην οποία ανήκε αλλά να της βγάλει τη γλώσσα, κεντώντας χαρακτήρες. Τόλμησε, όμως, και ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός: να ανεβάσει, με το ρίσκο της σύγκρισης, το έργο αυτό που ανέβασε, για πρώτη και μόνη φορά στην Ελλάδα, ο Λευτέρης Βογιατζής (με τη συνεργασία του Τάσου Μπαντή), στο ίδιο θέατρο, για την «Σκηνή», το 1986 (σεζόν 1985/1986), 35 χρόνια πριν αλλά σε μία παράσταση που έχει χαραχτεί ανεξάλειπτα στη μνήμη όσων την είχαμε δει. Τόλμησε και η μεταφράστρια Έλσα Ανδριανού: να μεταφράσει το κείμενο σε ελεύθερο στίχο και σε μία πλούσια γλώσσα, όπου τυπικές καθαρευουσιάνικες λέξεις μπλέκονται με σύγχρονες, τρέχουσες εκφράσεις της πιάτσας σε ένα ευτυχές μείγμα που φέρνει το έργο κοντά μας. Πράγμα που επιδίωξε και η σκηνοθεσία, με όργανο τη μετάφραση αυτή: να δείξει πόσο ένα κλασικό έργο μπορεί, χωρίς ο σκηνοθέτης να το αποδομήσει, να απεικονίσει και τη δική μας κοινωνία με τα ανάλογα χούγια της. Οι περικοπές σε πρόσωπα που έχουν γίνει δεν έχουν βλάψει το αποτέλεσμα, έστω και αν κάποια, όπως οι Έξι Μικρές Πριγκίπισσες, μου έλειψαν. Ο Στάθης Λιβαθινός έχει σφίξει το κείμενο, τόνισε, με χιούμορ αλλά και με μέτρο, το γκροτέσκο στοιχείο, έχει χαρακτηρίσει με προσοχή τους ρόλους, έχει οδηγήσει σωστά τους ηθοποιούς του, τους έχει δέσει πολύ καλά και έχει κάνει ανάγλυφη την κοινωνική τοιχογραφία του Γκριμπογέντοφ, σε μία παράσταση με ύφος, που σε κρατάει καθηλωμένο. Οι τολμώντες, τελικά, εδώ τουλάχιστον, νικούν. Πολύ ελκυστικό το, σωστά φωτισμένο από τον Αλέκο Αναστασίου, σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου -η συμπυκνωμένη σέρα, όπου ο σκηνοθέτης εύστοχα «φωτογραφίζει», κάθε τόσο, το μωσαϊκό της μοσχοβίτικης κοινωνίας και το ρολόι, το οποίο ζητάει ο συγγραφέας, μεταπλασμένο σε ένα ρολόι-αλωνάκι που είναι και το δάπεδο της σκηνής και που οι τεράστιοι δείκτες του μετακινούνται από τους ηθοποιούς προς τα εμπρός και, στο τέλος, προς τα πίσω…- ενώ στα κοστούμια επέλεξε, άλλοτε με επιτυχία άλλοτε όχι, μία μείξη στοιχείων της εποχής του έργου και σύγχρονων. Η μουσική του Δημήτρη Μαραμή -ενόργανη και φωνητική α καπέλα από τους ηθοποιούς- δένει εξαιρετικά με το αιτούμενο της σκηνοθεσίας. Η παράσταση στηρίζεται και σε μία πολύ καλή και πολύ καλά δουλεμένη διανομή. Και αν βρήκα λάθος την επιλογή της καλής αλλά εξωτερικά δυναμικής Ιωάννας Κολλιοπούλου για το ρόλο της Σοφίας που πιστεύω ότι θέλει μία ενζενί εξωτερικά τρυφερή και εσωτερικά δυναμική -κάτι σαν Μπιάνκα στο σεξπιρικό «Ημέρωμα της στρίγγλας»- ή κάπως «χύμα» την Χλιόστοβα της Λίλης Μελεμέ και την Πριγκίπισσα της Τζωρτζίνας Δαλιάνη, ξεχώρισα τον Νέστορα Κοψιδά -ίσως, ο καλύτερός του ρόλος, ο Φάμουσοφ-, την Νεφέλη Μαϊστράλη -εξαιρετική, εύπλαστη, εκφραστικότατη σουμπρέτα Λίζα-, τον Ερρίκο Μηλιάρη (καίριο Μιλτσάλιν), τον Παναγιώτη Παναγόπουλο (απολαυστικός Σκαλοζούμπ, αν και, μερικές στιγμές ξεφεύγει σε υπερβολές), την Αθανασία Κουρκάκη (ζουμερή Ναταλία), τον Θέμη Θεοχάρογλου, εύπλαστο Ζαγκορέτσκι, και τον Ρεπετίλοφ του Γιλμάζ Χουσμέν. Ικανοποιητικός ο Πετρούσα του Πάρη Λεόντιου που εξυπηρετεί την παράσταση και με τη χορογραφία του. Άφησα τελευταίο τον Δημήτρη Φιλιππίδη. Τελευταίος αλλά όχι ολίγιστος. Μεγάλο και εδώ το τόλμημα του Στάθη Λιβαθινού να αναθέσει τον Τσάτσκι. τον ακρογωνιαίο ρόλο του έργου, σε έναν νέο, εντελώς άπειρο θεατρικά ηθοποιό. Ο Δημήτρης Φιλιππίδης, με εντυπωσιακή εμφάνιση, με μέγεθος, με έξοχα στερεωμένο λόγο, με εύηχη φωνή και πολύ καλή άρθρωση, με κίνηση καλή, με ενέργεια εκρηκτική, δεν τα βγάζει απλώς πέρα. Ο Τσάτσκι του θα μείνει. Πιστεύω ότι ένας πρωταγωνιστής γεννήθηκε. Θέλω να ελπίζω ότι η συνέχειά του θα είναι αυτή που του αξίζει. Μία παράσταση που θα ήταν κρίμα να τη χάσετε. Η «Λυκόφως-Γ. Λυκιαρδόπουλος», που έχει αναλάβει το θέατρο «Οδού Κυκλάδων-Λευτέρης Βογιατζής», κάνει μια πολύ καλή αρχή. Ελπίζω και εύχομαι να συνεχίσει ανάλογα (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή).

    (Εξαίρετα συναρμοσμένο, με διαφωτιστικά κείμενα που απευθύνονται στο κοινό και όχι σε θεατρολόγους, το έντυπο πρόγραμμα -δεν αναφέρεται υπεύθυνος- της παράστασης. Θα προτιμούσα, μόνο, ματ το κόκκινο εξώφυλλο. Το έργο, στην πλήρη -χωρίς τις περικοπές για την παράσταση- μετάφραση της Έλσας Ανδριανού, κυκλοφορεί (2021) στη γνωστή, προσεγμένη σειρά των Εκδόσεων «Κάπα Εκδοτική»).

    16.12.2021, Σαρηγιάννης Γιώργος Δ.Κ «Στο Φτερό / Τολμώντας ή «Από την Μόσχα μακριά!» ή Εγεννήθη ημίν Ηθοποιός», totetartokoudouni.blogspot.com

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Συμφορά από το πολύ μυαλό» στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Ο Στάθης Λιβαθινός δίνει μια παράσταση δουλεμένη, πληθωρική όσο και ακαδημαϊκή

    «Συμφορά από το πολύ μυαλό»: Εντυπώσεις από την παράσταση στο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού.

    Είχε τουλάχιστον δύο λόγους να ευαισθητοποιήσει τα δημοσιογραφικά αντανακλαστικά η παράσταση που παίζεται από τις 3 Νοεμβρίου στο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής». Ο πρώτος είναι το έργο και η σημειολογία του: «Συμφορά από το πολύ μυαλό» του Αλεξάντρ Γκριμπογέντοφ, που είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά, στον ίδιο χώρο, το 1986 σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή, και έκτοτε δεν έχει παρουσιαστεί σε ελληνική σκηνή. Ο δεύτερος είναι ότι είναι η πρώτη παράσταση που σκηνοθετεί ο Στάθης Λιβαθινός στο ελεύθερο θέατρο μετά τη θητεία του στο Εθνικό Θέατρο ως καλλιτεχνικός διευθυντής. Και βέβαια αυτή η παράσταση σηματοδοτεί τη νέα εποχή του Θεάτρου της οδού Κυκλάδων, αφού για τα επόμενα δέκα χρόνια θα το διαχειρίζεται η εταιρεία «Λυκόφως» του Γιώργου Λυκιαρδόπουλου.

    «Συμφορά από το πολύ μυαλό» λοιπόν, ένα έργο που γράφτηκε σχεδόν δύο αιώνες πριν, το 1823, και δημοσιεύτηκε το 1833 λογοκριμένο. Γόνος οικογένειας ευγενών, αλλά και ευαίσθητος δέκτης όπως αποδείχθηκε, ο Γκριμπογέντοφ ήταν σε θέση να διακρίνει από μέσα τις αντιλήψεις, την υποκρισία, την επιδειξιομανία, την ημιμάθεια, την κενότητα των ανθρώπων της τάξης του. Και είχε τη δυνατότητα –αλλά και την έφεση– να αποκτήσει ευρεία μόρφωση (γνώριζε τις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, ελληνικά και λατινικά, σπούδασε νομικά και φιλολογία και ήταν γνώστης μουσικής) και να έρθει σε επαφή με κείμενα της Δυτικής Ευρώπη μπολιάζοντας τα δικά του.

    Έτσι σαφώς το δικό του θεατρικό έργο, το μόνο θεατρικό του έργο –αφού ο Αλεξάντρ Σεργκέφιεβιτς Γκριμπογέντοφ έχασε τη ζωή του μόλις το 1829 στη ρωσική πρεσβεία της Τεχεράνης, όταν σκοτώθηκε από μανιασμένο όχλο που εισέβαλε στην πρεσβεία– είχε διακριτές επιρροές και ομοιότητες με ευρωπαϊκά θεατρικά κείμενα.

    Στο «Συμφορά από το πολύ μυαλό», ο νεαρός Τσάτσκι (Δημήτρης Φιλιππίδης) φτάνει με προσμονή ξανά στην πόλη του, του Μόσχα, έπειτα από απουσία τριών χρόνων, στη διάρκεια των οποίων ταξίδεψε και γνώρισε τον κόσμο. «Μοιάζει ο καπνός της, ήλιος, ύστερα από καταιγίδα», λέει με συγκίνηση φτάνοντας. Όμως τα πράγματα δεν είναι όπως τα είχε αφήσει. Η αγαπημένη του Σοφία Πάβλοβνα (Ιωάννα Κολλιοπούλου) τον έχει ήδη ξεχάσει και έχει συνδεθεί ερωτικά με έναν αδίστακτο και χειριστικό απατεώνα, τον Μολτσάλιν (Ερρίκος Μηλιάρης), που είναι υπάλληλος στις επιχειρήσεις του πατέρα της, του Φάμουσοφ (Νέστωρ Κοψιδάς). Αλλά δεν είναι μόνο η προσωπική του διάψευση που τον σοκάρει, τον θλίβει, τον εξοργίζει. Είναι η διάψευση από όσα συμβαίνουν γύρω του, κυρίως από όσους κινούνται γύρω του, οι οποίοι χαρακτηρίζονται μόνο από υποκρισία, από συμβατικές και ρηχές σχέσεις, με μοναδικό μέλημα την κοινωνική και οικονομική ανέλιξη. Ο Τσάτσκι δεν μασάει τα λόγια του, και ως άλλος Μισάνθρωπος, δεν διστάζει να ξεμπροστιάζει τη ρηχότητα και την υποκρισία που συναντά διαρκώς: «Ηλίθιοι διαμορφώνουν την κοινή γνώμη» λέει με πάθος. Μόνο που αυτό έχει τίμημα, αφού τον συκοφαντούν, τον διαβάλλουν δεν διστάζουν να τον χαρακτηρίζουν τρελό και τον απομονώνουν κοινωνικά, κάτι για το οποίο τον έχουν προειδοποιήσει: «Πάντοτε ένοχο ψάχνετε να χύσετε χολή, συντόμως μόνος θα μείνετε» ή «Κουράζει το πνεύμα που για ευφυΐα περνιέται».

    Ναι, είναι σαφείς οι ομοιότητες του Τσάτσκι με τον Μισάνθρωπο του Μολιέρου. Μόνο που ο Γκριμπογέντοφ έφτιαξε την ιστορία του διαμορφωμένος, ασφαλώς, από τη δική του κουλτούρα και έχοντας κατά νου να επικοινωνήσει με το κοινό της δικής του χώρας πρωτίστως. Και χωρίς να παραγνωρίζω τη σημασία και την τόλμη του έργου του Γκριμπογέντοφ την εποχή που το έγραψε, στο κείμενό του διακρίνονται όλα τα στοιχεία της πληθωρικής ρωσικής αισθητικής, που το κάνουν λιγότερο ανάλαφρο και περισσότερο ρομαντικό και διδακτικό.

    Ο Στάθης Λιβαθινός εμπιστεύτηκε στην Έλσα Ανδριανού τη νέα έμμετρη μετάφραση του έργου του Γκριμπογέντοφ, η οποία το διαχειρίστηκε με ευαισθησία. Κάποιοι γλωσσικοί νεωτερισμοί υπήρχαν στο τελικό αποτέλεσμα, προφανώς για να κάνουν γκελ στο σημερινό κοινό τα όσα συμβαίνουν στην ιστορία του Τσάτσκι: «Χριστέ μου, αντικαθεστωτικός!»· «αντιεξουσιαστής»· «μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση» είναι μερικά που ακούγονται.

    Εμπιστεύτηκε την εικαστική όψη της παράστασης στην Ελένη Μανωλοπούλου, που έφτιαξε ένα πολύ ενδιαφέρον και λειτουργικό σκηνικό, που μας συνέδεε ταυτοχρόνως με τη σκηνική όψη των παλαιότερων παραστάσεων του θεάτρου: ένα μεγάλο ρολόι βυθισμένο στη σκηνή του Θεάτρου της οδού Κυκλάδων, που γίνεται καθιστικό, κουζίνα, κήπος, κρεβατοκάμαρα – τα πάντα. Και δείχνει και το πέρασμα των ωρών… Όπως ακριβώς το έδειξε, πολύ ωραία, η μουσική του Δημήτρη Μαραμή, στις εναλλαγές των σκηνών, όταν οι ηθοποιοί με τις φωνές τους μιμούνται ρυθμικά τους χτύπους του ρολογιού.

    Και εμπιστεύτηκε επίσης μια ομάδα δεκατριών κυρίως νέων ηθοποιών, που οδηγούμενοι από τις εύστοχες οδηγίες κίνησης του Πάρη Λεόντιου, κατάφεραν να μοιάζουν ευέλικτοι στον μικρό σκηνικό χώρο του θεάτρου. Και κάποιοι από αυτούς έδωσαν απολαυστικές ερμηνείες. Όπως η Ιωάννα Κολλιοπούλου ως Σοφία Πάβλοβνα, η Νεφέλη Μαϊστράλη στο ρόλο της υπηρέτριας (ίσως ο ρόλος με τη μεγαλύτερη «δυτική» επιρροή), ο Νέστωρ Κοψιδάς στο ρόλο του Φάμουσοφ δείχνει την ξεροκεφαλιά, τον ξερολισμό και την αλαζονεία με χιούμορ, ο Ερρίκος Μηλιάρης ως Μολτσάλιν. Ο Δημήτρης Φιλιππίδης, στον πρώτο του μεγάλο ρόλο, ανταποκρίθηκε πολύ καλά, με ωραία κίνηση και ωραία άρθρωση. Χρειαζόταν σίγουρα μεγαλύτερη εσωτερικότητα σε κάποιες σκηνές, αλλά σίγουρα το πρόσημο είναι θετικό στην πρώτη πρωταγωνιστική του παρουσία.

    Ο Στάθης Λιβαθινός κινήθηκε με το πλεονέκτημα της γνώσης και της αγάπης του για τη ρώσικη κουλτούρα, με την κεκτημένη και αναγνωρίσιμη γλώσσα της σκηνοθετικής του διαδρομής και έδωσε μια παράσταση δουλεμένη, πληθωρική όσο και ακαδημαϊκή.

    07.12.2021, Σελλά Όλγα «Συμφορά από το πολύ μυαλό στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Ο Στάθης Λιβαθινός δίνει μια παράσταση δουλεμένη, πληθωρική όσο και ακαδημαϊκή», athensvoice.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Συμφορά από το πολύ μυαλό»: Mια θαυμάσια δουλεμένη παράσταση

    Ο Στάθης Λιβαθινός ανεβάζει στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων το έργο του Γκριμπογέντοφ, στο ίδιο θέατρο όπου ο Λευτέρης Βογιατζής ανέβασε το ίδιο έργο 25 χρόνια πριν.

    Μερικές δεκάδες φωτογραφίες, το έντυπο πρόγραμμα, δημοσιεύματα και κριτικές σε εφημερίδες είναι τα ίχνη που άφησε η παράσταση με την οποία ο Λευτέρης Βογιατζής σύστησε το 1985-86 στο ελληνικό κοινό το έργο του Α.Σ. Γκριμπογέντοφ Συμφορά από το πολύ μυαλό.

    Ήδη πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια από τότε και οκτώ από τον θάνατο αυτού του ιδιότυπου «πειραματιστή» του ρεαλισμού, εστέτ υπέρμαχου των κλασικών κειμένων και της υψηλής υποκριτικής (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό στη σημερινή αφασική σκηνική πραγματικότητα).

    Το θέατρό του, της Οδού Κυκλάδων, σαν να πενθούσε κι αυτό την απώλεια του δημιουργού του – ακόμα και καλές παραστάσεις τρίτων έμοιαζαν «ξένες», αφού κάθε γωνία του χώρου θαρρείς πως ήταν εμποτισμένη από την ιδιοφυΐα του Λευτέρη Βογιατζή. Δεν ξέρω αν το νιώθω μόνο εγώ, αλλά κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί, έχω την αίσθηση ότι θα τον δω από κάπου να προβάλλει.

    Κάποια στιγμή, ωστόσο, το πένθος πρέπει να καταλαγιάζει, αφήνοντας χώρο στη νέα δημιουργία, στους επόμενους της τέχνης που ο Βογιατζής αγάπησε και τίμησε όσοι λίγοι. Πλέον ένα νέο κεφάλαιο στη λειτουργία του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων άνοιξε (καθώς για την επόμενη δεκαετία έχει περάσει στη δικαιοδοσία της εταιρείας Λυκόφως) και χαίρομαι που για πρώτη παράσταση επιλέχθηκε το Συμφορά από το πολύ μυαλό σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, που μοιάζει σαν συμφιλιωτική παραδοχή του αναπόδραστου της απώλειας και σαν σεβαστική υπόκλιση στο παρελθόν του θεάτρου και του δημιουργού του, δηλώνοντας ταυτόχρονα τη νέα αρχή ως συνέχεια. Γιατί, νομίζω, δεν υπάρχει άλλος σκηνοθέτης που να πλησιάζει περισσότερο τον Βογιατζή από τον Στάθη Λιβαθινό ως προς την προσήλωση στα κλασικά κείμενα, την έλξη προς τον έμμετρο δραματικό λόγο, την αντιμετώπιση του θιάσου ως ensemble, την αγωνία για την υποκριτική αρτιότητά του.

    Γνωρίζοντας καλά το ρωσικό θέατρο, αφού έχει σπουδάσει στη Ρωσία και γνωρίζει τη ρωσική γλώσσα, προσέγγισε το καθόλα σημαντικό έργο του Γκριμπογέντοφ με σχετική ασφάλεια ως προς το πρώτο ζητούμενο, την απόδοση του λόγου στην ελληνική και την ερμηνεία του από τους ηθοποιούς με τρόπο που να εξασφαλίζεται η αμεσότητα της απεύθυνσης, αλλά χωρίς να χάνεται η μουσικότητα του πρωτοτύπου. Γιατί είναι κοινή παραδοχή ότι οι ανισοσύλλαβοι ιαμβικοί ομοιοκατάληκτοι στίχοι του έργου, που σφύζουν από ζωή, ευφυΐα, φυσικότητα και μαζί μουσικότητα, είναι δύσκολο να αποδοθούν σε άλλη γλώσσα.

    Με οδηγό την απόδοση του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, ωστόσο, και με την καραντίνα να επιτρέπει χρονικά την απόπειρα, η Έλσα Ανδριανού παρέδωσε μια νέα μετάφραση, σύγχρονου γλωσσικού πνεύματος, που διατηρεί την ομοιοκαταληξία, χωρίς ωστόσο τον καταναγκασμένο ρυθμό που διαπιστώνουμε σε άλλες μεταφράσεις κλασικών κειμένων με παρόμοια χαρακτηριστικά. Άθλος το δίχως άλλο.

    Συμφορά από το πολύ μυαλό, λοιπόν. Μοναδικό έργο ενός πολυτάλαντου ανθρώπου, του ευγενικής καταγωγής Αλεξάντρ Γκριμπογέντοφ (1795-1829), που σπούδασε φιλολογία και νομικά, ήξερε γλώσσες, έπαιζε πιάνο και συνέθετε μουσική, υπηρέτησε στον στρατό όταν ο Ναπολέων εισέβαλε στη Ρωσία και κατέληξε πρέσβης στο Ιράν. Είχε γράψει μόνο τη Συμφορά όταν λιντσαρίστηκε(!) από τον όχλο μαζί με το υπόλοιπο προσωπικό της πρεσβείας, πληρώνοντας τις κακές σχέσεις Ρωσίας – Ιράν κατά τη δεκαετία του 1820.

    Κι όμως, μ’ αυτό το μοναδικό του έργο έγραψε ιστορία, όχι μόνο γιατί πολλοί στίχοι του έργου πέρασαν ως αφορισμοί και ρητά στη ρωσική γλώσσα αλλά και γιατί ο Τσάτσκι, ο κεντρικός ήρωας της Συμφοράς, αναγνωρίζεται ως το ρωσικό αντίστοιχο του Άμλετ και, περισσότερο, του Μισάνθρωπου του Μολιέρου, επηρεάζοντας πολλούς μεταγενέστερους Ρώσους συγγραφείς. Στοιχεία του Τσάτσκι αναγνωρίζουμε από τον Ομπλόμοφ του Γκοντσαρόφ έως τον Ιβάνοφ και τον Τούζενμπαχ του Τσέχοφ.

    Οπωσδήποτε το Συμφορά από το πολύ μυαλό δεν είναι απλώς μια σατιρική κωμωδία ηθών της μοσχοβίτικης αριστοκρατίας των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα, όπως ευρέως γράφεται για το έργο. Η αξία του υπερβαίνει την εποχή του και συγκινεί ακόμα και σήμερα ακριβώς λόγω του νεαρού Τσάτσκι.

    Ανήσυχος, ευφυής, ασυμβίβαστος, εντόνως επικριτικός για την κυριαρχία των ασήμαντων και την τελματώδη ρουτίνα των κοινωνικών σχέσεων και συναθροίσεων, ο Τσάτσκι τολμά να λέει ελεύθερα τη γνώμη του, να γίνεται δυσάρεστος. Ακόμα και η αγαπημένη του, η Σοφία Πάβλοβνα, για την οποία επιστρέφει μετά από τριετή απουσία, (ήθελε, βλέπετε, να γνωρίσει τον κόσμο) τον αποστρέφεται – λογικό ίσως, πλήγωσε τον εφηβικό της έρωτα. Και, ναι, η ευφυΐα πάντα φλερτάρει με την αλαζονεία. Οι ιδέες και οι προθέσεις του Τσάτσκι είναι αγνές, αλλά τελικά συντρίβεται απ’ αυτούς που περιφρονεί.

    Είναι πιθανό ο Γκριμπογέντοφ να είχε διαβάσει Ζαν-Ζακ Ρουσό, ειδικά τις Εξομολογήσεις και τις Ονειροπολήσεις του μοναχικού οδοιπόρου (και τα δύο εκδόθηκαν το 1782).

    Για μένα έχει πολύ ενδιαφέρον η παράλληλη ανάγνωση των αυτοβιογραφικών κειμένων του Ρουσό και της έμμετρης πικρής κωμωδίας του Γκριμπογέντοφ, αυτού του άτυπου διαλόγου ενός χαρισματικού δημιουργού στην «πρωτόγονη» Ρωσία των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα με τον πιο «προσωπικό» φιλόσοφο της καθ’ όλα προηγμένης (και με πρόσφατη ακόμα την εμπειρία της Επανάστασης του 1789) Γαλλίας.

    Αν στο Παρίσι του Ρουσό «κανείς δεν τολμά να είναι ο εαυτός του», να εκφράζεται με ειλικρίνεια, να λέει ευθαρσώς τη γνώμη του, να ζει σύμφωνα με τα αισθήματά του, στη Μόσχα του Γκριμπογέντοφ δεν τίθεται καν αυτό το ζήτημα – ο εαυτός έχει απορροφηθεί απολύτως από την κοινωνική σύμβαση. Υλικό συμφέρον και φιλαυτία ορίζουν και καθορίζουν το αδιέξοδο των σχέσεων.

    Ο Τσάτσκι, σαν τον Ρουσό, παιδεύεται με τα κρίσιμα σε κάθε εποχή ερωτήματα: «Ποιος είμαι;», «Ποιος υπήρξα στη ζωή μου;», «Ήμουν πιστός (αλλιώς, σε συμφωνία) με τον βαθύτερο εαυτό μου;». Μέσα στον αναβρασμό της νιότης του, ο Τσάτσκι νιώθει ότι το να είσαι ο εαυτός σου είναι πρωτίστως ηθική επιταγή: πράττεις ηθικά μόνον εφόσον ακολουθείς αυτό που ο έσω εαυτός επιτάσσει.

    Αφαιρώντας από τη διανομή του πρωτοτύπου τα πρόσωπα που συνθέτουν την πινακοθήκη της εποχής, αλλά δεν έχουν σημασία στην εξέλιξη της υπόθεσης, ο Στάθης Λιβαθινός απέφυγε το στρίμωγμα στον περιορισμένο σκηνικό χώρο του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων.

    Στο κέντρο του το κυκλικό σκάμμα (σκηνογραφία της Ελένης Μανωλοπούλου), ένα υπερμέγεθες ρολόι (η ιστορία εξελίσσεται στη διάρκεια μίας ημέρας), ανακαλεί σκηνογραφικές λύσεις παραστάσεων του Λευτέρη Βογιατζή. Για άλλη μια φορά στέκομαι στη γέφυρα που είναι αυτή η παράσταση με την πολύτιμη παρακαταθήκη του Βογιατζή.

    Οι ηθοποιοί της παράστασης αποτελούν ένα θαυμάσια δουλεμένο σύνολο: Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Θέμης Θεοχάρογλου, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Αθανασία Κουρκάκη, Νέστωρ Κοψιδάς, Μάριος Κρητικόπουλος, Πάρις Λεόντιος, Νεφέλη Μαϊστράλη, Λίλλυ Μελεμέ, Ερρίκος Μηλιάρης, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Δημήτρης Φιλιππίδης, Γιλμάζ Χουσμέν.

    Δεν μπορώ, ωστόσο, να μην ξεχωρίσω την έξοχη Ιωάννα Κολλιοπούλου σε έναν ρόλο που δεν έχει σχέση με οτιδήποτε άλλο έχει ερμηνεύσει μέχρι τώρα, τον Νέστορα Κοψιδά, τη Νεφέλη Μαϊστράλη στον κρίσιμο ρόλο της υπηρέτριας. Και, βέβαια, τον Δημήτρη Φιλιππίδη στον δύσκολο ρόλο του Τσάτσκι, ορμητικό και ευαίσθητο όσο χρειάζεται, στον πρώτο ρόλο μιας, νομίζω, πολλά υποσχόμενης πορείας.

    Ας μου επιτραπούν μόνο δύο παρατηρήσεις: πρώτον, το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων είναι μικρό και η ένταση των φωνών πρέπει πάντα να ρυθμίζεται αναλόγως και, δεύτερον, η 4η και 5η Σκηνή της Δ’ Πράξης μπορούσαν να κοπούν χωρίς να αλλοιωθεί κατ’ ελάχιστον το θαυμάσιο τελικό αποτέλεσμα.

    Η μουσική που συνέθεσε ο Δημήτρης Μαραμής, εμπνεόμενος από τα δύο βαλς του ίδιου του Γκριμπογέντοφ και τη Ρομάντσα του Γκλίνκα, δένει υπέροχα με την παράσταση. Ωραία ιδέα να αξιοποιηθούν οι φωνές των ηθοποιών (ανακαλώντας ρυθμικά τους χτύπους ρολογιού) στις αλλαγές των σκηνών. Μπράβο σε όλους.

    03.12.2021, Καλτάκη Ματίνα «Συμφορά από το πολύ μυαλό: Mια θαυμάσια δουλεμένη παράσταση», lifo.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

     

  • «Συμφορά από το πολύ μυαλό» του Αλεξάντρ Γκριμπογέντοφ

    Ο θρίαμβος της μετριότητας. Τα διαψευσμένα όνειρα. Τα κατακρεουργημένα ιδανικά. Η ερωτική προδοσία. Η βασιλεία της εμπορευματικής λογικής. Η υπεροχή της κενότητας, της υποκρισίας, της ματαιοδοξίας και του επαρχιωτισμού.

    Τα χαρακτηριστικά, δηλαδή, μιας εποχής στη Ρωσία που οι άκαμπτες, στενόμυαλες αντιλήψεις της αριστοκρατίας δεν είχαν το στοιχειώδες δικαίωμα στην κάθαρση. Και όποιος αντιστεκόταν βίωνε την απόλυτη μοναξιά ενός παράσιτου της κοινωνίας. Όπως ο Τσάτσκι, ο ρομαντικός και φιλελεύθερος ήρωας στο έργο «Συμφορά από το πολύ μυαλό» του Αλεξάντρ Γκριμπογέντοφ. Ένα έργο που γράφτηκε το 1823, δημοσιεύτηκε λογοκριμένο το 1833, ενώ παρουσιάστηκε αυτούσιο το 1862 και, όπως επεσήμανε αργότερα ο συγγραφέας Ιβάν Γκοντσαρώφ, μέσα σ’ αυτό «καθρεφτίστηκε, σαν το φως του ήλιου σε μια σταγόνα νερό, όλη η παλιά Μόσχα, το πανόραμά της, το πνεύμα της, η ιστορική στιγμή, τα ήθη…».

    Πρόκειται, ωστόσο, για ένα κείμενο όπου παρουσιάζεται ανάγλυφη τόσο η αιώνια αντίφαση ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο όσο και η έλλειψη αποδοχής σε οτιδήποτε μπορεί να διαταράξει τη δεδομένη – ακόμα και σαθρή – κατάσταση των πραγμάτων. Και, παρότι ο κεντρικός ήρωας υπενθυμίζει ότι ήρθε η ώρα μιας αλλαγής, όλα παραμένουν στάσιμα, οδηγώντας στο αναπόφευκτο τέλος.

    Ο Στάθης Λιβαθινός, έχοντας τη διαυγή, έμμετρη μετάφραση της Έλσας Αδριανού, έστησε μια θαυμάσια παράσταση, χωρίς τίποτα το περιττό, αξιοποιώντας κάθε τετραγωνικό της μικρής σκηνής του θεάτρου της οδού Κυκλάδων. Το μόνο που ίσως χρειαζόταν ήταν μια σύμπτυξη του κειμένου, ιδιαίτερα στα φιλολογικά του σημεία, ώστε να μην κουράζει υπερβαίνοντας σε διάρκεια τις δύο ώρες.

    Ωστόσο, «παίζοντας» με τις αποχρώσεις, τους ψιθύρους, τις εκρήξεις, τις κλεφτές ματιές και τις ανεπαίσθητες χειρονομίες, δημιούργησε ένα ολόκληρο σύμπαν. Στη σκηνοθεσία του, που εξορύσσει την οξεία κριτική και το σατιρικό πνεύμα του Γκριμπογέντοφ, ακτινογραφείται η Ρωσία του 19ου αιώνα ως θερμοκήπιο μιας πολιτισμικής ελαφρότητας. Και οι 13 ηθοποιοί του – τους οποίους δίδαξε υποδειγματικά, αποδίδοντας με εξαιρετική ευχέρεια τον έμμετρο λόγο και ενισχύοντάς τον με εκφραστικότητα και κινησιολογική ευελιξία – αντικατοπτρίζουν την εσωτερική περιπέτεια των ηρώων.

    Αρχίζοντας από τον Τσάτσκι, τον οποίο υποδύεται με συναισθηματική ωριμότητα και πυρακτωμένη ενέργεια ο Δημήτρης Φιλιππίδης. Το σημαντικό επίτευγμα του ηθοποιού είναι ότι ταυτίζεται με τον ευφυή, ιδεολόγο νέο που κατακεραυνώνει τις ανούσιες και βαθιά ριζωμένες κοινωνικές απόψεις. Ως αποτέλεσμα γεύεται την απόρριψη όλων και κυρίως της αγαπημένης του, που επιλέγει έναν σύντροφο γελοίο, ο οποίος μοιράζεται την επικρατούσα νοοτροπία.

    Και εκείνη, στο πρόσωπο της Ιωάννας Κολλιοπούλου, γίνεται όσο πιο παιγνιώδης και ματαιόδοξη γίνεται.

    Από την άλλη, ο Νέστωρ Κοψιδάς ερμηνεύει εξαιρετικά και με πυγμή τον οπισθοδρομικό πατέρα και η Νεφέλη Μαϊστράλη, ως προσωπική υπηρέτρια της κυρίας, διακρίνεται για την αμεσότητά της.

    Αλλά και οι υπόλοιποι ηθοποιοί, από τον επίδοξο εραστή του Ερρίκου Μηλιάρη ώς τον υπηρέτη Πάρι Λεόντιο και μέχρι την επισκέπτρια της Τζωρτζίνα Νταλιάνη, δημιουργούν καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες.

    Τον θίασο συμπληρώνουν επιτυχώς οι: Αθανασία Κουρκάκη, Μάριος Κρητικόπουλος, Θέμις Θεοχάρογλου, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Λίλλη Μελεμέ, Γιλμάζ Χουσέν.

    Ένα από τα σημαντικά ατού της παράστασης, που το υψηλό επίπεδό της αρμόζει σε ένα Εθνικό Θέατρο, είναι το λειτουργικό, υπαινικτικό σκηνικό και τα ευφάνταστα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου.

    02.12.2021, Πετάση Ελένη «Συμφορά από το πολύ μυαλό του Αλεξάντρ Γκριμπογέντοφ», Το Ποντίκι

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Ανάμεσα στο κράτημα του χρόνου και την ακροβασία του χώρου

    Τριάντα πέντε χρόνια μετά το «μυθικό» ανέβασμα της παράστασης από τον Λευτέρη Βογιατζή, ο Στάθης Λιβαθινός στον ίδιο χώρο μεγαλουργεί με το αριστούργημα της ρωσικής δραματουργίας του Αλεξάντρ Γκριμπογέντοφ. Με έναν θίασο 13 ατόμων που γίνονται αφορμή για επίδειξη σκηνοθετικής βιρτουοζιτέ, οι ηθοποιοί δημιουργούν την εντύπωση του γκροτέσκου κοινωνικού περίγυρου της Μόσχας, στη θεατρικότατη μετάφραση της Ελσας Ανδριανού.

    Η επιστροφή του Στάθη Λιβαθινού στη σκηνοθεσία έμελλε να συνδεθεί με μια δική του υπέρβαση. Το ερώτημα δεν είναι γιατί βλέπουμε τόσο σπάνια αυτό το αριστούργημα στη σκηνή μας, μα και πώς άργησε τόσο να το ανεβάσει ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης.

    Και τώρα που ανεβαίνει, τριάντα πέντε χρόνια μετά το «μυθικό» ανέβασμά του από τον Λευτέρη Βογιατζή και σαν ομάζ στον δικό του χώρο, επιχειρείται και πάλι η προσέγγιση του έργου με μεγάλο επιχειρηματικό ρίσκο –χώρια το καθαρά καλλιτεχνικό– και εμφανές το επετειακό αμπαλάζ.

    Δεν χρειαζόταν βεβαίως τίποτα από όλα αυτά για να θυμηθούμε τον Γκριμπογέντοφ. Για τους Ρώσους ειδικά, η σάτιρα της «Συμφοράς» (1823/εκδ. 1833) επιτελεί τον ρόλο ενός Φάουστ για τους Γερμανούς, μιας Φαίδρας ή ενός Ταρτούφου για τους Γάλλους, ενός Αμλετ για τους Αγγλους: πρόκειται για έργο καταγωγικό, έργο «ρωσικό» οριζοντίως και καθέτως, πάνω στο οποίο έχτισε η κατοπινή λεγεώνα των Ρώσων κλασικών την παράδοσή της, κάτι ανάλογο με το δικό μας «Βασιλικός» του Μάτεση, κάτι αντίστοιχο σε αξία και μυστήριο με τη «Γυναίκα της Ζάκυθος» του Σολωμού.

    Με δυο λόγια, πρόκειται για έναν από τους κολοσσούς της ρωσικής λογοτεχνίας. Και σαν τέτοιο έργο –όπως είναι επόμενο– παραμένει απροσέγγιστο στην ολότητά του, αμετάφραστο στην ουσία του.

    Το διαπιστώνουν αυτό πριν από όλους οι ίδιοι οι Ρώσοι, που κι αν έχουν εμμονή μαζί του: κάθε λογοτέχνης τους νιώθει πως οφείλει να το σχολιάσει ευθέως ή πλαγίως, τα Ρωσάκια μαρτυρούν με τις σελίδες του στα σχολεία τους, κάθε χρόνο ανεβαίνει στη σκηνή τους, – υπάρχει θέατρο στη Μόσχα που ανοίγει κάθε σεζόν τις εργασίες του με μια νέα εκδοχή της «Συμφοράς»… Κι όλοι αυτοί μαρτυρούν πως πρόκειται για άλυτο αίνιγμα, έργο που όσο μοιάζει επιφανειακά φωτεινό και προσβάσιμο, άλλο τόσο παραμένει σκοτεινό στο βάθος. Κι όταν οι Ρώσοι θεωρούν κάτι σκοτεινό στο βάθος…

    Η υπόθεση σε δυο γραμμές. Ένας από τους διανοούμενους της σπουδαίας για την κατανόηση της ρωσικής συνείδησης μετα-ναπολεόντειας εποχής –η εποχή που διαδραματίζονται τα γεγονότα τού «Πόλεμος και Ειρήνη»–, ο Τσάτσκι, επιστρέφει στη Μόσχα ύστερα από τρίχρονη περιπλάνηση, παρακινημένος προφανώς από τον μεγάλο, παιδικό του έρωτα για τη Σοφία.

    Όμως στο σπιτικό της δεν θα βρει παρά μέρος από το τοπίο της γενικευμένης υποκρισίας, σοβαροφάνειας, μετριότητας που συνάντησε στη διαδρομή. Από το σαλόνι της όμορφης δεσποινίδας και του σεβάσμιου υψηλόβαθμου κρατικού λειτουργού πατέρα της θα περάσουν οι τύποι μιας κοινωνίας που επιτηδεύεται με ξενόφερτες μόδες και επιδίδεται σε μια ρηχή, αντιπνευματική και αποπροσανατολισμένη ζωή. Αηδιασμένος από όλα ο Τσάτσκι θα μείνει τελικά μόνος, αποσυνάγωγος και δακτυλοδεικτούμενος.

    Η γύρω του μετριότητα θα απαντήσει στις προσκλήσεις με τον μόνο τρόπο που ξέρει: θα χαρακτηρίσει τον διαφορετικό, «τρελό», και θα πορευτεί ήσυχη με τη συνείδησή της, ασφαλής στην αμεριμνησία της.

    Και μόνο από την υπόθεση είναι εύκολο να καταλάβει κάποιος ότι ο Τσάτσκι μοιράζεται θεατρικά γονίδια με τον σεξπιρικό «Αμλετ» και τον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου, κυρίως μάλιστα όταν τον πλησιάζει κανείς από κοντά, όταν μοιάζει ολοένα και δυσκολότερο να διακρίνει πού ακριβώς βρίσκεται η τρέλα και πού η μισανθρωπία του, τι από τα δυο είναι προϊόν άμυνας και τι επιθετικότητας…

    Μα αυτό που υπάρχει από πίσω στη δραματική κωμωδία του Γκριμπογέντοφ δεν είναι άλλο από την πρώτη καταγεγραμμένη σε αυτό τον βαθμό ήττα του περίφημου διαφωτιστικού τσιτάτου. «Τόλμα να σκεφτείς», καλούν οι διαφωτιστές τον άνθρωπο, για να γκρεμίσει κάθε υποκρισία και δουλεία, να γίνει πνευματικά ελεύθερος και συνειδητά ανεξάρτητος.

    Ιδού όμως πώς αυτή η πρόσκληση προς τον καθένα «να βάλει το μυαλό του να σκεφτεί» δεν έχει εύκολο δρόμο να διανύσει. Αντιθέτως, θα εργαστούν εναντίον της οι δυνάμεις της συντήρησης, της οπισθοδρόμησης και του κατεστημένου, κι αντί να προχωρήσει ο ιδεαλιστής με τον νου, η αντίδραση που θα προκαλέσει θα τον αφήσει τελικά μόνο. Είπαμε: το πολύ μυαλό γεννά συμφορές.

    Δοσμένα αυτά, παρακαλώ, σε κλασικιστική δραματική φόρμα και στίχο μοναδικό, ανεβασμένα σε μια ποίηση ικανή να χωρέσει την ανάσα της ρωσικής γλώσσας σε καλά ζυγιασμένους ιάμβους και πλήθος από πρωτάκουστες ρίμες.

    Με δυο λόγια, κάθε φορά που ανεβάζουμε τη «Συμφορά» στο θέατρό μας, τα εύσημα οφείλουν να ξεκινούν από τον μεταφραστή. Αυτή τη φορά έχουμε στα χέρια μας τη θεατρικότατη μετάφραση –βγαλμένη από τον κλίβανο της σκηνής– της Ελσας Ανδριανού, ταιριαστή για να απαγγέλει ποίηση και να μιλιέται.

    Πρόκειται για επίτευγμα ασφαλώς· κι αν δεν είναι η πρώτη φορά που συναντούμε πετυχημένους μεταφρασμένους στίχους στη λαλιά του θεάτρου μας, συναντούμε εδώ το σπάνιο γεγονός μιας ομοιοκαταληξίας που διαμοιράζεται αφού πρώτα έχει χωνευτεί στον λόγο και στο ήθος κάθε προσώπου και μόλις διακρίνεται εν τη ρύμη τους, για να φανερώσει την εσωτερική αρχιτεκτονική και την κομψότητα του αρχικού κειμένου. Παράλληλα, υπάρχει και μια γενναία περικοπή ρόλων και εδαφίων του πρωτότυπου, δικαιολογημένη, αφού θα τραβούσαν ακόμα περισσότερο την ήδη εκτενή διάρκεια της παράστασης.

    Θεωρεί κανείς πως για τον Λιβαθινό η «Συμφορά» είναι η εκπλήρωση ενός παλιού ανειλημμένου χρέους. Όλη η μέχρι τώρα πορεία του, οι κατακτήσεις του, οδηγούν εδώ. Κι έχει να αντιμετωπίσει, εκτός των άλλων, τον χώρο του Βογιατζή…

    Ο θίασος είναι μεγάλος, 13 άτομα, και είναι φανερό πως στενεύονται στο Κυκλάδων. Μα αυτό που κανονικά θα ήταν πρόβλημα, εδώ γίνεται αφορμή για επίδειξη σκηνοθετικής βιρτουοζιτέ, όπου στο κράτημα του χρόνου και στην ακροβασία του χώρου οι ηθοποιοί δημιουργούν την εντύπωση του γκροτέσκου κοινωνικού περίγυρου της Μόσχας της εποχής (η κίνηση του Πάρη Λεόντιου). Κι αυτό όταν την ίδια στιγμή ο καθένας ξεχωρίζει για την αδρή σχηματοποίηση του προσώπου του. Ο Νέστορας Κοψιδάς δίνει έναν Φάμουσοφ που κουβαλά τον συντηρητισμό σαν θεμελιωμένη άποψη.

    Η Ιωάννα Κολλιοπούλου πρέπει να μνημονεύεται για τη Σοφία της: κατάφερε να δώσει βαρύτητα που ξεπερνά τον συμβατικό ρόλο της σουμπρέτας. Η ίδια η φωνή της ηθοποιού, καλλιεργημένη και κοντάλτο, βαραίνει τον ρόλο, του δίνει υπόσταση και σημασία. Η υπηρέτρια Λίζα της Νεφέλης Μαϊστράλη γίνεται πράγματι ο μοχλός που κινεί τη δράση, δίπλα στον Υπηρέτη του Μάριου Κρητικόπουλου.

    Ο δόλιος Μολτσάλιν του Ερρίκου Μηλιάρη αποπνέει επί σκηνής τη γλοιώδη φύση του. Ο Συνταγματάρχης Σκαλοζούμπ του Παναγιώτη Παναγόπουλου είναι μια εξαιρετικά δουλεμένη μορφή του αρχαίου «παλικαρά», προικισμένη ωστόσο με μια εσωτερική πανοπλία που την κάνει απροσπέλαστη, χαλύβδινη στην κοσμοθεωρία της. Ο Γκόριν του Πάρη Λεόντιου είναι η αντανάκλαση του Τσάτσκι σε έναν κόσμο που δεν δίνει ελπίδες για διέξοδο, ειδικά όταν εξουσιάζεται από την κομψή επιβολή της Νατάλια Ντμιτρίβνα της Αθανασίας Κουρκάκη.

    Ο Ζαγκορέτσκι του Θέμη Θεοχάρογλου, η Χλιόστοβα της Λιλλύς Μελεμέ και η Κόμισσα Εγγονή της Τζωρτζίνας Δαλιάνη επωμίζονται το δύσκολο χρέος να συνθέσουν τον κοσμικό χυλό, στον οποίο ο Τσάτσκι βυθίζεται, φτιαγμένο από στιλ και ψέμα. Θαυμάσια η πρώτη εμφάνιση του Γιλμάζ Χουσμέν – η παρουσία του φέρει κάτι από την κωμική εκφραστική του Φασουλή και του Ρηγόπουλου. Και ο Ρεπετίλοφ του αστράφτει σαν σπίθα κωμικού επαναστάτη που θα συναντήσουμε αργότερα στον Ντοστογιέφσκι.

    Τελευταίος, ο πρωταγωνιστής Δημήτρης Φιλιππίδης στον ρόλο του Τσάτσκι. Αν η ρομαντική υπερφόρτωσή του είναι ασυνείδητη, οφείλουμε να του επιστήσουμε την προσοχή. Ομως, διακρίνω εδώ μια άλλη, «συνειδητή» σκέψη. Ο Τσάτσκι δεν είναι ακριβώς ο ρεζονέρ του Διαφωτισμού – όσο κι αν το έργο πλέει στα ύδατά του. Είναι κι αυτός μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που τρέφεται και δικαιώνεται από τη γύρω σήψη, χωρίς αυτήν όμως στέκει και ο ίδιος μετέωρος, υπερβολικός, πομπώδης, κυρίως κωμικά «ανώριμος». Αν ο Φιλιππίδης εμπλούτισε με αυτά τα στοιχεία τον χαρακτήρα του, θα ήταν άδικο να τα αποδώσουμε στην ερμηνεία του.

    Για να κάνει τα πράγματα πιο ενδιαφέροντα, η Ελένη Μανωλοπούλου μίκρυνε κι άλλο τη σκηνή, βάζοντας καταμεσής ένα κονστρουκτιβιστικό στην ουσία σκηνικό, ένα μεγάλο ρολόι. Ιδιοφυώς συμπύκνωσε με αυτό την ιδέα του αστικού σαλονιού με τη δίνη του, την αίσθηση της παιδικής χαράς με εκείνη ενός χρόνου που μένει σχετικός και παιγνιώδης. Τα κοστούμια της είναι ένας εκλεκτικισμός της αστικής επίδειξης δύο αιώνων.

    Η χορωδιακή μουσική του Δημήτρη Μαραμή φέρει το βάρος του μετρονόμου της συντονισμένης κοινωνικής κίνησης εντός της οποίας ο ήρωάς μας θα μείνει τελικά ρομαντικός και μόνος. Πολύ νωρίς, αλίμονο, για τον Ρομαντισμό. Πολύ αργά για ήρωες.

    29.11.2021, Ιωαννίδης Γρηγόρης «Ανάμεσα στο κράτημα του χρόνου και την ακροβασία του χώρου», Η Εφημερίδα των Συντακτών

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Συν&Πλην: «Συμφορά από το πολύ μυαλό» στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων

    Μια σύνοψη των θετικών και των αρνητικών σημείων για την παράσταση «Συμφορά από το πολύ μυαλό» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού που ανεβαίνει στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων.

    Το έργο

    Ο Τσάτσκι, ένας νεαρός Ρώσος αριστοκράτης, ευφυής, χαρισματικός, με την επιθυμία να γνωρίσει τον κόσμο και την δίψα για γνώση, επιστρέφει στην Μόσχα μετά από τρία χρόνια περιπλάνησης στο εξωτερικό. Τότε, ανακαλύπτει πως τα πράγματα έχουν απομακρυνθεί πολύ από αυτά που γνώριζε. Η αγαπημένη του Σοφία Πάβλοβνα έχει συνάψει σχέσεις με τον Μολτσάλιν έναν παρείσακτο κι αδίστακτο υπάλληλο στην υπηρεσία του πατέρα της Φάμουσοφ. Την ίδια ώρα, όλος ο κοινωνικός περίγυρος της τάξης τους, βουλιάζει στην κενοδοξία. Ο Τσάτσκι, ποτισμένος από προοδευτικές ιδέες, διαπιστώνει ότι οι άνθρωποι γύρω του ξοδεύουν το χρόνο της ζωής τους καταναλώνοντας μόδες χωρίς να πιστεύουν σε τίποτα. Απεναντίας, οδηγούνται μόνο από το συμφέρον, την υποκρισία, τις συμβάσεις και τη ματαιοδοξία τους. Την ίδια ώρα που εκείνοι ερμηνεύουν την πολύπλοκη σκέψη του ως τρέλα, προκειμένου να τον απομονώσουν. Ματαιωμένος ο Τσάτσκι αναγκάζεται να εγκαταλείψει και πάλι την πόλη του.

    Σχεδόν διακόσια χρόνια πριν, ο Αλεξάντρ Γκριμπογέντοφ χτίζει ένα πανόραμα των ηθών της παλιάς Μόσχας, οργανώνοντας με μεγάλη ακρίβεια μια παρέλαση ηρώων και ανθρωπότυπων σύμβολα της αστικής ρωσικής ζωής της εποχής του – της οποίας και ο ίδιος αποτελούσε μέλος.

    Στα χρόνια του Γκριμπογέντοφ (γράφει το έργο το 1823) η ρωσική ιστορία διένυε μια πολύ δυναμική φάση. Ήταν μια εποχή εθνικής αφύπνισης όπου νέες ιδέες και καλλιτεχνικά ρεύματα διασταυρώνονταν με τις παλιές αντιλήψεις, προκαλώντας συχνά οξείες συγκρούσεις. Αφουγκραζόμενος αυτούς τους κραδασμούς και με το βλέμμα στις τεχνικές της ευρωπαϊκής κωμωδίας, ο Ρώσος συγγραφέας αποτυπώνει μια νέα γλώσσα για τα δεδομένα του 19ου αιώνα σε μια κοινωνική σάτιρα με τραγικά, ρομαντικά και ποιητικά στοιχεία.

    H παράσταση

    Ο Στάθης Λιβαθινός επανακάμπτει σκηνοθετικά, πάνω σε ένα διττό άξονα προτεραιοτήτων: Από τη μια, να συνδεθεί με το παρελθόν του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων και με το έργο του Λευτέρη Βογιατζή και από την άλλη να θρέψει τις προσωπικές αναφορές του στη ρωσική δραματουργία (Μπουλγκάκωφ, Ντοστογιέφσκι, Πούσκιν, Γκόγκολ, Γκόρκι, Τσέχωφ).

    Η πρόταση του είναι ολοκληρωμένη, υψηλής αισθητικής και γενικά συνεπής στους στόχους της – χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν λείπουν τα προβλήματα. Στη διάθεση του έχει ένα καλοκουρδισμένο σύνολο ερμηνευτών – οι περισσότεροι της νεότερης γενιάς – αλλά δεν αποφεύγεται το φαινόμενο της άνισης απόδοσης που συχνά χαρακτηρίζει τους πολυπληθείς θιάσους. Επιπλέον, το έργο μοιάζει να έχει την ανάγκη μιας γενναίας επεξεργασίας για να περιοριστούν τα πιο λόγια σημεία του και, κατά συνέπεια, η διάρκεια της παράστασης.

    Τα Συν (+)

    Η σκηνοθεσία

    Γύρω από ένα παλαιού τύπου ρολόι μετεωρίζεται η προβληματική του Στάθη Λιβαθινού για την πινακοθήκη των ηρώων του Γκριμπογέντοφ. Και μοιάζει αυτό να δίνει το σήμα μιας κυκλικής ροής και παρουσίασης τους, του τρόπου που διαπλέκονται σταδιακά μέχρι να συνθέσουν ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο μιας κοινωνίας σε ηθική παρακμή. Πρόσωπα ενός βαθέως παρελθόντος και συνάμα παρόντα (και διαχρονικά) γίνονται φορείς πότε του τραγικού και πότε της φιλοσοφικής σάτιρας με ηθοποιούς ικανοποιητικής ενέργειας και σωστά οδηγημένους στο διττό ύφος και στον έμμετρο – άρα και μουσικό – λόγο. Παρόλα αυτά, το εγχείρημα υπονομεύεται από τη δραματουργική διαχείριση του κειμένου.

    Η μετάφραση

    Η Έλσα Ανδριανού παραδίδει μια νέα έμμετρη μετάφραση πάνω στο πρωτότυπο του Γκριμπογέντοφ με εξαιρετικό γλωσσικό ενδιαφέρον, πυκνή και ποιητική και με τα απαραίτητα πετάγματα ελαφρότητας.

    Η πλειοψηφία των ερμηνειών

    Εδώ έχουμε μια παραδοξότητα: Ενώ η σκηνική παρουσία του 13μελούς θιάσου σε σκηνές συνόλου πετυχαίνει το στοίχημα της συνοχής, κάποιες επιμέρους ερμηνείες είναι συμβατικές. Περιορίζεται, λοιπόν, το ερμηνευτικό ενδιαφέρον σε λιγότερους ηθοποιούς.

    Λάμπει ο Νέστωρας Κοψιδάς με την εκφραστική του ευγλωττία και με το πάθος που υπερασπίζεται την οπισθοδρομική φύση του Φάμουσοφ. Η Ιωάννα Κολλιοπούλου παιγνιώδης, κινησιολογικά ευρηματική και φρέσκια, σαν κουκλίτσα πάνω σε μουσικό κουτί, ερμηνεύει την Σοφία Πάβλοβαν ως την μεγαλύτερη διάψευση ανάμεσα στους ήρωες του Γκριμπογέντοφ. Η Νεφέλη Μαϊστράλη αποδίδει ιδανικά το ρόλο της υπηρέτριας μέσα από μια κωμική απελπισία που σημαδεύει τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Στοιχεία κόμικ και επίγνωση της μετριότητας του ήρωα του φέρνει ο Παναγιώτης Παναγόπουλος στο Συνταγματάρχη Σκαλοζούμπ. Το ναρκισσισμό της αριστοκρατίας ενσαρκώνει με φινέτσα η Αθανασία Κουρκάκη ως Νατάλια Ντμιτρίβνα. Ο Γιλμάζ Χουσμέν διακρίνεται για την πλέον φαρσική εμφάνιση της παράστασης ως ο ιδεολόγος Ρεπετίλοφ . Η Λιλλύ Μελεμέ παρά το μικρό ρόλο της της Χλιόστοβα κάνει αναγνωρίσιμη την εμπειρία και τη δυναμική της. Τέλος, ο Θέμης Θεοχάρογλου κερδίζει με τη σωματικότητα του στο ρόλο του Ζαγκορέτσκι.

    Όσο για τον πρωταγωνιστή της παράστασης, τον πρωτοεμφανιζόμενο Δημήτρη Φιλιππίδη στον κρίσιμο ρόλο του Τσάτσκι, φέρει μεν μια εκτιμητέα ερμηνευτική φλόγα αλλά η παρωχημένη υπερδραματοποίηση της φωνής του αδικεί την προσπάθεια του.

    Η αισθητική της παράστασης

    Παρά την μικρή κλίμακα του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων και την παραδοσιακή δυσκολία της διαχείρισης του, η Ελένη Μανωλοπούλου προτείνει μια ταιριαστή και συνάμα ατμοσφαιρική σκηνογραφία που ορίζεται από ένα αντικέ ρολόι, τοποθετημένο στη βάση της σκηνής. Πλάϊ σε αυτό σχεδιάζει υψηλής αισθητικής κοστούμια με κάποια κλεισίματα ματιού στην μοντερνικότητα.

    Τα Πλην (-)

    Η δραματουργική επεξεργασία

    Η ευκαιρία για μοντάζ στα πιο φιλολογικά σημεία του έργου χάθηκε. Διαφορετικά, θα είχε εκσυγχρονίσει τόσο τη σχέση του έργου με το σήμερα και συνάμα θα είχε συνεισφέρει στον ρυθμό και στη μικρότερη διάρκεια της παράστασης.

    Το άθροισμα (=)

    Δραματουργικό σαμποτάζ σε μια ατμοσφαιρική, ικανοποιητικά παιγμένη και ωραίας αισθητικής επανένωση ενός κλασικού έργου με τον θεατρικό τόπο που το πρωτοσύστησε.

    23.11.2021, Χαραμή Στέλλα, «Συν&Πλην: «Συμφορά από το πολύ μυαλό» στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων», monopoli.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ