Πικ νικ – Θεόφραστος Σακελλαρίδης

2014

Μέγαρο Μουσικής, αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη

19-28 Φεβρουαρίου 2014

Συμπαραγωγή:

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Μουσικός και Εκπαιδευτικός Οργανισμός Ελλάδος.

 

Το «Πικ Νικ» του Θ. Σακελλαρίδη παρουσιάστηκε το 1915 με εξαιρετική επιτυχία. Ο νικητής του λαχείου… «υπέρ της αποξήρανσης της Μεσογείου» μπλέκει σε μια σειρά από ξεκαρδιστικές περιπέτειες γύρω από ένα γαμήλιο πικ νικ (ελληνιστί … «δείπνον εκ συμβολής»). Το γνωστό βαλς «Σφίξε με» και οι άλλες υπέροχες μελωδίες του Σακελλαρίδη σκιαγραφούν γοητευτικά το ξέφρενο γλέντι της αθηναϊκής Belle Époque. H Καμεράτα και ο Γιώργος Πέτρου ψάχνουν για άλλη μια φορά στα χειρόγραφα και φέρνουν στο φως ένα ξεχασμένο αριστούργημα που ζωντανεύει μέσα από την φαντασία του Στάθη Λιβαθινού.

Πηγή: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Θεόφραστος Σακελλαρίδης: «Το Πικ Νικ» (1915)
Οπερέτα σε τρεις πράξεις
Νέα Παραγωγή

Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά – κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Χορογραφία/κινησιολογία: Έρση Πήττα
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Δραματουργική επεξεργασία: Έλσα Αδριανού
Επιμέλεια – αποκατάσταση μουσικού κειμένου: Γιάννης Τσελίκας | Κέντρο Ελληνικής Μουσικής

Λόλα: Μυρσίνη Μαργαρίτη
Νίνα: Ειρήνη Καράγιαννη
Βερδελής: Δημήτρης Ναλμπάντης
Αργυρός: Χάρης Ανδριανός
Κυρία Φραμπαλά: Λυδία Αγγελοπούλου
Φραμπαλάς: Κωστής Ρασιδάκις
Μπρόουντ: Δημήτρης Ήμελλος
Ευανθία: Άννα Κουτσαφτίκη
Πλούταρχος: Στέλιος Ιακωβίδης
Μπερλιναρή: Δανάη Σαριδάκη
‘Ολια: Ινές Ζήκου
Φιφή: Δέσποινα Σκαρλάτου
Λίλη: Σοφία Καψούρου
Πανάγος, Ζουμερός: Χρήστος Κεχρής

Μουσική προετοιμασία: Δημήτρης Γιάκας, Μιχάλης Παπαπέτρου

Χορωδία των Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων
(Διδασκαλία χορωδίας: Σταύρος Μπερής)
Καμεράτα – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής
Μουσική διεύθυνση: Αναστάσιος Συμεωνίδης

 
  • Φραμπαλάδες και Μπερλιναρήδες γίνανε μαλλιά κουβάρια ή Οπερέτα… εκ συμβολής

    Το έργο

    Η δούλη του Θεού Λόλα Φραμπαλά, θυγάτηρ Γερασίμου, ο οποίος μόλις κέρδισε τον πρώτο αριθμό του Λαχείου προς Αποξήρανσιν της… Μεσογείου, αρραβωνίζεται τον δούλο του Θεού Νικόλαον Βερδελή, δικηγόρο. Στον πατέρα Φραμπαλά όμως, πρώην οικονομικό έφορο, αρέσουν οι φραμπαλάδες διότι τα μυαλά του πήραν αέρα και έχει μεγαλοπιαστεί. Και το πικ νικ -«δείπνο εκ συμβολής», όπως το μεταφράζουν στα (καθαρευουσιάνικα) ελληνικά προς χάριν του ακριβολόγου αμερικανού αρχαιολόγου Τζον Μπρόουντ, γαμπρού επ’ αδελφή του Φραμπαλά, ή, άλλως, σε νεότερα ελληνικά, ρεφενέ-, το οποίο συνηθιζόταν τότε στους αρραβώνες, απαιτεί να γίνει σε ιδιόκτητο περιβόλι του γαμπρού. Που δεν έχει μία, όπως δηλώνει στον εργένη φίλο του Ιωάννη Αργυρό, ευκατάστατο τραπεζικό, στον οποίο καταφεύγει και ο οποίος του «δανείζει» για το πικ νικ το δικό του περιβόλι στην Κολοκυνθού, περιβόλι που ο Βερδελής εμφανίζει ως μόλις να το έχει αγοράσει.

    Μία σειρά παρεξηγήσεων εμπλέκει στην υπόθεση την «ελαφρών ηθών» Νίνα, ερωμένη του Αργυρού, και τις τρεις «κοκότες» φίλες της που βρίσκονται στο περιβόλι και που ο Αργυρός δεν προλαβαίνει να τις απομακρύνει εγκαίρως, πριν από το πικ νικ και την έλευση της οικογένειας Φραμπαλά και των φίλων τους -της ιδιόρρυθμης οικογένειας Μπερλιναρή με την κόρη που κεκεδίζει. Και ένα γαϊτανάκι ψεμάτων, αποκαλύψεων, μεταμφιέσεων, παρεξηγήσεων, ερώτων πραγματικών ή φανταστικών, ερωτικών σχέσεων νόμιμων ή παράνομων, κατά φαντασίαν εξώγαμων παιδιών, εκδικήσεων και αντεκδικήσεων πλέκεται γύρω από τους ήρωες. Το οποίο θα οδηγήσει το πικ νικ σε ναυάγιο αλλά το έργο στο χάπι εντ που προβλέπει κάθε φάρσα η οποία σέβεται τον εαυτό της.

    Η γαλλικής εμπνεύσεως φάρσα «Πικ Νικ» (1895) των Νικολάου Λάσκαρη και Γεωργίου Πωπ, μετασχηματισμένη από τον ίδιο τον Νικόλαο Λάσκαρη σε λιμπρέτο, είναι η βάση στην οποία πατάει η γαλλικής, βιενέζικης, ιταλικής, ακόμα και ολίγον τζαζ εμπνεύσεως ομώνυμη οπερέτα (1915) του Θεόφραστου Σακελλαρίδη που φυτεύεται σε καρποφόρο χώμα της αθηναϊκής Μπελ Επόκ -χώμα του Παλαιού Φαλήρου και της Κολοκυνθούς – και ανθοφορεί με ευωδία αθηναϊκή και καρποφορεί παίζοντας χαριτωμένα με τα ήθη της τότε αθηναϊκής κοινωνίας.

    Το λιμπρέτο, το οποίο βρίθει αφελειών και ανήκει στην εποχή που τα ονόματα Παντζαφρούλα και Ναυκρατούσα και το κεκέδισμα έβγαζαν, προφανώς, γέλιο από το αστικό κοινό του οποίου η οπερέτα με τα «σόκιν» της είχε αναδειχθεί στην απολύτως in διασκέδαση, δεν αντέχει με τίποτα σήμερα. Αλλά μήπως αντέχουν τα λιμπρέτα από τις μεγάλες ρομαντικές όπερες; Είναι, όμως, η μουσική του Σακελλαρίδη -πέρα από το… διαχρονικό βαλς «Σφίξε με» που κυριαρχεί στο «Πικ νικ»-, η οποία, αν και αντλεί από ξένα ακούσματα, όχι απλώς σώζει την κατάσταση, αλλά, λεπτή, ανάλαφρη, εύφορη και με απαιτήσεις όμως, δίνει στο έργο κάτι περισσότερο από ένα άρωμα εποχής.

    Η παράσταση

    Τη σκηνοθεσία της οπερέτας, σε δραματουργική επεξεργασία -που δεν γνωρίζω την έκτασή της- Έλσας Ανδριανού, ανέλαβε ο άπειρος στο είδος Στάθης Λιβαθινός. Φοβάμαι πως η παράσταση φανερώνει την αμηχανία του. Χωρίς βέβαια να προχωρήσει σε μεταμοντερνισμούς κάτω από τους οποίους το αδύναμο κείμενο θα κατέρρεε, θέλησε να δώσει την ατμόσφαιρα της εποχής όχι προσπαθώντας να εμφυτεύσει στους ηθοποιούς το ήθος της αλλά χρησιμοποιώντας -εξωτερική, τεχνητή λύση- το εύρημα να παίζουν οι ηθοποιοί και τις σκηνικές οδηγίες -ή, τέλος πάντων, ένα κείμενο σκηνικών οδηγιών σε αρχαΐζουσα καθαρεύουσα. Το εύρημα αυτό, κατά κόρον χρησιμοποιημένο τελευταία, τίποτα το καινούργιο δεν κόμισε. Νομίζω περισσότερη ατμόσφαιρα δημιούργησαν τα βίντεο του Χρήστου Δήμα από κινηματογραφημένα επίκαιρα της εποχής και ας μην τα κατατάσσω στις καλύτερες δουλειές του. Επιπλέον, ο Στάθης Λιβαθινός ανακάτεψε στη διανομή λυρικούς καλλιτέχνες και ηθοποιούς της πρόζας, ήτοι εντελώς διαφορετικά στιλ υποκριτικής, με αποτέλεσμα την ανομοιογένεια. Όσο για το χιούμορ της παράστασης περισσότερο ως ειρωνεία το εξέλαβα.

    Την κατάσταση επιδείνωναν τα κοστούμια και η κινησιολογία. Η Ελένη Μανωλοπούλου σχεδίασε ελαφρά και λειτουργικά σκηνικά που τα φώτισε σωστά ο Αλέκος Αναστασίου. Αλλά τα κοστούμια της – μία λύση «χαρτοκοπτικής» που παρόμοια χρησιμοποίησε η Μαρί-Νοέλ Σεμέ στην κωμωδία του Ραγκαβή «Του Κουτρούλη ο γάμος» που ανέβασε πρόπερσι ο Βασίλης Παπαβασιλείου στο Εθνικό Θέατρο-, προστεθημένα ως «πρόσοψη» πάνω από τα βασικά τους και όχι φορεμένα από τους ηθοποιούς, αν και εξέφραζαν με σαφήνεια την ιδέα «ο βασιλιάς είναι γυμνός» για την αστική τάξη του 1915, απεδείχθησαν όχι μόνο άχαρα αλλά και φοβερά δυσλειτουργικά έως καταστροφικά για το παραστασιακό αποτέλεσμα. Για να μη μιλήσω για τις σωβρακοφανέλες… Και η χωρίς έμπνευση κινησιολογία που επιμελήθηκε η Έρση Πήττα δέχτηκε την χαριστική βολή: αδυναμία των επί σκηνής να κινηθούν και να χορέψουν -εφόσον, βέβαια, ήξεραν και μπορούσαν να κινηθούν και να χορέψουν…- φυσιολογικά, να τσαλακωθούν ή να τρέξουν, καθώς προσπαθούσαν να τα ανασηκώσουν ή να τα παραμερίσουν.

    Η παράσταση, όμως, κέρδισε στα σημεία λόγω του μουσικού αποτελέσματος. Το μουσικό κείμενο του Σακελλαρίδη, που επιμελήθηκε και αποκατέστησε ο Γιάννης Τσελίκας – και που πρέπει χάριτας να του οφείλουμε για τη δουλειά του, καθώς φέρνει στο φως ένα έργο το οποίο όχι μόνο εκφράζει την εποχή του αλλά διαθέτει και ιδιαίτερο ενδιαφέρον – ανέλαβε ο Γιώργος Πέτρου. Που από την ειδίκευσή του με εξαιρετικά αποτελέσματα στο μπαρόκ έκανε και πάλι ένα άλμα εις μήκος εντυπωσιακό και κατάφερε αποτελέσματα ανάλογα σε ένα είδος εντελώς διαφορετικού ήθους και ύφους: την οπερέτα. Διηύθυνε με χάρι και μεγάλο κέφι, αποδοτικότατα την Καμεράτα, Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής και οδήγησε μουσικά τους επί σκηνής άψογα. Πολύ σωστή, αν και πολύ άπειρη σκηνικά, η Χορωδία Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων που δίδαξε ο Σταμάτης Μπερής.

    Οι ερμηνείες

    Αφημένους από τη σκηνοθεσία στις όποιες δυνατότητές τους βρήκα τους ερμηνευτές.

    Από τους λυρικούς καλλιτέχνες της διανομής ο Δημήτρης Ναλμπάντης έχει φωνή με μέγεθος και δυνατότητες αλλά τραγούδησε με στόμφο, στεντορείως και επιδεικτικά ενώ ούτε το φιζίκ του ούτε η σπασμωδική κίνησή του τον βοηθούσαν στην υποκριτική του που θύμιζε νευρόσπαστο. Πολύ καλή φωνητικά αλλά αδύναμη υποκριτικά βρήκα την Μυρσίνη Μαργαρίτη. Όχι απόλυτα επιτυχημένη ηλικιακά η ανάθεση του ρόλου της Παντζαφρούλας, που «γριά» την ανεβάζουν, «γριά» την κατεβάζουν, στην φρέσκια ακόμα Λυδία Αγγελοπούλου η οποία, με φωνή σωστή, κατέφευγε σε τεχνάσματα για να πείσει σκηνικά ενώ πλάι της, σωστός κατά βάση φωνητικά και υποκριτικά, αλλά χύμα, με ανεξέλεγκτη κίνηση των χεριών ο Κωστής Ρασιδάκις. Ικανοποιητικές οι Ινές Ζήκου, Δέσποινα Σκαρλάτου, Σοφία Καψούρου και, κυρίως, ο Χρήστος Κεχρής με πλούσια φωνή.

    Ξεχώρισα τον Χάρη Ανδριανό, υποκριτικά, κινητικά και φωνητικά άνετο και μεστό. Αλλά εκείνη που έκλεβε την παράσταση στους λυρικούς ήταν η Ειρήνη Καράγιαννη: όμορφη – και με ομορφιά σκηνική-, ερωτική, με υποκριτικές δυνατότητες ηθοποιού πρόζας, με γνώση του ύφους και με ζεστή φωνή μέτζο, που μπορεί να τη χρησιμοποιήσει στις πρόζες όχι ποσταρισμένη, ανέδειξε το ρόλο της Νίνας σε απολύτως πρωταγωνιστικό.

    Από τους ηθοποιούς πρόζας ο Δημήτρης Ήμελλος δεν βρέθηκε σε καλή στιγμή. Ζορισμένος, με προβλήματα στην κίνηση, άρθρωση εντελώς μπουκωμένη από την «αμερικάνικη προφορά» των ελληνικών, που ζητάει ο ρόλος, με αποτέλεσμα να χάνεται μεγάλο μέρος του κειμένου του, δυσκολεύτηκε ακόμα περισσότερο όταν χρειάστηκε να τραγουδήσει και να χορέψει – στα όρια του ερασιτεχνικού. Άχρωμη και με οξύτητες στη φωνή η Δανάη Σαριδάκη.

    Ικανοποιητικότατο βρήκα, αντίθετα τον Στέλιο Ιακωβίδη – ηθοποιός που γράφει και σε μεγάλη σκηνή, όπως του Μεγάρου, και όχι μόνο λόγω φάτσας. Η Άννα Κουτσαφτίκη, πάντως, ήταν για μένα, από τους ηθοποιούς της πρόζας, αυτή που έκλεψε την παράσταση. Ηθοποιός με γκάμα εντυπωσιακή, εδώ, σε ένα ρόλο-τίποτα, σχεδίασε με μέτρο και έλεγχο το γκροτέσκο της Ευανθίας και μέχρι γέλιο μου έβγαλε σε ένα σύνολο που μόνο το χαμόγελο μου εκμαίευσε: απολαυστική.

    Το συμπέρασμα
    Μία παράσταση με πολλά, κατά τη γνώμη μου, προβλήματα, που, όμως, μέσα από την έξοχη μουσική διδασκαλία της, αποκάλυψε μία οπερέτα ηλικίας 100 χρόνων, η οποία αξίζει να παίζεται ακόμα, όσο και ξεπερασμένο να είναι το κείμενό της.

    Μέγαρο Μουσικής Αθηνών/Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη», συμπαραγωγή με την Καμεράτα, Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, 26 Φεβρουαρίου 2014.

    03.04.2014, Σαρηγιάννης Γιώργος Δ.Κ. «Φραμπαλάδες και Μπερλιναρήδες γίνανε μαλλιά κουβάρια ή Οπερέτα… εκ συμβολής», totetartokoudouni.blogspot.com

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Είδαμε την οπερέτα «Πικ Νικ» στο Μέγαρο: Μια καρδιά που όλους τους χωράει!

    Όλοι μια αγκαλιά, λα-λα-λα, λα-λα-λα! Να μας συμπαθάτε για το χαζοχαρούμενο ύφος, που υπό Κ.Σ. θα ντρεπόμασταν να υιοθετήσουμε. Όμως ομολογούμε πως με μια τέτοια διάθεση φύγαμε από το Μέγαρο Μουσικής έχοντας μόλις παρακολουθήσει την οπερέτα Πικ Νικ του Θεόφραστου Σακελλαρίδη.

    Μετά τον Βαφτιστικό, η Καμεράτα υπέγραψε άλλη μία παραγωγή που μπορεί να κάνει νέους αλλά και συνταξιούχους να καθίσουν δίπλα-δίπλα και να τους προκαλέσει τα ίδια χαμόγελα.

    Η υπόθεση του Πικ Νικ περιστρέφεται γύρω από μια περίσταση αρραβώνων στην Αθήνα της belle epoque – οργανώνεται πρόχειρα ένα γεύμα προς τιμήν του ζευγαριού, κατά τη διάρκεια του οποίου εξαιτίας παρεξηγήσεων θα συμβούν πολλά ευτράπελα (αναλυτικότερα, βλ. εδώ). Την αρχική γοητεία του μουσικού μέρους, που περιλαμβάνει το γνωστό vintage χιτ, “Φίλα με” (για τα οποίο σας λέγαμε εδώ), κλήθηκε να πλαισιώσει με ανανεωτικά στοιχεία ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός στην πρώτη του δουλειά για λυρικό θέατρο. Και ανταποκρίθηκε με πλήρη επιτυχία, κυρίως με τα άφθονα μοντέρνα χιουμοριστικά ευρήματα, που περιόριζαν τον όποιο γλυκανάλατο χαρακτήρα της οπερέτας ως είδους. Η διάθεση αυτοσαρκασμού στον τρόπο παρουσίασης ήταν έντονη, χωρίς όμως να “ακυρώνει” ή να μην σέβεται την αξία ενός τέτοιου έργου. Είδαμε λοιπόν μεταξύ άλλων (***SPOILER ALERT***):

    Αστείους ερωτιδείς που εμφανίζονται στις σκηνές πάθους και με τις ολόσωμες ιβουάρ φόρμες τους θυμίζουν λίγο τα σπερματοζωάρια του Γούντι Άλεν στο “Όσα θέλατε να ξέρετε για το σεξ αλλά φοβόσασταν να ρωτήσετε”. Ένα εμβόλιμο “Libiamo” (Traviata) σε ελληνική εκδοχή (παρόμοιο gag με το “Libiamo” χρησιμοποιούν και οι Opera Chaotique στις παραστάσεις τους) που λειτούργησε ως “inside joke” για όσους ξέρουν δυό πράγματα από λυρικό θέατρο. Χιουμοριστικές προβολές από κινηματογραφικό υλικό των αρχών του περασμένου αιώνα. Έναν “σιτεμένο” ήρωα να μένει ημίγυμνος αποκαλύπτοντας ένα εντυπωσιακό “six pack”. Κωλοδάχτυλα που έβγαζαν σε ορισμένες σκηνές οι αγανακτισμένες κοκότες (οι “τσαπερδόνες” κατά την παρέα μου). Και γενικά μια εξαιρετική σκηνική δραματουργική επεξεργασία από τον Λιβαθινό και την Έρση Πήττα, που έδινε χρώμα στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών κάθε σκηνής, αλλά και όσων βρίσκονταν στο περιθώριο καθεμιάς.

    Οι ήρωες παρουσιάστηκαν σαν “καραγκιοζάκια”, φορώντας πάνω από παλιομοδίτικα εσώρουχα, κοστούμια-χαρτοκοπτική σαν αυτά που είχε στην τελευταία σελίδα η Μανίνα. Μια πολύ ωραία έμπνευση της Ελένης Μανωλοπούλου, που σε συνδυασμό με τα δισδιάστατα σκηνικά της, δημιούργησε μια άρτια και ολοκληρωμένη αισθητική ρομαντικού vintage. Μια εικόνα σαν αυτή των παλιών καρτ ποστάλ, στις οποίες η βασική ασπρόμαυρη φωτογραφία χρωματιζόταν επιλεκτικά εκ των υστέρων, και πάνω της προσθέτονταν γκλίτερ, αγγελάκια, τριαντάφυλλα.

    Φωνητικά υπήρξαν ανισότητες μεταξύ των τραγουδιστών, αλλά αυτό για μένα δεν είχε καμία σημασία. Αξίζει σε όλους, και στους τραγουδιστές-ηθοποιούς και στην ορχήστρα, ισότιμο μπράβο για μια πολύ όμορφη συνολική δουλειά. Στο φινάλε με τα χαμόγελα και τις υποκλίσεις, η διαίσθησή μου έλεγε πως το διασκέδασαν πραγματικά και ότι αγαπούν πολύ την τέχνη και αυτό που κάνουν.

    Και κάτι που πρέπει να αναφερθεί: Οι εγχώριες και διεθνείς επιτυχίες της Καμεράτα αλλά και η ικανότητά της να παρουσιάζει δουλειές που μπορούν να προσελκύσουν και νέους και μεγαλύτερους -ειδικά τους τελευταίους τους έχω έγνοια, θέλω ό,τι τους προσφέρεται σαν προσιτό για την ηλικία τους, να μην είναι ούτε ευτελές ούτε παρωχημένο- επιβεβαιώνουν ότι αξίζει ηθικής και οικονομικής στήριξης, τόσο από πλευράς χορηγών, όσο και από πλευράς κοινού. Όσοι διαθέτετε εκεί το αντίτιμο ενός εισιτηρίου, μπορείτε να είστε σίγουροι ότι αξίζει κάθε ευρώ.

    28.02.14, Σταυρίδη Αργυρώ «Είδαμε την οπερέτα «Πικ Νικ» στο Μέγαρο: Μια καρδιά που όλους τους χωράει!», www.monopoli.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Πικ Νικ»: παράσταση – ορόσημο για την αναβίωση της ελληνικής οπερέτας!

    Λένε ότι «ο επιμένων νικά», και έπρεπε να φθάσουμε στο 4ο σκηνικό ανέβασμα οπερέτας του Θεόφραστου Σακελλαρίδη (μετά από «Κόρη της καταιγίδος», «Βαφτιστικό» και «Χαλιμά»), και πέμπτο συνολικά ελληνικής οπερέτας (συνυπολογίζοντας και την «Κρητικοπούλα» του Σαμάρα ) μέσα σε μία μόλις τριετία για να μπορούμε να μιλάμε για δικαίωση των προσπαθειών όλων εκείνων που με ζήλο και αφοσίωση επενδύουν στο ξαναζωντάνεμα ενός μέχρι πρότινος ουσιαστικά νεκρού μουσικοθεατρικού είδους.

    Τι έκανε τόσο ξεχωριστό το «Πικ Νικ» που παρακολουθήσαμε (21/2 ) στην «Αίθουσα Αλεξ. Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής; Εν ολίγοις, το βάθος και η ποιότητα της προετοιμασίας σε όλα τα επίπεδα.

    Κατ’αρχάς επισημαίνεται η πλέον ικανοποιητική μέχρι τώρα σκηνοθετική προσέγγιση οπερέτας, που σηματοδότησε και το άκρως ελπιδοφόρο ντεμπούτο του Στάθη Λιβαθινού στο λυρικό θέατρο. Εμμένοντας κλασικά, ο Λιβαθινός επέλεξε αντί της μεταφοράς της δράσης στο παρόν μία στιλιζαρισμένη -εν είδει καρτ-ποστάλ- απεικόνιση της εποχής του έργου (σκηνικά και κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, βίντεο προβολές κινηματογραφικών επικαίρων εποχής του Χρήστου Δήμα ). Tις εντυπώσεις έκλεψε η καρτουνίστικη, δισδιάστατη απεικόνιση των ηρώων μέσα από τη χρήση -πάνω από τα κοστούμια- φορετών flat ποδιών/χαρτοκοπτικών, που «επισχολίαζε» τους μονοδιάστατους χαρακτήρες των δήθεν μοντέρνων Αθηναίων αστών της μπελ-επόκ, που εμπλέκονται σε παρεξηγήσεις, ερωτικές και όχι μόνο. Ορθά δόθηκε έμφαση στην σκιαγράφηση χαρακτήρων και στις διαρκείς ανατροπές καταστάσεων και όχι στους όποιους παραλληλισμούς με την σημερινή παθογένεια.

    Κυρίως, όμως, εντυπωσίασε η λεπτομερής θεατρική διδασκαλία, που ξεκίνησε από την έξοχη δραματουργική επεξεργασία της Έλσας Ανδριανού. Με σεβασμό στο λιμπρέτο και την αισθητική της εποχής, οι επεμβάσεις στην πρόζα (γλωσσικές και άλλες ) περιορίσθηκαν στα απολύτως αναγκαία, ενώ έμφαση δόθηκε στη διασφάλιση ρυθμού της παράστασης μέσα από την συνεχή, εκφραστική κίνηση μονωδών, χορωδών και ηθοποιών (επιμέλεια κινησιολογίας: Έρση Πήττα ), την απουσία νεκρών χρόνων μεταξύ πρόζας-τραγουδιού, τα διακριτικά γκαγκς, τις κλεφτές χιουμοριστικές ματιές.

    Σημαντικό παράγοντα της επιτυχίας αποτέλεσε, εξάλλου, η (επαν)ανακάλυψη -σχεδόν έναν αιώνα από τη σύνθεσή του (1915 ) και περίπου έξι δεκαετίες από το τελευταίο ανέβασμά του!- ενός έργου με σαφή μουσική αξία, την οποία ανέδειξαν τόσο η επιμελής αποκατάσταση της παρτιτούρας από τον μουσικολόγο Γιάννη Τσελίκα όσο και η αέρινη, πλαστικότατη μουσική διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου. Πέρα από το χαρακτηριστικό στο Σακελλαρίδη πάντρεμα της γαλλικής και βιεννέζικης οπερέτας με ακούσματα των Επτανήσων σε ένα βαθύτατα «ελληνικό», και δη «αθηναϊκό» μουσικό ψηφιδωτό, το «Πικ Νικ» δεν στερείται και σαφών επιρροών από τη γαλλική και την ιταλική όπερα ή ακόμη το αμερικάνικο σουίνγκ, σε επίπεδο τόσο ενορχήστρωσης όσο και φωνητικής γραφής. Με τη γνωστή ευφυΐα και μουσικότητά του, ο Πέτρου εξασφάλισε -επικεφαλής μίας άψογης Καμεράτας- ακρόαμα με καλοσταθμισμένες ισορροπίες λυρισμού και σφρίγους, αλλά και ζηλευτή ρευστότητα αφήγησης.

    Εξίσου καθοριστική αποδείχθηκε, τέλος, και η φροντίδα που επενδύθηκε σε φωνητικό επίπεδο. Προερχόμενο σε μεγάλο βαθμό από την όπερα, το σύνολο σχεδόν της διανομής ανταποκρίθηκε με επάρκεια στις αυξημένες μουσικοδραματικές απαιτήσεις της οπερέτας. Ακμαίοι λυρικοί τραγουδιστές, όπως η υψίφωνος Μυρσίνη Μαργαρίτη (Λόλα) και η μεσόφωνος Ειρήνη Καράγιαννη (Νίνα) ή ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός (Αργυρός) συνδύασαν την τόσο κρίσιμη φωνητική γενναιοδωρία με έντονη σκηνική παρουσία. Ο συνήθως φερέγγυος τενόρος Δημήτρης Ναλμπάντης ανταπεξήλθε εντελώς οριακά στις δύσκολες άριες του Βερδελή. Ο Κωστής Ρασιδάκης και η Λυδία Αγγελοπούλου ενσάρκωσαν θαυμάσια το ζεύγος Φραμπαλά, ενώ καλά αποδόθηκαν και οι υπόλοιποι καρατερίστικοι κατά βάση ρόλοι. Τη δική τους σφραγίδα άφησαν εξαιρετικοί ηθοποιοί, όπως οι Δημήτρης ‘Ημελλος (απολαυστικός κος Μπρόουντ) και Άννα Κουτσαφτίκη (Ευανθία), ενώ με ζωντάνια τραγούδησε και κινήθηκε η Χορωδία των Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων.

    Σίγουρα, η όλη παραγωγή θα απογειωνόταν εάν ανέβαινε σε μικρότερο σκηνικό χώρο και με υπέρτιτλους (ασυγχώρητη η παράλειψή τους!) ή εάν ήταν καλύτερα φωτισμένη. Αναμφίβολα, το χαμόγελο εξακολουθεί να προκαλείται ευκολότερα στους μεγαλύτερης ηλικίας θεατές, που αναζητούν πρωτίστως τη νοσταλγία, απ’ ότι στους νεώτερους που προσλαμβάνουν κάπως αμήχανα την ανίχνευση του πολιτιστικού αποτυπώματος μιας άλλης εποχής.

    Έστω κι έτσι, πάντως, η συγκεκριμένη δουλειά -που θα παίζεται μέχρι τις 28/2- κατάφερε με εντιμότητα και συνέπεια, μακριά από ευτέλειες και ευκολίες, να μεταδώσει όσο λίγες την ανεμελιά και την κομψότητα ενός τόσο ιδιαίτερου μουσικοθεατρικού είδους. Κατά τούτο, και χωρίς καμία δόση υπερβολής, το «Πικ Νικ» συνιστά παράσταση-ορόσημο για την αναβίωση της ελληνικής οπερέτας…

    25.02.2014, Χωριατάκης Ευτύχιος Δ. «Πικ Νικ: παράσταση – ορόσημο για την αναβίωση της ελληνικής οπερέτας!», Αθηνόραμα

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Πικ Νικ: Τι συμβαίνει μέσα στο Μέγαρο Μουσικής και βγαίνουν όλοι τραγουδώντας

    «Δεν έχω δει ποτέ ξανά τόσους νέους θεατές σε οπερέτα» αναφώνησε έμπειρος φίλος του λυρικού θεάτρου φεύγοντας από την πρεμιέρα του «Πικ Νικ» στο Μέγαρο Μουσικής. Η ευφρόσυνη, αναπάντεχη, οργιαστική σε συλλήψεις καταστάσεων και σε μουσική οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, που έκανε πρεμιέρα την προηγούμενη Τετάρτη και συνεχίζεται ως την Παρασκευή, έγινε το πιο ξέφρενο πάρτι της Αθήνας σε χρόνο ρεκόρ. Στόμα με στόμα, εκατοντάδες σπεύδουν να γεμίσουν την αίθουσα Τριάντη για να απολαύσουν την οπερέτα από την πολυβραβευμένη Καμεράτα, που διευθύνει ο διεθνούς φήμης Γιώργος Πέτρου, σε μια παράσταση που σκηνοθετεί ο Στάθης Λιβαθινός (η πρώτη οπερέτα που σκηνοθετεί).

    Βγαίνοντας από την παράσταση του «Πικ Νικ» με τον χρόνο να μοιάζει συσταλμένος -πως πέρασαν σχεδόν δυόμιση ώρες;- οι περισσότεροι έχουν προηγουμένως τραγουδήσει, κυρίως το πασίγνωστο βαλσάκι «Σφίξε με», ξεκαρδιστεί στα γέλια από την μοναδική παρουσίαση επί σκηνής της ιστορίας, αλλά προπάντων έχοντας θαυμάσει για μια ακόμη φορά, όχι απλώς την άρτια και συναισθηματικά άψογη ερμηνεία της Καμεράτας, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οι μουσικοί της ορχήστρας, υπό τις οδηγίες του Γιώργου Πέτρου, εντρύφησαν, έσκαψαν μέσα στο έργο και ανέδειξαν με τον πιο πιστό και σύγχρονο και τολμηρό τρόπο, τις αρετές του.

    Το «Πικ Νικ» επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις, συμπράξεις, συναντήσεις πρωτόφαντες: μπορεί για την Καμεράτα να είναι ένας δρόμος περπατημένος και ένα στοίχημα κερδισμένο μετά και τα συνεχή sold out, που πέτυχε με τον «Βαφτιστικό» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη. Για τον Στάθη Λιβαθινό είναι, όμως, η πρώτη φορά που σκηνοθετεί οπερέτα, όπως και για τον σπουδαίο ηθοποιό Δημήτρη Ήμελλο τον οποίο έχουμε απολαύσει σε ρόλους που κόβουν την ανάσα και δημιουργούν σχολή στο θέατρο. Ο Ήμελλος υποδύεται τώρα τον Αμερικανό αρχαιολόγο, με τα σπαστά ελληνικά που με τη γνωστή βροντερή βραχνή φωνή σαρώνει τη σκηνή, επιδίδεται και πάλι σε μια σωματική ερμηνεία ταυτόχρονα με τον σαρωτικό λόγο του, που έρχεται να συναντηθεί με σπουδαίους λυρικούς ερμηνευτές όπως οι Χάρης Ανδιανός, Ειρήνη Καράγιαννη, Δημήτρης Ναλμπάντης και άλλοι.

    Όλοι τους περιηγούνται στη μουσική του Σακελλαρίδη, όπως αναβλύζει από την Καμεράτα μέσα σε ένα χάρτινο σκηνικό που θυμίζει καρτποστάλ άλλων εποχών ή αγαπημένα παλιά παιδικά βιβλία που ανοίγοντάς τα ξεπηδούν σκηνικά, σπίτια, η εξοχή. Ντυμένοι με φορεσιές χάρτινες – ντύσε τις κούκλες- οι συντελεστές δημιουργούν ένα ευφάνταστο πάρτι. Τα πάντα στη σκηνή γίνονται κατά τη διάρκεια ενός πικ νικ, για να εορταστεί ο επικείμενος γάμος του ζευγαριού. Γίνεται ένα πικ νικ, ένα δείπνο εκ συμβολής, όπως καταλήγουν ότι είναι η ελληνική απόδοση του όρου. Διοργανώνεται από τον νικητή του λαχείου «υπέρ της αποξήρανσης της Μεσογείου» και φέρνει σε επαφή, επί σκηνής, τον κόσμο των ελευθέρων ηθών με αυτόν της μπουρζουαζίας, των αστών της εποχής.

    Πίσω, μια οθόνη μεταφέρει σκηνές ξεγνοιασιάς από το Νέο Φάληρο του 1915, όταν γράφτηκε το έργο, με τις βόλτες, τα μπάνια, τα γλέντια μιας άλλης εποχής, σε ένα τοπίο που μοιάζει σήμερα συναρπαστικό. Το κοινό, με οδηγό την μουσική, μαγνητίζεται και βρίσκεται πάνω στη σκηνή γίνεται ενεργό μέρος αυτού που συμβαίνει, σε μια μοναδική σχεδόν διαδραστική εμπειρία θέασης. Η ενέργεια αναβλύζει μέσα στην αίθουσα που από την Παρασκευή είναι κατάμεστη, καθώς η παράσταση γίνεται το talk of the town, και πολλοί σπεύδουν να εξασφαλίσουν εισιτήρια για κάποια από τις επόμενες παραστάσεις ως την Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου. Ένα πάρτι που «Έχει σαμπάνιες, έχει κρασί, νερό της Άνδρου μα και Vichy».

    24.02.2014, Χ.Σ. «Πικ Νικ: Τι συμβαίνει μέσα στο Μέγαρο Μουσικής και βγαίνουν όλοι τραγουδώντας», www.iefimerida.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Στον άπιαστο κόσμο της ελληνικής οπερέτας

    Ακρόαμα φρέσκο, ρευστό και ανάλαφρο από ορχήστρα και μαέστρο. Αποστασιο­ποιημένο στιλιζάρισμα, ολοζώντανη επικοινωνιακή αφήγηση και χιούμορ από τον έμπειρο σκηνοθέτη Στάθη Λιβαθινό. Πρωταγωνιστές που συνδυάζουν φωνητική άνεση και πικάντικη σκηνική παρουσία. Το restart στο ελαφρό μουσικό θέατρο του Μεσοπολέμου συνεχίζεται με ζήλο.

    Μέχρι πρότινος δικαιολογημένα θεωρούσαμε την ελληνική οπερέτα κλινικά νεκρή. Για δεκαετίες ξέραμε μονάχα τον «Βαφτιστικό» και τους «Απάχηδες των Αθηνών», άντε αραιά και πού τη «Χριστίνα». Ανυπόφορο overdose ζαχαρωμένου συναισθήματος, νοσταλγία ληγμένης ημερομηνίας, αφέλεια, θέαμα στεγνωμένο από αναρίθμητα ρουτινιάρικα ανεβάσματα, αγεφύρωτα απόμακρο από το εδώ-και-τώρα.

    Υστέρα ήρθαν απανωτά «Η κόρη της καταιγίδος» στο Φεστιβάλ Αθηνών, «Η Κρητικοπούλα» και η «Χαλιμά» στην ΕΛΣ, ένας καινούργιος «Βαφτιστικός» στο Μέγαρο Μουσικής, ξανά «Η κόρη της καταιγίδος» στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά και τώρα «Το πικ-νικ» στο Μέγαρο Μουσικής.

    Αλέξης Ευκλείδης, Πέτρος Ζούλιας, Ισίδωρος Σιδέρης, Στάθης Λιβαθινός: τέσσερις ακμαίοι Ελληνες σκηνοθέτες, ουδείς των οποίων πρόλαβε να δει ζωντανά ελληνική οπερέτα, έστω στη χρυσή δύση της, αναβιώνουν σκηνικά, ο καθένας με δικό του τρόπο, ξεχασμένες παρτιτούρες. Στα αφανή μετόπισθεν σύγχρονοι μουσικολόγοι μοχθούν, ανασταίνοντας με αγάπη και σεβασμό το ιστορικό μουσικό υλικό, ενώ, στο μεταξύ εκδόθηκε και η αποκαλυπτική μελέτη του Μανώλη Σειραγάκη για το ελαφρό μουσικό θέατρο στην Αθήνα του Μεσοπολέμου.

    Το διαμελισμένο σώμα –μάλλον πτώμα!– της ελληνικής οπερέτας επιτέλους συναρμολογείται, το παγωμένο δραματουργικό δυναμικό της αρχίζει να ζεσταίνεται, οι ξεχασμένοι κώδικές της να σπάνε. Ωστόσο, όταν το νήμα μιας ζωντανής παράδοσης κόβεται, αυτή διακόπτεται οριστικά. Το γενναίο restart, που με τόσο ζήλο επιχειρούν θεσμοί και σκηνοθέτες, είναι ουσιαστικά ένας γενναίος αγώνας επανεφεύρεσης.

    Αυθόρμητα και στα σοβαρά, δίχως δόση ειρωνείας ή πρόθεση προαπόρριψης, αναρωτιέσαι: «Γιατί ανεβάζει κανείς οπερέτα σήμερα; Πώς και για ποιους;» Ως άσκηση νοσηρής καρντποσταλικής νοσταλγίας και ηδονικής φυγής, κατάλληλης για συνταξιούχους; Ως μουσικολογική αναβίωση; Ως σαρκαστική, παρωδία στο μουσικοαισθητικό αποτύπωμα του συλλογικού συναισθήματος και της κοσμοαντίληψης μιας εποχής; Ως «αντινοσταλγική» ανατομία των κοινωνικών ηθών και της μουσικής ενός μείζονος, μέχρι χθες αφανούς κεφαλαίου του εγχώριου πολιτιστικού βίου; Διατηρεί κανείς ορατή την ιστορική γείωση των έργων σε τόπο και χρόνο; Τελικά, είναι εφικτή μια θετική, λειτουργική αναβίωση της ελληνικής οπερέτας ύστερα από έναν αιώνα κινηματογράφου και τηλεόρασης;

    Όπως έδειξε και η παραγωγή του «Πικ νικ», πειστική, οριστική απάντηση ακόμη δεν έχει δοθεί, μόνον προσεγγίσεις: το χάσμα της κομμένης παράδοσης, αλλά και αυτό της συλλογικής άγνοιας/αγνόησης του εγχώριου ιστορικού παρελθόντος εμποδίζουν τη συνάντηση με το σημερινό κοινό. Όμως το ψάξιμο ασυζητητί αξίζει και –γιατί όχι;– θα αποδώσει.

    Ψηφιοποιημένη νοσταλγία

    Στο ανέβασμα του «Πικ-Νικ» στο Μέγαρο Μουσικής (19/2/2014), ο Στάθης Λιβαθινός επέλεξε να μην καταδυθεί, αλλά να σταθεί σε κάποια απόσταση από τον κόσμο του Έλληνα Σακελλαρίδη και της συγκεκριμένης Αθήνας της Μπελ Επόκ. Το θέαμα που έστησε ήταν αποστασιοποιημένα στιλιζαρισμένο, βασισμένο σε γενικές εικαστικές αναφορές στον βωβό κινηματογράφο και τη δυτική μόδα της εποχής. Απουσίαζε οιαδήποτε αναφορά στην έντονα αθηναϊκή γεύση, που τόσο εύστοχα επισημαίνει ο Πέτρου στο θαυμάσιο κείμενο του προγράμματος.

    Ντυμένοι με μάλλον άβολα, διπλά κουστούμια –ρούχα του 1915 και από πάνω φορετές ποδιές/χαρτοκοπτικές ευρωπαϊκής μόδας– τραγουδιστές και ηθοποιοί υποδύθηκαν τους μονοδιάστατους χαρακτήρες των Αθηναίων αστών, που παριστάνουν τους μοντέρνους και μπλέκουν σε πικάντικες ερωτικές περιπέτειες. Την όψη της παράστασης πλαισίωσαν γενικόλογη καρτποσταλική σκηνογραφία (Ελένη Μανωλοπούλου), ψηφιακές προβολές αποσπασμάτων «βωβού» κινηματογράφου (Χρήστος Δήμας) και ενοχλητικά υποτονικοί φωτισμοί (Αλέκος Αναστασίου).

    Έμπειρος σκηνοθέτης, ο Λιβαθινός δεν άφησε τίποτε στην τύχη. Κίνησε άπαντες τους επί σκηνής με ενεργό θεατρικό ένστικτο και, βοηθούμενος από την Ερση Πήττα στην εκφραστική κινησιολογία, αναβίωσε θαρραλέα το πλήρες, δίωρης διάρκειας «Πικ νικ». Έστησε μιαν ολοζώντανη, κινητική σκηνική αφήγηση, αβίαστα επικοινωνιακή, παλλόμενη από χιούμορ, ισορρόπησε αριστοτεχνικά τις αλλεπάλληλες μεταπτώσεις από εκτεταμένες παραγράφους πρόζας σε τραγούδι, «χορογράφησε» ωραία τα σύνολα, χειρίστηκε απολαυστικά τα διάφορα γκαγκς.

    Νέα γενιά ερμηνευτών οπερέτας

    Μουσικά η παράσταση έρρευσε εξαιρετικά υπό την ασφαλή διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου. Σίγουρα στη διανομή του «Πικ νικ» δεν περιλαμβάνονταν σημερινά αντίστοιχα μιας Ανθής Ζαχαράτου ή ενός Μιχάλη Χελιώτη (για να περιοριστούμε στην τελευταία γενιά τραγουδιστών που διέθετε τον ιδανικό συνδυασμό φωνητικής γλύκας και σκηνικής τσαχπινιάς). Ωστόσο στους σταθερούς πρωταγωνιστές των τελευταίων παραγωγών οπερέτας ξεχωρίζουν σαφώς συμμετοχές, που παγιώνουν μια πειστική ερμηνευτική μανιέρα: οι Δημήτρης Ναλμπάντης, Μιχάλης Ρασιδάκης, Χάρης Αδριανός και Χρήστος Κεχρής φαίνονται όλο και πιο άνετοι στους τονισμένα καρατερίστικους ρόλους τους. Με ίδια άνεση κινήθηκαν η υψίφωνος Μυρσίνη Μαργαρίτη και η μεσόφωνος Ειρήνη Καράγιαννη, διαθέτοντας ιδανικό συνδυασμό φωνητικής άνεσης και απολαυστικά πικάντικης σκηνικής παρουσίας. Τους παραπάνω πλαισίωσε πλειάδα άλλων μονωδών –θαυμάσια η Λυδία Αγγελοπούλου ως ώριμη κ. Φραμπαλά!– και ηθοποιών, ομοίως ακομπλεξάριστα συντονισμένων στο γενικό, ιλαρό –μεταξύ ψευτοσεμνότυφου και κρυφοπορνό!– στίγμα του έργου.

    Ζωντανεύοντας την παρτιτούρα, που με φροντίδα αποκατέστησε ο Γιάννης Τσελίκας, ο αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου διηύθυνε την Καμεράτα σε ένα ακρόαμα φρέσκο, ρευστό και ανάλαφρο, με ωραίο ρυθμικό παλμό. Συνολικά η παράσταση αφήνει ανάμεικτες εντυπώσεις, που, όμως, όταν τις επεξεργάζεσαι αργότερα, ανακαλύπτεις πράγματα για τον Σακελλαρίδη, την ελληνική οπερέτα, τη εθνική σχέση με την Ευρώπη και τον μοντερνισμό… Και, όπως στην περίπτωση του «Βαφτιστικού», η ίδια παράσταση ανεβασμένη σε μικρότερη σκηνή και με λίγο μεγαλύτερο κόστος παραγωγής θα πετούσε!

    21.02.2014, Σβώλος Γιάννης «Στον άπιαστο κόσμο της ελληνικής οπερέτας», Η Εφημερίδα των Συντακτών

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Γιώργος Πέτρου «Αν κλείσει η Καμεράτα, η ευθύνη θα ανήκει στην πολιτεία»

    «Πικ Νικ» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη στο Μέγαρο Μουσικής

    Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ορχήστρας που κάνει θαύματα και έχει αρχίσει να αποκτά διεθνές κύρος, διευθύνοντάς την στο «Πικ νικ» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, ανακάλυψε τον τεράστιο πλούτο ενός μουσικού είδους που λάτρευαν οι Αθηναίοι των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Μας μιλά, όμως, και για τα πολλά προβλήματα της Καμεράτας με τους αφοσιωμένους μουσικούς

    Το κυνήγι της τύχης. Η ψευδαίσθηση της ευτυχίας και η ελπίδα μιας ανέφελης ζωής. Η χαρούμενη αθωότητα και η παιδική αφέλεια. Ο αντεστραμμένος τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα σε δύσκολους καιρούς κρίσης. Φαρσικές καταστάσεις, απίθανες παρεξηγήσεις, ερωτικές περιπλοκές. Γύρω από ένα πικ νικ σκιαγραφείται γοητευτικά η Αθήνα της δεκαετίας του 1920. Ή μήπως και του σήμερα; Αυτή η βόλτα στον «κήπο των απολαύσεων» της «μαγευτικής Κολοκυνθούς» των αρχών του 20ού αιώνα έχει στιγμές στις οποίες θα αναγνωρίσουμε μπόλικη από τη σημερινή παθογένεια. Η περίφημη οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη ανέβηκε στο Μέγαρο Μουσικής και θα συνεχίσει έως και την Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Στάθης Λιβαθινός, ενώ την Καμεράτα διευθύνει ο καλλιτεχνικός της διευθυντής Γιώργος Πέτρου.

    Ακολουθώντας ένα εξαντλητικό -στο άκουσμα και μόνο- πρόγραμμα, αλλάζοντας καθημερινά πτήσεις, πόλεις και προορισμούς, ο Γιώργος Πέτρου διεύθυνε προχθές την Καμεράτα σε αυτή τη νέα της πρόκληση, έχοντας προσγειωθεί στην Αθήνα λίγες μόλις ώρες πριν από την πρεμιέρα. Βλέπετε, αυτές τις μέρες διευθύνει στην Όπερα της Νίκαιας τη «Σεμέλη» του Χέντελ.

    Το “Πικ Νικ”, η οπερέτα σε τρεις πράξεις του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, παρουσιάστηκε στο Θέατρο “Πανελλήνιον” το 1915 σημειώνοντας τεράστια επιτυχία. Είχε ένα αδιανόητο ρεκόρ παραστάσεων, που νομίζω πως ακόμα δεν έχει καταρριφθεί. Επίσης, μας άφησε και κληρονομιά “σουξέ”, όπως το αγαπημένο βαλς “Σφίξε με”, το οποίο ελάχιστοι γνωρίζουν από πού προέρχεται. Συνειδητοποίησα ότι ο κόσμος της οπερέτας είναι ένας τεράστιος πλούτος, που παραμένει κλειστός σε κούτες και περιμένει να τον ξαναγαπήσουμε, να ξαναγελάσουμε με τα αστεία του, να τον δούμε με νέα ματιά», λέει ο Γιώργος Πέτρου. «Όλα στην παράσταση λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια ενός γαμήλιου πικ νικ, ή “δείπνο εκ συμβολής” κατά το ελληνικότερο, που διοργανώνει ο νικητής του λαχείου “υπέρ της αποξήρανσης της Μεσογείου” με αφορμή τους αρραβώνες της κόρης του. Είναι σαν να συναντιέται επί σκηνής ο κόσμος των ελευθέρων ηθών με αυτόν της μπουρζουαζίας».

    Σε αυτήν την πρώτη του σκηνοθετική εμφάνιση στο λυρικό θέατρο ο Στάθης Λιβαθινός δεν εγκατέλειψε την γνωστή του τόλμη. «Κάθε άλλο. Σεβαστήκαμε πολύ το λιμπρέτο του Νικόλαου Λάσκαρη και το μουσικό κομμάτι, τις ενορχηστρώσεις του Σακελλαρίδη», σχολιάζει ο μαέστρος. «Αλλά ο Στάθης Λιβαθινός δημιούργησε έναν εξαίρετο καρτουνίστικο κόσμο, μέσα στον οποίο ανθίζει η αληθοφάνεια της οπερέτας. Είναι πολύ ιδιαίτερη η εικόνα που σχηματίζεται στη σκηνή και από τη σκηνοθετική άποψη, τη δισδιάστατη και όχι τρισδιάστατη εικόνα, τα φλατ κοστούμια που φορούν οι ηθοποιοί».

    Αντιθέτως, σε ό,τι αφορά την εποχή που διαδραματίζεται η υπόθεση, εκεί τολμηρές αλλαγές δεν υπάρχουν. «Η παράσταση μας μεταφέρει στην εποχή της αθηναϊκής belle epoque, στην αισθητική του Μεσοπολέμου, παρόλο που σαφείς αναφορές σε εκείνη την περίοδο δεν έχουμε. Η χρήση της πρόζας απευθύνεται στον σύγχρονο θεατή, γιατί θέλαμε να δώσουμε νέα πνοή στο έργο χωρίς να επέμβουμε στη χρονική δράση. Οι λεπτές επεμβάσεις μας, λοιπόν, έχουν να κάνουν μόνο με τα σημεία εκείνα που το αστείο της πρόζας δεν γίνεται αντιληπτό λόγω γλώσσας. Τους σερβιτόρους, για παράδειγμα, που τότε τους έλεγαν μαρμετόνια, εμείς τους λέμε γκαρσόνια».

    Ο Γιώργος Πέτρου πρέπει να είναι περήφανος για όσα έχει καταφέρει με τους μουσικούς της Καμεράτας. «Η Καμεράτα είναι για μένα ένα πάρα πολύ ακριβό χόμπι. Νιώθω ευτυχής που έχω τη δυνατότητα να συνεισφέρω σε μια ορχήστρα που το τελευταίο διάστημα έχει κάνει ένα μικρό θαύμα», παραδέχεται. «Πράγματι η ενέργεια που βάζω σε αυτήν την ορχήστρα είναι εκατονταπλάσια σε σχέση με οτιδήποτε άλλο κάνω. Είναι σαν να παίρνω ενέργεια από τις παράλληλες δραστηριότητές μου για να μπορώ να αντεπεξέρχομαι στην Καμεράτα. Το εύκολο, ξέρετε, θα ήταν να την εγκαταλείψω. Έχω δεκάδες αφορμές. Αλλά πώς να αφήσω τις μεγάλες θυσίες των μουσικών που συνεχίζουν παραβλέποντας τόσο προβλήματα; Πώς να αγνοήσω ότι αυτό το σύνολο έχει τόσες πρώτες εκτελέσεις έργων, έχει πραγματοποιήσει τόσο σπουδαίες ηχογραφήσεις, που κέρδισαν διεθνείς διακρίσεις, έχει εισπράξει τόση αγάπη από το κοινό;».

    Ψαλιδισμένη επιχορήγηση

    Από το κράτος, βέβαια, έμπρακτη αναγνώριση δεν έχει λάβει η ορχήστρα. Οι μισθοί των μουσικών, αφού πρώτα μειώθηκαν αισθητά, δίνονται πια με μεγάλη καθυστέρηση. Η διεθνής πορεία της Καμεράτας δεν μοιάζει να συγκινεί κανέναν, αφού η κρατική επιχορήγηση από 230.000 ευρώ, που ήταν το 2013, δεν θα ξεπεράσει φέτος τα 130.000. Δηλαδή ψαλιδισμένη κατά 40% περίπου. «Θεωρώ ότι μπορούμε ακόμα να διαπραγματευτούμε με το ΥΠΠΟ. Έχω δει ένα πράσινο φως και σε αυτό ελπίζω. Αν τελικά το φανάρι ανάψει κόκκινο, τότε ας αναλάβουν εκείνοι την ευθύνη να κλείσουν αυτό το σημαντικό κλασικό σύνολο. Να ξέρουν μόνο πως οι ξένοι δημοσιογράφοι θα χαρούν πολύ με αυτή τη δυσάρεστη εξέλιξη. Θα έχουν πολλά να γράφουν»… […]

    21.02.2014, Κουβέλη Μαρίνα «Γιώργος Πέτρου: Αν κλείσει η Καμεράτα, η ευθύνη θα ανήκει στην πολιτεία», Εφημερίδα των Συντακτών

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Στο Μέγαρο στρώθηκε απολαυστικό Πικ Νικ

    Είδαμε την οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη

    Βράδυ Τσικνοπέμπτης. Κόντρα στο έθιμο της μαζικής εξόδου σε ταβέρνες και ψησταριές, κατεβαίνω τα σκαλιά της Αίθουσας Αλεξάνδρα Τριάντη για να παρακολουθήσω –με μεγάλη περιέργεια, ομολογώ– τη δεύτερη, μετά τον «Βαφτιστικό» συνάντηση της Καμεράτας και του Γιώργου Πέτρου, με την ελληνική οπερέτα.

    Η αναβίωση του δημοφιλέστατου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, αλλά ξεχασμένου για πολλά χρόνια, «Πικ Νικ» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του ταλαντούχου Στάθη Λιβαθινού, φανταζόμουν ότι θα ξυπνούσε αυτόματα τα αντανακλαστικά της νέας γενιάς των μουσικόφιλων που γεμίζουν τα τελευταία χρόνια τη Λυρική και το Μέγαρο σε κάθε παράσταση όπερας.

    Δεν συνέβη όμως. Στη μισοάδεια αίθουσα Τριάντη, είδαμε, σχεδόν αποκλειστικά, ηλικιωμένα ζευγάρια, ώριμες γυναικοπαρέες και γιους ή κόρες που συνόδευαν τις καλοστεκούμενες μαμάδες τους. Κρίμα, γιατί το «Πικ Νικ» είναι μια από τις πιο δροσερές, πιο χαριτωμένες αλλά και πιο άρτιες μουσικά και σκηνοθετικά παραστάσεις που έχω δει τελευταία. (Θέλω να πιστεύω πως έφταιγε η ημέρα και τις επόμενες ημέρες θα συμβεί το αδιαχώρητο).

    Ο Στάθης Λιβαθινός κατόρθωσε όχι απλά να φρεσκάρει αυτό το παρεξηγημένο μουσικό είδος αλλά να μας χαρίσει ένα σούπερ μοντέρνο ανέβασμα χωρίς καμία απολύτως «μοντερνιά». Έστησε μια σουρεαλιστική κωμωδία που παραπέμπει στο βωβό κινηματογράφο – με μεσότιτλους σε άπταιστη καθαρεύουσα! Σ’ αυτό συνέβαλαν καθοριστικά τα σκηνικά και κυρίως τα ευρηματικά «κοστούμια» της Ελένης Μανωλοπούλου. Χάρτινες ζωγραφιές και γιρλάντες –θυμίζουν ρομαντικά λευκώματα και χαλκομανίες– μας μεταφέρουν αρχικά στην παραλία του Παλαιού Φαλήρου για να απολαύσουμε τη βαρκαρόλα που διοργανώνει το «Λαχείον προς Αποξήρανσιν της Μεσογείου» και στη συνέχεια, στο περιβόλι της Κολοκυνθούς για να ξετυλίξουμε το ξεκαρδιστικό γαϊτανάκι των παρεξηγήσεων και να γευτούμε τους «μεζέδες φίνους και petitspâtés» στο πικνικ της οικογένειας Φραμπαλά.

    Απόλυτα ταιριαστοί με το σκηνικό και οι πρωταγωνιστές. Κύριοι με χάρτινα φράκα και ημίψηλα, φορεμένα εν είδει πλακάτ πάνω από λευκές σκελέες. Κυρίες και κοκότες με τουαλέτες της μπελεπόκ πάνω από καμιζόλες και ασπρόρουχα. Κι ενώ όλα επί σκηνής δεν μοιάζουν και τόσο αληθοφανή, τα επιλεγμένα αποσπάσματα από το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Φώτου Λαμπρινού «Το Πανόραμα του Αιώνα» έρχονται να μας διαψεύσουν. Έτσι ακριβώς ήταν τότε….

    Στο μουσικό μέρος τώρα. Το Πικ Νικ είναι ένα ζωηρό, ρυθμικό, ανάλαφρο έργο, πλημμυρισμένο μελωδίες που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις Βιενέζικες οπερέτες του Στράους και του Λέχαρ. Η Καμεράτα άψογη όπως πάντα ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο τη μουσική ιδιοφυΐα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη. Η παράσταση όμως ευτύχησε και ως προς τις ερμηνείες. Η Μυρσίνη Μαργαρίτη απέδωσε με μουσική ακρίβεια και ευαισθησία το ρόλο της Λόλας. Δίπλα της έδεσε αρμονικά ο Δημήτρης Ναλμπάντης και απέδωσε εξαιρετικά την άρια του Βερδελή. Απολαυστικό ήταν και το δεύτερο πρωταγωνιστικό ζευγάρι τόσο μουσικά όσο και υποκριτικά. Ο Χάρης Ανδριανός ως Ιωάννης Αργυρός, αλωνίζει τη σκηνή, παίζοντας, τραγουδώντας και… φλερτάροντας, ενώ η Ειρήνη Καράγιαννη έλαμψε για άλλη μια φορά ερμηνεύοντας με τη χαρακτηριστική της άνεση την απαιτητική σερενάτα της Νίνας. Μαζί τραγουδούν και το πασίγνωστο «Σφίξε με», ζητώντας μάλιστα από το κοινό να τους σιγοντάρει!

    Η πληθωρική κυρία Παντζαχρούλα Φραμπαλά της Λυδίας Αγγελοπούλου και ο ερωτύλος Γεράσιμος Φραμπαλάς του Κωστή Ρασιδάκη, απόλυτα ταιριαστοί στους ρόλους τους, έβγαλαν άφθονο γέλιο. Γέλιο έβγαλαν και τα τρία μέλη της καθωσπρέπει οικογένειας Μπερλιναρή – ιδιαίτερα η… τραυλή Ευανθία της Άννας Κουτσαυτίκη.

    Την παράσταση πάντως κλέβει ο μοναδικός ήρωας που δεν τραγουδά, ο αμερικάνος Τζον Μπρόουντ του Δημήτρη Ήμελλου! Ένα μπράβο τέλος, στη Χορωδία των Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων. Το κέφι και η καλή προετοιμασία της (από τον Σταύρο Μπερή) ήταν ολοφάνερα , γι αυτό και καταχειροκροτήθηκε.

    Με μια κουβέντα. Το «Πικ Νικ» ή «δείπνον εκ συμβολής» – έτσι αποφασίζει ότι λέγεται στα ελληνικά ο …πολυμαθής τελειόφοιτος φιλολογίας Πλούταρχος Μπερλιναρής– είναι μια παράσταση «έξω καρδιά» που θα σας αφήσει μια δροσερή γεύση και ένα μεγάλο χαμόγελο. Μην τη χάσετε.

    21.02.2014, Ιωαννίδου Λένα «Στο Μέγαρο στρώθηκε απολαυστικό Πικ Νικ», www.athensvoice.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Πικ Νικ» κατά της κατήφειας

    Μια μουσική ευωχία με ένα αξεπέραστο χιτ εποχής, το «Σφίξε με». Ένας συνθέτης, ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, που έγραψε αναρίθμητα μουσικά έργα. Δύο σύγχρονοι δημιουργοί, ο αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου και ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός, που συνεργάστηκαν για πρώτη φορά, για να μας ξαναφέρουν φρεσκαρισμένη και ανανεωμένη, μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της παλιάς Αθήνας, το «Πικ Νικ», που θα παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής από 19 έως 28 Φεβρουαρίου.

    Τι είναι αυτό που μας τραβάει και πάλι στην αθηναϊκή οπερέτα, την τρίτη μεγαλύτερη «σχολή» μουσικού θεάτρου στην Ευρώπη τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, μετά το Παρίσι και τη Βιέννη, όπως με έμφαση λέει ο Γιώργος Πέτρου… Ο ίδιος, ως αρχιμουσικός της Καμεράτας-Ορχήστρας Φίλων της Μουσικής, επιδίδεται τα τελευταία χρόνια σχολαστικά στην αναδίφηση της αστικής, μουσικής παράδοσης με αίσθημα ευθύνης γι’ αυτό που υπήρξε και με ενθουσιασμό γι’ αυτό που μπορεί να γεννηθεί. «Έχουμε υποχρέωση ως Έλληνες να γνωρίσουμε τα ακατέργαστα διαμάντια που έχουμε», αναφέρει.

    Και το «Πικ Νικ», που έκανε πρεμιέρα το 1915 και έδωσε 1.200 παραστάσεις, υπήρξε ένας ύμνος στη χαρά, ένα –εν αγνοία των Αθηναίων τότε– κύκνειο άσμα της ανέμελης κοινωνίας που ζούσε ακόμη στον συνεκτικό ρυθμό της Μεγάλης Ιδέας, ένα μουσικό έργο που ο Γιώργος Πέτρου βρίσκει «σπουδαίο» και ο Στάθης Λιβαθινός «σαφώς ανώτερο του λιμπρέτου». Αυτή η σύζευξη δύο ιδιοσυγκρασιών, από τη μουσική και το θέατρο, φέρνει στη σκηνή, ως συμπαραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και της Καμεράτας-Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής (της οποίας αρχιμουσικός είναι ο Γιώργος Πέτρου) αυτήν την «ξεχασμένη» οπερέτα. Είναι ένα δέλεαρ.

    Η πρώτη φορά

    Για τον Στάθη Λιβαθινό, ο οποίος, όπως εκμυστηρεύεται, «όλη του τη ζωή ήθελε να γίνει μουσικός» καθώς μεγάλωσε με κλασικά και τζαζ ακούσματα, είναι η πρώτη φορά που βουτάει στο λυρικό θέατρο, με πρώτο σκαλοπάτι αυτή τη φορά την οπερέτα. Δουλεύοντας το «αφελές», αντικειμενικά, κείμενο του «Πικ Νικ», μαζί με τη συνεργάτιδά του Ελσα Ανδριανού, επιχείρησε να το φέρει «μπροστά με λεπτά δάχτυλα, χωρίς να το ελαφρύνω, χωρίς να το βαρύνω». Σαν «μια σαμπάνια τον καιρό της πανούκλας», όπως λέει, κάνοντας την αντίστιξη στο τώρα, αντίστιξη στην οποία αναφέρεται και ο Γιώργος Πέτρου (που αποκαλεί την ελαφράδα του «Πικ Νικ» αντίδοτο στην κατήφεια), η αθηναϊκή αυτή οπερέτα ενώνει επί σκηνής λυρικούς τραγουδιστές και ηθοποιούς του θεάτρου. «Είναι ένα υπέροχο και ασυνήθιστο πάντρεμα», επισημαίνει ο Στάθης Λιβαθινός. «Θα δείτε τον Δημήτρη Ήμελλο στον ρόλο-έκπληξη ενός Αμερικανού αρχαιολόγου στην Αθήνα της εποχής», προσθέτει ο Γιώργος Πέτρου.

    Και αυτή η σύζευξη μας προετοιμάζει για αντάμωμα με τις φάρσες της οπερέτας μέσα από δυνατές ερμηνείες. Είναι εντυπωσιακή η ανταπόκριση του κοινού στα σύγχρονα ανεβάσματα της οπερέτας που πληθαίνουν και που, εν πολλοίς, οφείλονται στην ερευνητική διάθεση του Γιώργου Πέτρου, στην εξαιρετική δουλειά του Γιάννη Τσελίκα στην επιμέλεια και αποκατάσταση των μουσικών κειμένων, αλλά και στο άνοιγμα σε προσωπικότητες της θεατρικής ζωής, όπως τώρα στον Στάθη Λιβαθινό. Αυτό το μείγμα προχωράει το είδος.

    Γιατί, πέρα από ανάγκη για επανασύνδεση με κάτι «ελαφρύ» και «στέρεο», η αναβίωση της οπερέτας δείχνει και μια επιθυμία. Να ξαναδούμε το υλικό μας από την αρχή και να αγαπήσουμε αυτό που είμαστε. Το «Πικ Νικ» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη έρχεται να αθροιστεί σε μια σειρά αναβιώσεων της ελληνικής οπερέτας. Ο «Βαφτιστικός» με τον αρχιμουσικό Γιώργο Πέτρου και με σκηνοθέτη τον Βασίλη Παπαβασιλείου έκανε πέρυσι δύο κύκλους παραστάσεων. Στη Λυρική, η «Κρητικοπούλα» του Σαμάρα και η «Χαλιμά» του Σακελλαρίδη, σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια και τα δύο, με τον Γιώργο Πέτρου, αρχιμουσικό στη «Χαλιμά» και τον Ηλία Βουδούρη στην «Κρητικοπούλα», αγαπήθηκαν και ξάφνιασαν με τη δροσιά της παλιοκαιρινής γοητείας τους.

    Με όλα τα χαρακτηριστικά της φάρσας

    Έργο με χιούμορ, το «Πικ Νικ» έχει όλα τα χαρακτηριστικά της φάρσας. Μπορεί να το δει κανείς και ως θραύσμα της αθηναϊκής μπελ επόκ, αν και η «νοσταλγία», όπως λέει ο Στάθης Λιβαθινός είναι «κάτι σπουδαίο όσο και επικίνδυνο, γιατί πρέπει να χρειαζόμαστε ένα αύριο». Αυτό το «αύριο» εξυπηρετείται, εν προκειμένω, από τη νέα κατανόηση αυτών των μουσικών κειμένων, που ο Γιώργος Πέτρου βρίσκει εξαιρετικής ποιότητας. Ιδίως στο «Πικ Νικ», μας λέει ότι «ακροβατεί μεταξύ όπερας και οπερέτας» με κομμάτια που θυμίζουν Γκουνό ή Βέρντι, με τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη να κάνει υπανικτικά «quotations» από τον «Φάουστ», την «Τραβιάτα» ή το Κοντσέρτο για βιολί του Μπετόβεν. «Είναι το πιο φιλόδοξο έργο του», λέει ο Γιώργος Πέτρου.

    Και αυτό το νέο «Πικ Νικ» του 2014, 99 χρόνια μετά την πρεμιέρα του στο θέατρο «Πανελλήνιον» στο κέντρο της Αθήνας, μας φέρνει σπουδαίες φωνές και σπουδαίους ηθοποιούς. Τη σοπράνο Μυρσίνη Μαργαρίτη, τη μέτζο Ειρήνη Καράγιαννη, ωραίες και στέρεες παρουσίες, τον βαρύτονο Χάρη Ανδριανό (με το εκπληκτικό γκελ στο κοινό), τον Κωστή Ρασιδάκι (που του πάει πολύ η οπερέτα, αξέχαστος στην «Κρητικοπούλα») και ακόμη τους Δημήτρη Ναλμπάντη, Χρήστο Κεχρή, Λυδία Αγγελοπούλου, Δημήτρη Ημελλο, Αννα Κουτσαφτίκη, Στέλιο Ιωαννίδη, Δανάη Σαριδάκη, Ινές Ζήκου, Δέσποινα Σκαρλάτου, Σοφία Καψούρου, Βαγγέλη Αγγελάκη. Συμπράττει η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων σε διδασκαλία Σταύρου Μπερή. Τρεις από τις παραστάσεις θα διευθύνει ο μαέστρος Αναστάσιος Συμεωνίδης.

    Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι της Ελένης Μανωλοπούλου, η χορογραφία-κινησιολογία της Ερσης Πήττα, οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου και η μουσική προετοιμασία των Δημήτρη Γιάκα και Μιχάλη Παπαπέτρου.

    ​​«Πικ Νικ», οπερέτα. Μέγαρο Μουσικής (Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη), 19 – 28/2. Εισιτήρια από 11 έως 40 ευρώ (ειδικά εισιτήρια 6,50 και 8,50).

    16.02.14,  Βατόπουλος Νίκος «Πικ Νικ κατά της κατήφειας», Καθημερινή

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Πικ Νικ» ενός αιώνα

    Ανεβαίνει η οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη σε σκηνοθεσία Λιβαθινού στο Μέγαρο

    «Πικ Νικ» στο Μέγαρο! Ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθετεί οπερέτα, πραγματοποιώντας την πρώτη του σκηνοθετική εμφάνιση στο λυρικό θέατρο. Ενταγμένο στο πλαίσιο του κύκλου «Όπερα και Οπερέτα», το «Πικ Νικ» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη ανεβαίνει σε συμπαραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και της Καμεράτα, Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής, για 12 παραστάσεις, από τις 19 έως τις 28 Φεβρουαρίου.

    Η νέα αυτή παραγωγή, μετά την επιτυχία του «Βαφτιστικού», μας μεταφέρει στην εποχή της αθηναϊκής belle epoque, όπου το κυνήγι της τύχης, η ψευδαίσθηση της ευτυχίας και η ελπίδα μιας ανέφελης ζωής κινούν ένα ολόκληρο σύμπαν χαρούμενης αθωότητας και παιδικής αφέλειας που, μέσα στους δύσκολους καιρούς της κρίσης, μοιάζει σαν αντεστραμμένο κάτοπτρο του κόσμου μας. Φαρσικές καταστάσεις, παρεξηγήσεις, ερωτικές περιπλοκές και ανατροπές, μα πάνω απ’ όλα η μουσική πανδαισία του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, σε μια παράσταση που αναδεικνύει το νοσταλγικό κόσμο μιας από τις ωραιότερες ελληνικές οπερέτες.

    Το «Πικ Νικ», η οπερέτα σε τρεις πράξεις του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, παρουσιάστηκε στο Θέατρο «Πανελλήνιον» το 1915, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία. Το λιμπρέτο του Νικόλαου Λάσκαρη αναφέρεται σε μία σειρά από ξεκαρδιστικές περιπέτειες και παρεξηγήσεις που λαμβάνουν χώρα κατά της διάρκεια ενός γαμήλιου πικνίκ, ή «δείπνου εκ συμβολής» κατά το ελληνικότερο, που διοργανώνει ο νικητής του λαχείου «υπέρ της αποξήρανσης της Μεσογείου», με αφορμή τους αρραβώνες της κόρης του.

    Ο Γεράσιμος Φραμπαλάς, που μόλις κέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείου, διοργανώνει ένα πικνίκ για τους αρραβώνες της κόρης του Λόλας με τον Νικόλαο Βερδελή. Το πικνίκ θα γίνει στο περιβόλι που δανείζεται ο Βερδελής από τον φίλο του Ιωάννη Αργυρό, ενώ τα πεθερικά του πιστεύουν ότι ανήκει στον ίδιο. Εξ αιτίας μιας παρεξήγησης ως προς τη μέρα διοργάνωσης του πικνίκ, όταν η οικογένεια Φραμπαλά καταφθάνει με συγγενείς και φίλους στο περιβόλι, θα βρουν εκεί την ερωμένη του Αργυρού, τη Νίνα, μαζί με τις φίλες της. Οι δύο διαφορετικοί κόσμοι -των καθωσπρέπει οικογενειών και των ελαφρών κοριτσιών- θα συναντηθούν, οπότε οι παρεξηγήσεις και τα απρόοπτα απειλούν να τινάξουν στον αέρα το περίφημο πικνίκ, καθώς και την οικογενειακή γαλήνη της οικογένειας Φραμπαλά.

    Μεταξύ των ακουσμάτων της παράστασης, που σκιαγραφούν την Αθήνα του ’20, και το αγαπημένο βαλς «Σφίξε με».

    Τους ρόλους ερμηνεύουν οι Μυρσίνη Μαργαρίτη, Ειρήνη Καράγιαννη, Δημήτρης Ναλμπάντης, Χρήστος Κεχρής, Χάρης Ανδριανός, Κωστής Ρασιδάκις, Δημήτρης Ημελλος, Αννα Κουτσαφτίκη κ.ά. Συμπράττει η Χορωδία των Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων σε διδασκαλία Σταύρου Μπερή. Την Καμεράτα, Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής διευθύνει ο Γιώργος Πέτρου και ο Αναστάσιος Συμεωνίδης (20 βρ. και 22, 23 απογ.)

    Πάντως ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης έχει την τιμητική του τελευταία: μετά τον «Βαφτιστικό», είδαμε και την «Κόρη της καταιγίδος» του που πριν από λίγο καιρό παρουσιάστηκε από τις Όπερες των Ζητιάνων, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά -για πρώτη φορά μάλιστα με την αυθεντική ενορχήστρωση του Σακελλαρίδη.

    14.02.14, Βενάρδου Ευ. «Πικ Νικ ενός αιώνα», Ελευθεροτυπία

     

    Για το link πατήστε εδώ