Πρώτη Παράσταση: 23 Ιανουαρίου 2026
Θεατρική Εταιρία Πράξη
Η Ντάμα Πίκα, του Πούσκιν, γνωστή και από την ομώνυμη όπερα του Τσαϊκόφσκι, αποτελεί το αρχέτυπο των έργων του Ντοστογιέφσκι Έγκλημα και τιμωρία & Ο παίκτης. Είναι ένα έργο που κινείται με λεπτή ειρωνεία μεταξύ υπερφυσικού ρομαντισμού και ενός ιδιάζοντος ρεαλισμού.
Άξονα του διηγήματος αποτελεί η μεταστροφή του νεαρού Χέρμαν από πρότυπο συγκρατημένου ανθρώπου σε εμμονικό παίκτη. Όταν μαθαίνει πως η γριά κόμισσα Άννα Φεντότοβνα γνωρίζει ένα μεγάλο μυστικό που θα του εξασφαλίσει σίγουρο κέρδος στα χαρτιά, ο περιορισμένης οικονομικής επιφάνειας νεαρός που ποτέ ως τότε δεν έχει ρισκάρει, όχι απλώς υποκύπτει στον πειρασμό, αλλά βάζει ως στόχο ζωής να υποτάξει την ίδια τη μοίρα.
Στην προσπάθειά του να ελέγξει τα καπρίτσια της τύχης, κυνηγώντας μιαν εύκολη και σίγουρη νίκη στην πράσινη τσόχα, ο Χέρμαν θα αποκαλύψει έναν εαυτό που έλκεται από το σκοτάδι. Δεν υπολογίζει τίποτε και εμφανίζει ελάχιστη αντίσταση στα κελεύσματα της παντοδύναμης μοχθηρίας.
Προκειμένου να αποσπάσει το μυστικό της κόμισσας, χρησιμοποιεί με απίστευτο κυνισμό τους ανθρώπους και αφήνει πίσω του νεκρούς.
Κι όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός, ο ακραίος ατομικισμός και η μανική επιθυμία του να «πιάσει την καλή» θα υφάνουν τη μοιραία του κατάληξη.
Πηγή: Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας
Απόδοση – Διασκευή: Έλσα Ανδριανού
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου
Ηχητικός σχεδιασμός – περιβάλλον, σύνθεση – διασκευή κομματιών: Τηλέμαχος Μούσας
Μουσική επιμέλεια: Νέστορας Κοψιδάς
Επιμέλεια κίνησης: Άννα Μάγκου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ηλέκτρα Μαγγίνα
Βοηθός Σκηνογράφου | Ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη
Οπτική Ταυτότητα: Τάσος Αρβανίτης
Video παράστασης: Χρήστος Δήμας
Φωτογραφίες παράστασης: Ελίνα Γιουνανλή
Σχεδιασμός κομμώσεων – περούκες – μακιγιάζ: Γιάννης Παμούκης
Κομμώσεις: Joseph Tayar
Διεύθυνση παραγωγής: Μαρία Αλβανού
Παραγωγή: Θεατρική Εταιρία ΠΡΑΞΗ
Παίζουν:
Κόμισσα Άννα Φεντότοβνα: Μπέττυ Αρβανίτη
Χαρτοπαίκτης | Σύζυγος Κόμισσας | Σεν Ζερμέν | Τσεκαλίνσκι: Νίκος Αλεξίου
Πρίγκηπας Πάβελ Αλεξάντροβιτς Τόμσκι, ο εγγονός της Κόμισσας: Παναγιώτης Καμμένος
Λισαβέτα Ιβάνοβνα, η προστατευομένη της Κόμισσας: Εύα Σιμάτου
Χέρμαν, αξιωματικός του Μηχανικού: Γιάννη Σύριος
Ένα μοχθηρό πνεύμα: Δήμητρα Χατούπη
-
Ντάμα Πίκα | Κριτική Θεάτρου
Με το δηλητήριο της αλαζονικής βεβαιότητας και της εμμονικής προσκόλλησης στο κέρδος να μετουσιώνει ύπουλα κάθε ψήγμα συνείδησης σε υποταγή στο βδελυρό ένστικτο της λαιμαργίας, ο Αλεξάντρ Πούσκιν συνθέτει μια ιστορία που ισορροπεί ανάμεσα στον ονειρικό ρομαντισμό και τον ρεαλισμό. Κεντρικός χαρακτήρας ο νεαρός Χέρμαν, ο οποίος εξαντλημένος από την περιορισμένη οικονομική του ανέση, ενδίδει στις προσταγές της ελκυστικής μοχθηρίας, μεταβαίνοντας από την εγκράτεια και την ταπεινότητα στον αμοραλισμό και στην μεγαλομανία. Τα γρανάζια της πλοκής θα κινήσει ο πειρασμός ενός πολυπόθητου μυστικού που εγγυάται βέβαιη επιτυχία στην πράσινη τσόχα, θεματοφύλακα του οποίου αποτελεί η γριά κόμισσα Άννα Φεντότοβνα. Μαθαίνοντας για το μυστικό, ο Χέρμαν θα επιχειρήσει εκμεταλλευόμενος τα αισθήματα της Λιζαβέτα Ιβάνοβνα να εισχωρήσει στο σπίτι της Κόμισσας. Όμως η βραδιά θα αποδειχθεί μοιραία γι’ αυτόν, καθώς η μανία του θα του κοστίσει την πολύτιμη εσωτερική γαλήνη αλλά και την διανοητική του ισορροπία.
Η διασκευή της Έλσας Ανδριανού, διατηρώντας στο μεγαλύτερο μέρος της το στοιχείο της τριτοπρόσωπης αφήγησης – ακόμα και των ίδιων προσώπων για τον εαυτό τους – και παραμερίζοντας σημαντικά το διάλογο μεταξύ των χαρακτήρων, μας απομακρύνει από τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, αφαιρώντας τη ζωντάνια από τη ροή των δράσεων του έργου. Παράλληλα, η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, αν και μεταδίδει γλαφυρά το σουρεαλιστικό στοιχείο, δεν καταφέρνει να υπερβεί τους περιορισμούς της διασκευής και να αποδώσει στο απόλυτο το στοχαστικό και ψυχογραφικό περιεχόμενο των ηρώων. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η προσθήκη του ρόλου που υποδύεται η Δήμητρα Χατούπη· ένας ρόλος που συμβάλλει άλλοτε στην αποτύπωση της ρεαλιστικής χροιάς του έργου και άλλοτε στη μεταφορά των εσωτερικών συγκρούσεων των πολυδιάστατων χαρακτήρων του. Συνάμα, η αισθητικά άρτια και εξαιρετικά λειτουργική σκηνογραφία και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου αναδεικνύουν με στυλ και λεπτότητα τόσο την υπερβατική διάσταση των γεγονότων όσο και την πληθωρική ρωσική φυσιογνωμία.
Καθοριστική είναι η συμβολή των έξι ηθοποιών, οι οποίοι καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να αποκτήσει ζωηράδα η άκαμπτη αφήγηση. Η Μπέττυ Αρβανίτη συνθέτει ανάγλυφα την Κόμισσα Άννα Φεντότοβνα, φωτίζοντας πολύπλευρα τη συμβολική αυτή μορφή· από την δεσποτική, απαξιωτική, κακομαθημένη και εκδικητική όψη της έως τις πιο απόκρυφες πτυχές της. Η Εύα Σιμάτου, ως προστατευόμενη της Κόμισσας, σκιαγραφεί με εσωτερική ένταση μια εύθραυστη και αθώα νεαρή κοπέλα, έτοιμη να παραδοθεί στην φευγαλέα λάμψη του έρωτα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να απεγκλωβιστεί από τον ασφυκτικό ζυγό της Κόμισσας. Η Δήμητρα Χατούπη, υιοθετώντας ένα ηχόχρωμα θελκτικό, βγαλμένο σαν από σαγηνευτικό εφιάλτη, ερμηνεύει περιεκτικά έναν ιδιόμορφο ρόλο – αυτόν της υπόκωφης μοχθηρίας – που κινείται στον χώρο σαν να παρασύρει, αργά αλλά σταθερά, τους ήρωες προς την τραγική τους κατάληξη. Ο Γιάννης Σύριος, ενώ στην αρχή αποδίδει πειστικά τον ντροπαλό και εγκρατή Χέρμαν, δεν κατορθώνει να διεισδύσει στα σκοτεινά τοπία της ψυχής του, συγκροτώντας έναν χαρακτήρα που δεν αποτυπώνει πλήρως την ανηθικότητα και την έπαρση του νεαρού αξιωματικού. Ο Παναγιώτης Καμμένος ενσαρκώνει τον Πρίγκιπα Πάβελ Αλεξάντροβιτς Τόμσκι με εκρηκτικό ταμπεραμέντο, δίνοντας παιγνιώδη και ανάλαφρη διάσταση στην ψυχοσύνθεση του. Ο Νίκος Αλεξίου, αξιοποιώντας τη σημαντική του εμπειρία, κινείται με ευελιξία ανάμεσα στους ρόλους.
Συμπέρασμα
H παράσταση επιχειρεί μια σύνθετη αναμέτρηση με το ψυχογραφικό και συμβολικό περιεχόμενο του έργου, με τη συντηρητική σκηνοθετική προσέγγιση να μην κατορθώνει να υπερβεί τους δομικούς περιορισμούς της διασκευής. Στα θετικά της παράστασης προσμετρώνται η αισθητική αρτιότητα της σκηνογραφίας και των κοστουμιών καθώς και οι πολύ καλές στο σύνολό τους ερμηνείες.Την παράσταση παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας στις 4 Μαρτίου 2026.
25.04.2026, Γκερέκος Σωτήρης, «Ντάμα Πίκα | Κριτική», hmerologiotheatrou.com
Για το link πατήστε εδώ
-
Θέατρο – «Ντάμα Πίκα» (Κεφαλληνίας): Στη Μόσχα, θεατές μου, στη Μόσχα…
Ναι, διότι η «Μοσχα», το μοσχοβίτικο θέατρο, έχει μεταφερθεί κανονικά στο θέατρο της «Οδού Κεφαλληνίας» που το τρέχει η Μπέττυ Αρβανίτη, εδώ και δεκαετίες , με παραστάσεις εκπληκτικές κατά βαση….Κι αυτό που παρασταίνεται φέρει υπογραφή Στάθη Λιβαθινού και προέλευση Αλεξάντρ Πούσκιν.
Ο Λιβαθινός γνωρίζει σε βάθος το ρωσικό θέατρο, άλλωστε εκεί μορφώθηκε, και γνωρίζει κι από διασκευές μια κι εκεί τις συνηθίζουν αλλά εκεί έχουν τον τρόπο να τις κάνουν με όρους θεάτρου κι όχι για ανάγκες (οικονομικές πρωτίστως..)θιάσου και μόνο.
Ετσι, αυτό που ετοίμασαν πάνω στην «Ντάμα Πίκα» του Πούσκιν είναι θέατρο πέρα για πέρα. Κι είναι ένα θέατρο δημιουργικό κι αποτελεσματικό που σε βάζει στη μαγεία της παράστασης του. Κι είναι επίσης κι ένα μάθημα πάνω στο γκροτέσκο, που στην Ελλάδα πολλοί το παρεξηγούν ή το παρερμηνεύουν και το έχουν ως αντικείμενο ειρωνείας επειδή δεν ξέρουν περί τινος πρόκειται κι όταν το χρησιμοποιούν είναι για να θίξουν αλλά το μονο που θίγουν είναι η δική τους αγνοια επί του θέματος.
Πάνω στο γκροτέσκο, που είναι η διόγκωση γύρω από τη συνύπαρξη συγκρουομένων μεταξύ τους πραγματων, ενός ρεαλιστικού κι ενός υπερβατικού, στηρίζεται η αρχική σύλληψη του πως θα γίνει αυτή η παράσταση, πως θα στηθεί.
Διότι έχουμε ένα κείμενο, που μας «διηθει» στη χαρτοπαιξία και στους εξ αυτής συμβολισμούς της που αγγίζουν και τα ορια της μεταφυσικής, κι έχουμε έναν ηρωα, που είναι Γερμανός, παρακολουθεί τραπεζια χαρτοπαιξίας χωρίς ο ίδιος να παίζει ώσπου ένα βραδυ, πέφτει πάνω στη μοίρα. Πληροφορείται για μια αινιγματική, υπεργηρη κόμησσα, πως κατεχει τα μυστικα της ρέντας με τα τρια μαγικά φύλλα, σαν μια άλλη «κοντέσα Βαλέραινα» τις συνταγες της, που δεν αποκαλύπτει σε κανενα το μυστικό. Ο νεαρός Γερμανός αποφασίζει να πλευρίσει τη νεαρή προστατευομενη της Κόμησσας για να αποκτήσει αυτό που θέλει…
Το πως στήνεται η πλοκή, τα εμπόδια που μπαίνουν, τόσο από τον Πούσκιν όσο κι από τη θεατρική προσαρμογή της Έλσας Ανδριανού, εχουν ήδη τσιγκλίσει τον θεατή. Ο τρόπος γραφής της διασκευης που ακολουθεί και τη λογοτεχνική χάραξη πορείας και γίνεται στοιχείο πατήματος για την παράσταση του Λιβαθινού, είναι ότι έχουμε να κάνουμε με αφηγηση. Ολο ξεκινάει από την αφηγηση κάποιου που λέει την περιπτωση της Κόμησσας. Αυτή η αφηγηση γίνεται τρόπος γραφής και στησίματος της παραστασης. Οι ηθοποιοί επιδίδονται στην ταυτόχρονη αφήγηση τρίτου προσωπου και συγχρόνως ενσαρκωση σε πρωτο πρόσωπο. Η τέχνη του θεατρου ενσωματωνει εδώ, με τον καλύτερο τρόπο την εννοια αφήγηση, όχι μόνο στο γραψιμο αλλά και στην καλλιέργεια του τρόπου ερμηνείας. Αυτό δουλευεται ενιαία για όλους και εξ αυτού στήνεται μια πρωτη ατμοσφαιρα, η ερμηνευτική κι η επικοινωνιακή.
Αυτά όμως για να πάρουν χρωμα, ύφος και τελικά δύναμη, πρέπει να ακολουθήσουν το βαθος του περιεχομένου που εμπεριέχει και τη μεταφυσική και το σασπένς και , την καταντια και την ίντριγκα, τα προδομένα αισθήματα–αν υπάρχουν, κι επισης το κύριο συστατικό από το οποίο ξεκινά, την χαρτοπαιξία. Η οποία στα χρόνια του Πούσκιν και της λογοτεχνικής άνθισης, καταρχάς στη Ρωσσία αλλάκαι στα άλλα μερη που αναπτυχθηκε μεγαλη λογοτεχνία, ενέπνευσε του κόσμου τα έργα. Είτε με τα κοινωνικά δραματα, είτε με τα υπαρξιακά είτε με τη μεταφυσική και τους εξ αυτής συμβολισμούς κι εδώ ο τίτλος δειχνει ξεκάθαρα την παραπομπή , Ντάμα Πίκα=Ντάμα Μπαστούνι= Μπαστουνι σε τραπουλοχαρτο δεν είναι για καλό..
Με όλο αυτό το υλικό εχει φτιαχτεί ένα πανέμορφο θέατρο, είχα να νιωσω τόσο όμορφα σε θέατρο, πολύ μα παρα πολύ καιρο. Αυτή τη μέθεξη. Αυτή την παρασταση με το γκροτεσκο να αγγίζει καινα περιβάλλει ανθρωπους, σκηνικά, κοστούμια, μακιγιαζ και την ίδια τη σκηνή, μια περιστρεφόμενη σαν μικρογραφία ενός καρουσελ που το σερνουν ανθρωποι, και πάνω εκεί βρίσκονται του κόσμου τα εκθέματα, τα οποία φτιάχνουν σύνθεση σκηνικού, σαν εκείνα τα εκθεματα που βλέπουμε σε κάποια μουσεια στη Μόσχα, φερειπειν στο Κρεμλίνο στην αίθουσα των εξοπλισμών. Κι όμως αν τα περιεργαστεί κανείς, τα αντικείμενα , ένα προς ένα, θα δει ότι μπορεί να μην είναι και τόσο της πολυτελειας. Εδώ έρχεται το άριστα που ξεκινά από το σκηνοθετη και προχωρα στη σκηνογραφο, που είναι κι η ενδυματολογος της παραστασης, στην Ελένη Μανωλοπούλου, μια σκηνογραφο με φοβερή αίσθηση της λειτουργίας του χρώματος, είτε του φωτεινού είτε του σκοτεινού, και με τον τρόπο που τοποθετησε αυτά που διαλεξε για τις αναγκες που ηθελε να καλύψει έδιναν την αίσθηση της πολυτελειας, της φθαρμένης πολυτελειας, να το παλι κι εδώ το γκροτεσκο. Όπως και το μακιγιαζ (Γιάννης Παμούκης), τι μακιγιαζ είαι αυτό που έγινε για την Μπέττυ Αρβανίτη ως γηραια κόμησσα. Αλλά όχι μόνο για εκείνη. Πως να παρεβλέψουμε της Δήμητρας Χατούπη, η οποία βυθιζεται στο γκροτεσκο όχι μονο με το μακιγιαζ αλλά και με τη συνδρομή του ηχου (Τηλέμαχος Μούσας) κι όλα αποκτουν μια άλλη διάσταση, ο Ηχος γίνεται στοιχείο συμβολής σε αυτό το μεθυστικό γκροτεσκο. Σε αυτό το μεθυστικό στυλιζάρισμα, να το πω κι έτσι, που εχει ως βαση το γκροτεσκο.
Τα λέω αυτά διότι μετα το τελος της παραστασης ξαναμπήκα στο θεατρο και ανεβηκα στη χαμηλή σκηνή για να περιεργαστω τα αντικείμενα που με ειχαν βαλει στο μοσχοβίτικο παραμύθιασμα…Και καταλαβα τι σημαίνει καλλιτεχνική φαντασία και πως μπορεις και φτιαχνεις κόσμο μαγικό με μικρα μικρα αντικειμενα, τα οποία στην πραγματική τους ζωή μπορεί να μην είναι ανάλογης πολυτέλειας… Δεν γίνεται στην περιγραφή του γκροτεσκο και της .όψης να μην αναφερουμε τους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, που ενίοτε μας εκανε να πιστεψουμε ότι βιωνουμε κι εξπρεσιονισμό, μας έκανε να νιωσουμε τη διογκωση, μας επέβαλε την κυριαρχία του σκοτεινού, έκανε το σκηνικό να αλλάζει συνεχώς…φύλλο (για να μιλήσουμε στη γλωσσα της τραπουλας).
Σας λέω, αισθάνθηκα ότι είμαι σε μια μελετη πάνω στο γκροτεσο, όχι σε κάτι στατικό σαν δηθεν σεμιναριο αλλά σε κάτι που ρεει, σε ένα θεατρο ροϊκο και ζωντανό, άκρως υποβλητικό και καλαίσθητο.
Και βεβαια στους ηθοποιούς ολοκληρωθηκε το όραμα. Αρχίζοντας απο την Μπέττυ Αρβανίτη, η οποία ηταν περαν της τελειότητας σε όλο αυτό που εκπροσωπούν το έργο, η σκηνοθεσία,το μακιγιαζ, οι φωτισμοί και τα σκηνικά, στη συνολική αντιληψη με άλλα λόγια. Ηταν πνευμα; Ήταν εξαϋλωμένη; Ήταν χαρακτήρας; Ηταν μια σνομπ αριστοκράτισσα; Ηταν μια αριστοκράτισσα για κωμωδία; Ηταν μεταφυσική; Ήταν μήπως μια κόμησσα που δικαιολογούσε τον κατοπινο ξεπεσμό της ρωσικής αριστοκρατίας και το που βρήκε και πάτησε η Ιστορία για να επαναστατήσει; Με το παίξιμο της σε έβαζε σε σκέψεις πολλαπλές, έδινε απεριοριστες προεκτασεις για να επεξεργαστεί ο νους αυτά που του δείχνει η Σκηνή και του λένε τα στόματα των ηθοποιών.
Η Δήμητρα Χατούπη. Η άλλη εξαιρετική γκροτεσκα της βραδιάς. Ηταν μάγισσα; Ήταν δαιμονας; Ήταν πνευμα του κακού; Ήταν μια νυχτερίδα που τρυπωσε σε χαρτοπαικτική λέσχη ακαθόριστου σκηνικού; Και τι παιξιμο αυτό της ταυτοχρονης αφηγησης σαν να μας λεει μια ιστορία και συγχρόνως να παίρνει συμμετοχή στο δράμα, παραμένοντας αφηγητρια. Αφήνω το κινησιολογικό κομμάτι της, που είναι κατι το πολύ ξεχωριστό
Εύα Σιμάτου. Αυτή έπαιξε εκπληκτικά την παγίδευση και τη ματαίωση. Πως παίζεις το τρυφερό θύμα μέσα σε ένα τετοιο πνιγηρό σκηνικό με το γκροτεσκο να ερχεται καταπάνω σου να σε ποδοπατησει; Πως αντιπαραβαλεις συναίσθημα απεναντι σε αυτό; Εξαιρετική
Και πάμε στους τρεις άντρες. Ο Νίκος Αλεξίου. Ολο αυτό το σατανικο κι ειρωνικό του κόμη, του ρωσικής εμπνευσης θαμώνα της χαρτοπαιξίας ως σπορ. Τον εκανε μυστηριώδη, υπακούοντας στις προσταγές του υφους της παραστασης, σε αυτή τη διογκωμένη κατασταση.
Παναγιώτης Καμμένος, ο εγγονός της Κόμησσας. «Μούρη» ο εγγονός, όχι όμως για ένα ρεαλιστικο δραμα χαρτοπαιγνίων αλλά για μια φυσιογνωμία, ειρωνική, πονηρή, φιλοδοξη, των χαρτοπαικτικων συναντήσεων της ρωσικης λογοτεχνιας στους αριστοκρατικούς κύκλους, όπου το σαπιο μυριζει από μακρυα.
Κι άφησα τελευταιο τον Χερμαν. Θύτη και θυμα πάντα. Εδώ έχουμε ένα νέο παιδί, που την ηλικιακή απειρία δεν την αφησε να τον κουμανταρει, της επιβλήθηκε, . Κι αν ακόμα η στιξη χρειάζεται λίγη εκγυμναση παραπάνω, ο Γιάννης Σύριος (αυτό είναι το όνομα του) έπαιξε με πάθος, μπήκε μεσα στον στροβιλο, συντονίστηκε με τον υπόλοιπο θίασο κι έγινε ισότιμο μελος της ερμηνευτικής εξάδας. Διότι η ερμηνευτική ομοιογένεια ήταν επίσης ένα από τα ατού.
Και τελικά, όλα αυτά, που αναφερω πιο πάνω, αν τα βαλετε ένα ένα σε μια σειρά, θα καταλάβετε ποια στοιχεία συνέθεσαν την παρασταση. Κι απομένει ένα χερι μαγικό που θα έρθει και θα τα δεσει, ενώ τα εχει ηδη εμπνευσει και καθοδηγησει κι όταν γίνει κι αυτό, όπως και έγινε με τον Λιβαθινό, τότε εχεις μια από τις ωραιότερες παραστασεις κι από τις ωραιοτερες θεατρικές βραδιές, θεατρικές εξόδους, που δεν τις ζεις τακτικά.
Να ολοκληρωσω με την άψογη άρθρωση και των έξι.
05.04.2026, Τιμογιαννάκης Παναγιώτης «Θέατρο – «Ντάμα Πίκα» (Κεφαλληνίας): Στη Μόσχα, θεατές μου, στη Μόσχα…», pantimo.gr
Για το link πατήστε εδώ
-
Κριτική θεάτρου / Τα τρία χαρτιά
Η «Ντάμα Πίκα» του Αλέξανδρου Πούσκιν στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού
Στην εμβληματική «Ντάμα Πίκα» του Αλέξανδρου Πούσκιν παρακολουθούμε μια χαρτοπαικτική παρτίδα ανάμεσα σε αξιωματικούς του τσαρικού στρατού. Ο γερμανικής καταγωγής Χέρμαν, αμέτοχος ως τότε στο παιχνίδι, ακούει τυχαία τον Ρώσο συνάδελφό του Τόμσκι να αφηγείται μια μυστηριώδη ιστορία για την κόμισσα γιαγιά του η οποία κατέχει ένα μυστικό που αφορά τρία χαρτιά, τα οποία σε συνδυασμό κερδίζουν πάντα. Ο μετρημένος έως τότε Χέρμαν καταλαμβάνεται εξαπίνης από τον δαίμονα της χαρτοπαιξίας και αποφασίζει να αποσπάσει με κάθε τρόπο το μυστικό των τριών χαρτιών από τη γηραιά κόμισσα. Κλείνει, στην ουσία, μια ασύμμετρη συμφωνία με τον δαίμονα, υποθηκεύοντας την ψυχή του. Η προσπάθειά του να αποσπάσει από την κόμισσα το μυστικό των τριών χαρτιών έχει ως αποτέλεσμα τον ξαφνικό θάνατό της, χωρίς να του αποκαλύψει το μυστικό. Την ίδια νύχτα τον επισκέπτεται στον ύπνο του το φάντασμά της και του φανερώνει τα μαγικά χαρτιά: το τρία, το επτά και τον άσσο. Το επόμενο βράδυ ο Χέρμαν, προσκεκλημένος στη δεξίωση του εκατομμυριούχου χαρτοπαίκτη Τσεκαλίνσκι, ποντάρει στο τρία και κερδίζει. Ποντάρει στο επτά, κερδίζει πάλι. Ποντάρει όσα έχει και δεν έχει στον άσσο, για να διαπιστώσει αμέσως ότι στο χέρι του δεν κρατάει τον άσσο αλλά την ντάμα πίκα με τη μορφή της κόμισσας, η οποία του κλείνει το μάτι! Ο δαίμονας τον έχει εξαπατήσει. Ο Χέρμαν τα χάνει όλα, μαζί με την ψυχή του, και κλείνεται για πάντα στην «κόλαση» ενός ψυχιατρείου. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η υπόθεση του έργου.
Είναι προφανές ότι η «Ντάμα Πίκα» του Πούσκιν προέρχεται από την πανάρχαια μυθική ρίζα που γέννησε και τον «Φάουστ» του Γκαίτε. Πρόκειται για μια ιδιοφυή, σκληρή μεταφορά του αρχετυπικού φαουστικού μύθου σε μια άλλη γλώσσα, που δεν έχει ακόμη εκπέσει σε γλώσσα αποκλειστικά χρηστική και διατηρεί σχεδόν ακέραιο τον μαγικό-τελεστικό της χαρακτήρα. Μια χρησμική γλώσσα, που δεν λέει ούτε κρύβει, αλλά σημαίνει.
Σκηνική γλώσσα σαν διαμάντι
Στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας είδαμε μια λαμπρή και λαμπερή παράσταση του έργου σε παραγωγή της Θεατρικής Αστικής Εταιρίας Πράξη, σε δραματουργική επεξεργασία και δημιουργική σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, στην εξαιρετική μετάφραση της θεατρολόγου Έλσας Ανδριανού, με μια εκλεκτή ομάδα παλαιότερων και νέων ηθοποιών. Ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός (επιμέλεια κίνησης της Άννας Μάγγου) διέκρινε τον χρησμικό -όχι καθημερινό- χαρακτήρα του έργου, την αξονική του σχέση με τον φαουστικό μύθο, και το μετέφερε άψογα σε μια σκληρή αλλά καθαρή και διάφανη σαν διαμάντι σκηνική γλώσσα. Πρόσθεσε ακόμη ένα πρόσωπο, το «μοχθηρό και ακάθαρτο πνεύμα», έτσι ώστε να λύσει οριστικά το ζήτημα της υπερβατικής φύσης του έργου, που διχάζει ως σήμερα τους μελετητές του.
Από την εκλεκτή ομάδα των ηθοποιών θα αναφέρω πρώτα τις δύο κυρίες του θεάτρου μας: Την Μπέττυ Αρβανίτη που διαπρέπει ως Κόμισσα – Ντάμα Πίκα – Μοίρα, την οποία «μπολιάζει» με κωμικά στοιχεία, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της. Και τη Δήμητρα Χατούπη που, ως «Μοχθηρό και ακάθαρτο πνεύμα», με τον δημιουργικό και αυτοσχεδιαστικό της οίστρο ανεβαίνει ακόμη ένα σκαλί προς την κορύφωση της μιμικής της τέχνης.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Χέρμαν, ο Γιάννης Σύριος τα δίνει όλα ως θύτης – θύμα υπέρτερων δυνάμεων που δεν ελέγχει. Ο Νίκος Αλεξίου στους τέσσερις διαφορετικούς του ρόλους βρίσκεται παντού ταυτόχρονα, κεντρικός στην περιφέρεια και περιφερειακός στο κέντρο. Ο Παναγιώτης Καμμένος ως Τόμσκι, ο ορθολογιστής της χαρτοπαικτικής παρέας, εγγονός της μυστηριώδους κόμισσας και αφηγητής, μας πείθει απολύτως για όλες τις πιο πάνω ιδιότητές του. Η Εύα Σιμάτου ως Λιζαβέτα Ιβάνοβνα, χαμηλών τόνων σε ύφος προσωπικό μιας παραπλανημένης σουμπρέτας, αφήνει το ισχυρό αποτύπωμά της.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου είναι χάρμα οφθαλμών και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου τα αναδεικνύουν. Οι ηχητικοί σχεδιασμοί του Τηλέμαχου Μούσα είναι υποβλητικοί και η μουσική επιμέλεια του Νέστορα Κοψιδά υποστηρικτική του λόγου.
23.03.26, Πολενάκης Λέανδρος «Κριτική θεάτρου / Τα τρία χαρτιά», Η Αυγή
Για το link πατήστε εδώ
-
Περί Θεάτρου – Γράφει ο Γιάννης Γαβρίλης για την παράσταση “Ντάμα Πίκα”
Ο Αλεξάντρ Πούσκιν (Alexander Sergeyevich Pushkin (1799 – 1837) έχει χαρακτηριστεί ως ο θεμελιωτής της νεότερης ρωσικής λογοτεχνίας και κυκλοφορεί τη νουβέλα του, ‘’Ντάμα Πίκα’’ (Пиковая дама)το 1833, που παρουσιάζεται ως όπερα από τον Πιοτρ Ιλίτς Τσαϊκόφσκι το 1890.
Η παράσταση που παρακολουθήσαμε, στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ομολογώ, είναι μια εύστοχη θεατρική μεταφορά της νουβέλας αυτής.
Στο Ελληνικό Θέατρο μεταφέρεται για πρώτη φορά μέσω της εξαιρετικής και ‘’ψαγμένης’’ απόδοσης – διασκευής της Έλσας Ανδριανού.
Απεικόνισε με μαεστρία τον μυστηριώδη, σκοτεινό, με μεταφυσικές ροπές κόσμο της εποχής του συγγραφέα, που περιγράφεται με άκρως ρεαλιστικό αλλά και εμβριθώς αλληγορικό τρόπο. Γύρω από τον Χέρμαν (το κεντρικό πρόσωπο του έργου) περιστρέφεται η δράση. Όπου ο εγκρατής αυτός νεαρός στρατιωτικός μετουσιώνεται σε παθιασμένο παίχτη της τράπουλας.
Το έναυσμα είναι το μυστικό που κατέχει η κόμισσα Άννα Φεντότοβνα, σχετικά με τρία τραπουλόχαρτα που θα εξασφαλίσουν στον Χέρμαν σίγουρο κέρδος και χωρίς κανένα ρίσκο.
Το αποτέλεσμα θα είναι τραγικό καθώς ο κυνισμός του, η αλαζονεία του και η μανία για το εύκολο κέρδος, τον ωθεί να εκμεταλλευτεί επαίσχυντα την αγνή και ευκολόπιστη προστατευόμενη της κόμισσας, τη Λίζα, θα τον οδηγήσει να επιφέρει τον θάνατο της Φεντότοβνα και στο τέλος και στην δική του καταλυτική καταδίκη.
Με την τρέλα του μυαλού να τον κατατρύχει, με το φάντασμα της κόμισσας (ή μήπως ο εφιάλτης που γεννά το ταραγμένο του μυαλό😉 να τον καθορίζει και μόνο τέσσερις λέξεις να μπορεί ν’ αρθρώνει. ‘’Τρία, επτά, άσος’’, ‘’τρία, επτά, ντάμα’’.
Ο Στάθης Λιβαθινός που σκηνοθέτησε την παράσταση (με βοηθό του την Ηλέκτρα Μαγγίνα) και έκανε και την δραματουργική επεξεργασία κυριολεκτικά εδώ, δημιουργεί ένα παραστασιακό περιβάλλον που εδράζεται στην περιπαικτικότητα (ενίοτε και στην υποδόρια κωμικότητα η οποία αναδύεται και στην νουβέλα), εφευρίσκει με ευρηματικότητα σκηνικούς προσδιορισμούς, απαραίτητους για την μικρή σκηνή του Θεάτρου Κεφαλληνίας.
Αλλά… το κυρίαρχο ευφάνταστο στοιχείο (όσο και τρομακτικό) που καθορίζει όλη την παράσταση, είναι αυτό της δημιουργίας ενός πνεύματος απρόβλεπτου και αέναου (δεν υπάρχει ως χαρακτήρας στην νουβέλα), που ορίζει την πορεία, τη συνέχεια και την ατέρμονη κυκλική περιστροφή των πράξεων, των συναισθημάτων, των αντιδράσεων και κυρίως την υπαρξιακή σύνδεση και αποσύνθεση, επί μίας κινούμενης πλατφόρμας (ενός καρουζέλ – Σκηνικό – κοστούμια Ελένης Μανωλοπούλου με βοηθό την Έμιλυ Κουκουτσάκη).
Με αυτήν την περιστροφή που το Πνεύμα ορίζει, αλλάζουν χώροι, χρονικά διαστήματα, επαναφορά από το χθες (φλας μπάκ) στο τώρα του έργου, μεταξύ Ζωής και Θανάτου.
Ιδιαίτερη μνεία στην ερμηνεία της Δήμητρας Χατούπη που με πειστικότητα υποδύεται αυτό το Πνεύμα – Σύνδεση με τα δρώμενα.
Σε μια αποδοτικότατη, στέρεα, άκρως πειστική και σωστά τοποθετημένη ερμηνεία, απολαύσαμε την Μπέττυ Αρβανίτη ως κόμισσα Άννα Φεντότοβνα, σε μια ακόμη από τις σταθερά πολλές και πάντα καλές ερμηνευτικές της παρουσίες.
Έχει η κ. Αρβανίτη την εμπειρία, πόσο μάλλον την θεατρική ικανότητα να μεταμορφώνεται, να μετατοπίζεται από την όποια μανιέρα και να προσφέρει μια καθοριστική ερμηνευτική προβολή.
Επιβαλλόμενοι ερμηνευτικά οι… Νίκος Αλεξίου. Ο έμπειρος αυτός ηθοποιός, σε τέσσερεις ρόλους (χαρτοπαίκτης, σύζυγός κόμισσας, Σαν Ζερμέν), αλλά ως Τσεκαλίνσκι προσφέρει μια αποδοτικότατη, στέρεη ερμηνεία στον συγκεκριμένο ρόλο.
Παναγιώτης Καμμένος, εξαιρετικός ως Πρίγκιπας Πάβελ Αλεξαντροβίτς Τόμσκι, εγγονός της Κόμισσας, ο Γιάννης Σύριος στον σημαντικό ρόλο του Χέρμαν, μας δημιούργησε την αίσθηση του ανώριμου κυρίαρχου χαρακτήρα.
H Εύα Σιμάτου ως Λιζαβέτα Ιβάνοβνα, προστατευόμενη της Κόμισσας, ενδύθηκε στην κυριολεξία τον χαρακτήρα και μ’ έναν αξιοζήλευτο τρόπο διαχειρίστηκε χωρίς υπερβολές τα εκφραστικά της μέσα, για να αποδώσει αυτό το άβγαλτο κορίτσι, το άκρως συναισθηματικό, μια εύκολη λεία στις ορέξεις του Χέρμαν.
Η κ. Σιμάτου κατάφερε με την ερμηνευτική της ικανότητα, να πείσει για όλα αυτά τα στοιχεία που καθορίζουν το χαρακτήρα της Λιζαβέτας. Να συμπληρώσω δε, ότι είναι και εξαιρετική… μπαλαρίνα.
Στην απαιτούμενη υποβλητικά ατμόσφαιρα της παράστασης λειτούργησαν καθοριστικά…
Η σημαντική Επιμέλεια κίνησης της Άννας Μάγκου, οι, επίσης σημαίνουσας προβολής Φωτισμοί του έμπειρου Αλέκου Αναστασίου, καθώς και ο Ηχητικός σχεδιασμός – περιβάλλον, σύνθεση – διασκευή κομματιών του εξαιρετικού Τηλέμαχου Μούσα, όσο και η Μουσική Επιμέλεια του Νέστορα Κοψιδά.
Ο Γιάννης Παμούκης μας μετέφερε στην εποχή της δεκαετίας του 1800 με τον Σχεδιασμό των κομμώσεων, τις περούκες και το μακιγιάζ που επιμελήθηκε σε συνεργασία, στις κομμώσεις, με τον Joseph Tayar.
Μια παράσταση που δημιουργήθηκε από έμπειρους συντελεστές, από ανθρώπους που γνωρίζουν (και αγαπούν) τη Τέχνη του Θεάτρου, που ξέρουν πως να προβάλουν την απαιτούμενη ποιότητα, αποκλείοντας την προχειρότητα, σεβόμενοι, κατ’ αρχήν τους εαυτούς τους και την θέση τους στον χώρο και βεβαίως τους/τις θεατές τους.
Προσφέρθηκε έτσι μια πρωτότυπη παράσταση, άψογα δουλεμένη, καλά ‘’κουρδισμένη’’, με αρτιότητα και ικανή σκηνική προβολή.
21.03.2026, Γαβρίλης Γιάννης «Περί Θεάτρου – Γράφει ο Γιάννης Γαβρίλης για την παράσταση “Ντάμα Πίκα”»,all4fun.gr
Για το link πατήστε εδώ
-
«Ντάμα Πίκα» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού: Δεξιοτεχνική σκηνοθεσία, εξαιρετική σκηνογραφική σπουδή κι ευφάνταστες ερμηνευτικές καταθέσεις
Ο Στάθης Λιβαθινός δημιουργεί ένα εύρυθμο, συγχρονισμένο, άρτια δομημένο σκηνικό αποτέλεσμα στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας με την ερμηνεία της Μπέτυς Αρβανίτη απολαυστική
Η ευσύνοπτη, γριφώδης και κρυπτική νουβέλα «Ντάμα Πίκα» του Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1834 στο λογοτεχνικό περιοδικό Biblioteka Dlya Chteniya αποτέλεσε μια φαινομενικά απρόσμενη ρεπερτοριακή επιλογή του σκηνοθέτη Στάθη Λιβαθινού. Η σκέψη του να αποπειραθεί μια παραστασιακή αποτύπωση της νουβέλας του Πούσκιν «Ντάμα Πίκα», για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε μια (απόδοση)-διασκευή που έγινε ειδικά για την παράσταση του από την έμπειρη και καταρτισμένη δραματουργό (και όχι μόνο) Έλσα Ανδριανού μοιάζει απροσδόκητη αλλά δεν είναι.
Με αυτόν τον τρόπο προσφέρει τη σπάνια δυνατότητα στην ηθοποιό του –και χρόνια στενή του συνεργάτιδα– Μπέτυ Αρβανίτη που έχει μια μακρά και ευρεία πορεία στη θεατρική σκηνή να δοκιμαστεί σε έναν ρόλο που εκκινεί από μια λογοτεχνική ηρωίδα που η θεατρική διασκευή της δημιουργήθηκε με γνώμονα την ίδια. Το γεγονός δε, ότι δεν έχει παιχτεί στην Ελλάδα, προσφέρει στην έμπειρη ηθοποιό τη σπάνια ευκαιρία να δημιουργήσει την πρώτη ερμηνευτική κατάθεση που θα λειτουργήσει αρχετυπικά.
Παράλληλα προσφέρει τη δυνατότητα και στην ίδια και στο κοινό της να απολαύσουν το στοιχείο της έκπληξης, αφού είναι κάτι που πρωτοδημιουργείται σκηνικά χωρίς προηγούμενη παραστασιακή αναφορά. Βασιζει δε το παραστασιακό του εγχείρημα σε ένα εγνωσμένης αξίας λογοτεχνικό υλικό που συνδυάζει την υψηλή ηθική διερώτηση, την κοινωνιολογική ανάλυση της εποχής του, το χιούμορ, τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής και τη μεταφυσική απόληξή τους. Ο Στάθης Λιβαθινός θα αξιοποιήσει τη σκηνοθετική του δεξιοτεχνία σε πεδία ήδη επιτυχώς δοκιμασμένα, όπως η μετατροπή του λογοτεχνικού υλικού σε σκηνική πράξη, το αφηγηματικό στοιχείο ως δομικό στοιχείο παραστασιακού γεγονότος, την εντυπωσιακή σκηνική πύκνωση χωρίς απίσχναση του λογοτεχνικού προπλάσματος. Θα αναδείξει –για ακόμη μια φορά– τη δύσκολη σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας. Και θα δημιουργήσει ένα εύρυθμο, συγχρονισμένο, άρτια δομημένο σκηνικό αποτέλεσμα.
Μεθοδική αλλά και ευφάνταστη η απόδοση – διασκευή της Έλσας Ανδριανού, η οποία θα συνομιλήσει με το αρχικό λογοτεχνικό κείμενο με γνώση, σοβαρότητα, ακρίβεια, σεβασμό στο λογοτεχνικό πρόπλασμά του αλλά και με ελευθερία στις επιλογές της, όπως το επιτάσσουν οι νόμοι του θεάτρου. Τόσο η σκηνοθετική οπτική και η δραματουργική επεξεργασία (Στ.Λιβαθινός), όσο και η απόδοση – διασκευή (Έλσα Ανδριανού) συνοδοιπορούν σε μια αγαστή και αποδοτική συνεργασία.
Ο σημαίνων σκηνοθέτης κατορθώνει και δημιουργεί επί σκηνής φασματικές χωροχρονικότητες υψηλής θεατρικής ποιότητας μόνο με το σώμα των ηθοποιών του. Ο ηθοποιός αφηγείται επί σκηνής μια ιστορία που έχει ήδη συντελεστεί οδηγώντας μας στο παρελθόν, ενώ ταυτόχρονα υποδύεται τον ήρωα στο παρόν του «εδώ και τώρα» και αυτή η διττή χρονικότητα δημιουργεί τη συνθήκη του αδιάλειπτου και του διηνεκούς που εκτείνεται στο Άπειρο, δημιουργώντας ένα δρώμενο αενάως παραγόμενο στο διηνεκές μιας φασματικά αιωρούμενης θεατρικής σκηνής.
Εγείρονται, ωστόσο, ακόμα μια φορά ζητήματα που αφορούν την πρόσληψη του παραστασιακού γεγονότος στην πολιτισμικά μεταβατική εποχή μας. Σε ποιο κοινό απευθύνεται, και τι σκοπεύει να μεταδώσει; Και αυτό, νομίζω, δεν εδράζεται τόσο σε παραστασιακούς χειρισμούς ή κώδικες του σκηνοθέτη, όσο στη ρευστότητα του πολιτισμικού μεταιχμίου που διανύουμε. Το πιο μεγάλο και πιο δύσκολο διακύβευμα για έναν δημιουργό του καιρού μας, ακόμα και του διαμετρήματος του Λιβαθινού είναι να επανεφεύρει το νήμα που συνδέει τη σκηνική πράξη με τον αποδέκτη του, ο οποίος παραμένει πιο ρευστός και ασαφής από ποτέ.
Ο δημιουργός του καιρού μας, καλείται εκ νέου να απαντήσει στο νευραλγικό ερώτημα που έθεσε ο Peter Brook λίγο πριν την αυγή του νέου αιώνα στο παραστασιακό εκμαγείο του που προανήγγειλε την εμβληματικη παρασταση “The tragedy of Hamlet”(2000) στο “qui est la?”, έναν σκηνικό διάλογο για τη θεατρική πράξη που κληροδοτεί ο 20ος αιωνας στον 21ο αιώνα. Χρησιμοποιώντας την πρώτη φράση από τον Άμλετ του Σαίξπηρ διερωτώμενος «ποιος είναι εκεί;», ποιος είναι ο θεατής στον οποίο απευθύνεται ο κάθε δημιουργός της εποχής μας, ποιος είναι ο καινούριος εκπρόσωπος της (δυτικής) ανθρωπότητας που πασχίζει να γεννηθεί; Ερώτημα που οφείλει να θέσει και ο ίδιος ο καλλιτέχνης αυτού του αιώνα που οφείλει να μιλήσει στην (και για) τη μεταιχμιακή εποχή του. Και φρονώ ότι αυτό το δυσεπίλυτο, νευραλγικό ερώτημα επιζητά εκ νέου διερώτηση σε θεωρητικές αρχές και θέσεις. Συνθήκη από την οποία δεν εξαιρείται ούτε ο σημαίνων δημιουργός.
Οι συντελεστές
Στην ευθυβολία του θεατρικού εγχειρήματος συνεισφέρει καθοριστικά η έξοχη σκηνογραφική και ενδυματολογική κατάθεση της Ελένης Μανωλοπούλου. Ενδεχομένως από τις πιο εμπνευσμένες της θεατρικής χρονιάς που διανύουμε. Μια περιστρεφόμενη κυκλική πλατφόρμα που τροφοδοτεί το σκηνικό εγχείρημα με συνεχείς επανανοηματοδοτήσεις: Θα γίνει η κρεβατοκάμαρα της ηλικιωμένης κόμισσας, το δαιδαλώδες αρχοντικό της που θα εισβάλλει με δόλο ο νεαρός τυχοδιώκτης, ο τύμβος της, το εφιαλτικό τοπίο επαναφοράς της στις φασματικές επισκέψεις της στον Χέρμαν. Ένα παλιό καρουζέλ φορτωμένο με σκονισμένα –άχρηστα πια– αντικείμενα, μάρτυρες μιας εποχής προ πολλού περασμένης, που κουβαλά ανθρώπινες ιστορίες που δεν σκοπεύει να αποκαλύψει και τέλος σηματοδοτεί την ακατάπαυστη, νομοτελειακή κυκλικότητα της ζωής και του θανάτου παραδομένη στα χέρια ενός μοχθηρού πνεύματος που καθορίζει τα ανθρώπινα. Είναι εντυπωσιακή η πολυπλοκότητα των νοηματοδοτήσεων μιας σκηνογραφικής σπουδής που κατορθώνει πρακτικά να ενσωματωθεί λειτουργικά σε μια τόσο μικρή σκηνή.
Ατμοσφαιρικό και ευθύβολο, συνοδοιπορεί και το φωτιστικό σύμπαν του Αλέκου Αναστασίου που συνδημιουργεί μια σκηνική σπουδή υψηλής εικαστικότητας και υγρών θερμοκρασιών. Στις παραστασιακές ποιότητες συνεπικουρεί το ηχητικό σύμπαν που δημιούργησε ο Τηλέμαχος Μούσας (Ηχητικός σχεδιασμός – περιβάλλον, σύνθεση – διασκευή κομματιών) με τηνσύμπραξη του Νέστορα Κοψιδά.
Ξεχωριστή μνεία για την επιμέλεια της κίνησης από την Άννα Μάγκου.
Θα ήταν παράλειψη αν δεν υπήρχε αναφορά στην έξοχη, εικαστικά συναρπαστική και παραστασιακά καίρια συνεισφορά των Γιάννη Παμούκη (Σχεδιασμός κομμώσεων – περούκες – μακιγιάζ) και Joseph Tayar (Κομμώσεις) .
Επιπροσθέτως, αντανακλά την πολιτιστική ποιότητα που επιθυμεί να προσφέρει ένας ιστορικός μεν, μικρός δε θεατρικός οργανισμός όπως το «Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας» –σε καιρούς δυσπραγίας– να δείχνει βαρύνουσα προσοχή στο πρόγραμμα που συνοδεύει την παράσταση. Και να κάνει επιλογές όπως: να αναθέτει την επιμέλειά του στον καθηγητή Παναγιώτη Μιχαλόπουλο, την έκδοση στην Καπα Εκδοτική και τον σχεδιασμό του στην καλλιτεχνική δεινότητα του Ιωάννη Κ .Τσίγκα. Δεν θα μπορούσε να μην γίνει αναφορά στην ποιότητα του χαρτιού και το εξώφυλλο του Τάσου Αρβανίτη όσο και στις καλλιτεχνικά συναρπαστικές φωτογραφίες της Ελίνας Γιουνανλή.
Οι ερμηνείες
Ο Παναγιώτης Καμμένος ωςΠρίγκιπας Πάβελ Αλεξάντροβιτς Τόμσκι, ο εγγονός της κόμισσας. Είναι εναρμονισμένος με το παραστασιακό σύνολο χωρίς να το υπερβαίνει.
Ο Νίκος Αλεξίου, ( Χαρτοπαίκτης/ σύζυγος κόμισσας/ Σεν Ζερμέν) κινείται με άνεση αλλά χωρίς ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις στους παραπάνω ρόλους. Στον ρόλο του Τσεκαλίνσκι, όμως, μας επιφυλλάσσει ενδιαφέρουσες αποχρώσεις της ιδιοτελούς ξιπασιάς και της ταξικής αλαζονείας.
Η Δήμητρα Χατούπη – μοχθηρό πνεύμα– (εύστοχη –κατά τη γνώμη μου –επινόηση του ρόλου από τη διασκευή) αισθάνομαι ότι προσπερνά την ευκαιρία δημιουργίας ενός καταλυτικού ερμηνευτικού αποτυπώματος, ενώ διαθέτει και την εμπειρία και τις δυναμικές.
Η Εύα Σιμάτου (Λισαβέτα Ιβάνοβνα, προστατευομένη της Κόμισσας) στην πιο ώριμη υποκριτική της στιγμή δημιουργεί μια στιβαρή, πολυεπίπεδη, εύρυθμη αλλά και ευφρόσυνη ερμηνευτική σπουδή. Με αψεγάδιαστο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων και αξιοθαύμαστο μέτρο σμιλεύει την αφελή, συναισθηματική και ονειροπόλα μορφή ενός κοριτσιού εγκλωβισμένου από τη δουλεία που της επιβάλλει η δυσμενής κοινωνική της θέση. Ενώ άθελά της μετατρέπεται σε ευκολόπιστο πολιορκητικό κριό μιας εφόδου που καταλήγει σε έναν ακούσιο φόνο. Παράλληλα πλάθει μια εύστοχη, ειρωνική αφηγηματική σκηνική γλώσσα ευθύβολης κωμικότητας που λειτουργεί ως εύστοχο κοινωνιολογικό σχόλιο των τεκταινομένων.
Στη μελέτη του «H γραφή ως Εξορκισμός: Οι Προσωπικοί Κώδικες των Πούσκιν, Λέρμοντοφ και Γκόγκολ» (2005), ο Ilya Kutik πρεσβεύει ότι ο Πούσκιν έγραψε την «Ντάμα Πίκα» για να εξορκίσει τους προσωπικούς δαίμονες, τους φόβους του και να κατασιγάσει τις αμφιβολίες και τις δεισιδαιμονίες που κατέτρωγαν την ψυχή του. Ισχυρίζεται ότι η «Ντάμα–Πίκα» είναι η αντίδραση του ποιητή στις ζοφερές προβλέψεις μιας μάντισσας από την Αγία Πετρούπολη που του προμάντευε την πιθανότητα πρόωρου και άδικου τέλους. Η πρόβλεψη θρυλείται ότι ήταν η εξής: «Υστεροφημία και δόξα για μια ζωή που αν δεν κοπεί το νήμα της απότομα στα 37 της χρόνια, θα μακροημερεύσει. Να φυλάγεται είτε από άγριο ξανθό ή λευκό άλογο ή από ξανθό οπλισμένο νέο άνδρα»
Σημείωση: Ο Πούσκιν θα ξεψυχήσει στα 37 του χρόνια, ύστερα απο μονομαχία τιμής στην οποία είχε προκληθεί. Ο άνδρας που τον σκότωσε είχε όλα τα χαρακτηριστικά της «πρόβλεψης». Ενδεχομένως το τραγικό γεγονός του θανάτου του να δημιούργησε τον θρύλο της προφητείας. Ο ποιητής υπό το βάρος των προλήψεων που στοίχειωναν τη ζωή του έγραψε μια ιστορία χρησιμοποιώντας το μοτίβο της ειμαρμένης, των σκοτεινών δυνάμεων που οδηγούν στην τρέλα για να αντιμετωπίσει και να εξηγήσει τους δικούς του δαίμονες.
Έτσι–υποστηρίζει ο Ilya Kutik*–δημιούργησε τον χαρακτήρα του Χέρμαν ως alter-ego του. Ο ήρωάς του ακροβατεί από την πραγματιστική θεώρηση της ζωής ως τη φιλαργυρία και τη φαυλότητα. Την αλαζονεία της πρόσκαιρης τύχης του τυχερού παιγνίου μέχρι τη συντριβή από το μεταφυσικό στοιχείο και την τρέλα. Ένας συνταρακτικός χαρακτήρας ακραίων μεταπτώσεων, αντιφατικών συναισθημάτων και άκρατης σαγήνης που ο μεγάλος ποιητής τον υποβάλλει σε έναν δύσκολο δρόμο μαρτυρίου.
Η ερμηνευτική προσέγγιση του Γιάννη Σύριου ως Χέρμαν, αξιωματικού του Μηχανικού είναι αβαθής και εξωτερική. Οι μεταπτώσεις του αδέξιες και άτεχνες. Ιδίως στη σκηνή της κατάρρευσης και της τρέλας αποδυναμώνοντας ανεπίστρεπτα τον χαρακτήρα που ερμηνεύει.
Η Μπέτυ Αρβανίτη ως Κόμισσα Άννα Φεντότοβνα είναι απολαυστική. Απαλλαγμένη από κάθε είδους ανάχωμα απολαμβάνει κάθε φράση, κάθε στιγμή, κάθε σκηνική ανάσα μετατρέποντας τη θεατρική πράξη σε αυτό που πραγματικά είναι: ένα ευφάνταστο, σπάταλο, αέναο και αινιγματικό παιδικό παιχνίδι. Θα αντλήσει το ερμηνευτικό υλικό της από το παλίμψηστο της θεατρικής πράξης διασχίζοντας με ευκολία αιώνες αισθητικών ρευμάτων και υποκριτικών μορφών.
Στη σκηνή του boudoir με την προστατευόμενή της, Λιζέτα θα αντλήσει από το μολιερικό σύμπαν και τις σπαρταριστές σκηνές Αφέντη–υπηρέτη. Στις φασματικές σκηνές του μεταφυσικού θα αντλήσει από την πανούργα μάγισσα Σελεστίνα του Φερνάντο ντε Ρόχας ενώ στις διηγήσεις για την παραμονή της στο παλάτι των Βερσαλλιών θα ενδυθεί τον λεπταίσθητο στιλιζαρισμένο υπαινιγμό του ιδιοφυούς Μαριβώ. Οι σκηνικές διερωτήσεις της πάνω στην ανθρώπινη ζωή, το γήρας και τον θάνατο θα αναδυθούν μέσα από το μπεκετικό σύμπαν του Τέλους του παιχνιδιού ενώ η νεκρική της μάσκα θυμίζει απροσπέλαστο, τρομακτικό τοτέμ.
…Συνοψίζοντας
Η «Ντάμα Πίκα» αποτελεί μια ευφάνταστη ρεπερτοριακή επιλογή με δεξιοτεχνική σκηνοθεσία κι εξαιρετική σκηνογραφική σπουδή. Ευφάνταστες ερμηνευτικές καταθέσεις από την Μπέτυ Αρβανίτη και την Εύα Σιμάτου. Παραμένει όμως ως μείζον διακύβευμα το ζήτημα της πρόσληψης.
(*) Ο Ilya Kutik είναι σημαντικός Ρώσος ποιητής, συγγραφέας και αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Σλαβικών γλωσσών και λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου του Northwestern.
13.03.2026, Κουτσιλαίου Ελένη «Ντάμα Πίκα σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού: Δεξιοτεχνική σκηνοθεσία, εξαιρετική σκηνογραφική σπουδή κι ευφάνταστες ερμηνευτικές καταθέσεις», www.elculture.gr
Για το link πατήστε εδώ
-
Ντάμα Πίκα – Κριτική
Ένα μυστικό τριών χαρτιών, μια ηλικιωμένη κόμισσα και ένας νέος που τα ρισκάρει όλα: η νουβέλα του Πούσκιν γίνεται θέατρο από τον Στάθη Λιβαθινό, σε μια παράσταση με λεπτή ειρωνεία και ανάλαφρη θεατρικότητα
Η νουβέλα του Πούσκιν ανεβαίνει για πρώτη φορά στην ελληνική σκηνή από τον Στάθη Λιβαθινό, σκηνοθέτη που έχει αποδείξει ότι πρόκειται για “μετρ” στη θεατρική μεταφορά της λογοτεχνίας, και ιδιαίτερα της ρωσικής. Η επιλογή του έργου μοιάζει σχεδόν αυτονόητη για έναν δημιουργό που ξέρει να αφουγκράζεται τη δραματουργική δυναμική της αφήγησης και να τη μετατρέπει σε ζωντανή σκηνική πράξη – αν και η συγκεκριμένη επιλογή παραμένει ένα υλικό με συγκεκριμένες σκηνικές δυνατότητες, που επηρεάζουν το εύρος της μεταφοράς του.
Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από έναν νεαρό, τον Χέρμαν, που, αν και απεχθάνεται τη χαρτοπαιξία, μπαίνει στον πειρασμό να αποσπάσει από μια ηλικιωμένη κόμισσα τον αλάνθαστο συνδυασμό τριών χαρτιών που εγγυώνται τη νίκη. Προκειμένου να ξεφύγει από την οικονομική του κατάσταση, αποφασίζει να πλησιάσει την κόμισσα με κάθε δυνατό τρόπο, ακόμη και υποκρινόμενος τον ερωτευμένο απέναντι στη νεαρή προστατευόμενή της, τη Λιζαβέτα, όμως η κατάληξή του θα είναι τραγική.
Η νουβέλα εμπεριέχει θεματικούς πυρήνες που συναντώνται αργότερα σε έργα του Ντοστογιέφσκι (“Ο παίκτης”, “΄Έγκλημα και τιμωρία”), όπως τον πειρασμό του χρήματος, την ηθική διολίσθηση, την εμμονή, την αναπόφευκτη τιμωρία. στα χέρια του Λιβαθινού, όμως, περνούν στη σκηνή με μια απρόσμενη ελαφράδα, χωρίς να χάνουν το βάρος τους. Καθοριστικό ρόλο παίζει η διασκευή της ΄Έλσας Ανδριανού, που καταφέρνει να “σπάσει” την αφήγηση και να τη μετατρέψει σε θεατρικό λόγο και δράση με ωραίο ρυθμό. Επιτυχημένη αποδεικνύεται, π.χ, η εισαγωγή ενός εξωκειμενικού προσώπου, του Μοχθηρού Πνεύματος, που παρακολουθεί και ενορχηστρώνει τα γεγονότα, σαν μια σαρκαστική σκιά πάνω από τους ήρωες. Μέσα από αυτή τη σκηνική ευρηματικότητα αναδεικνύονται με παιγνιώδη τρόπο τα μεγάλα θέματα του έργου: το δίπολο πειρασμός/αυτοσυγκράτηση, η υποκρισία, ο ανεκπλήρωτος έρωτας.
Ο Λιβαθινός αξιοποιεί δημιουργικά τη δύσκολη σκηνή του θεάτρου, με συμπαραστάτρια την Ελένη Μανωλοπούλου, η οποία τοποθετεί στο κέντρο μια κυκλική πλατφόρμα που φιλοξενεί το σπίτι της κόμισσας – μια σκηνική κατασκευή που θυμίζει ταυτόχρονα ρουλέτα, καρουζέλ ή μουσικό κουτί, οπτικοποιώντας εύστοχα τα μοτίβα του έργου. Tα κοστούμια κινούνται στο γνώριμο καλαίσθητο ύφος της, καθώς αντλούν έμπνευση από την εποχή του έργου και τη μεταφέρουν με φαντασία και πλουραλισμό, ενώ οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου και οι μουσικές συνθέσεις του Τηλέμαχου Μούσα κινούνται ανάμεσα στη νοσταλγία και την περιπαικτική διάθεση.
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα απολαμβάνουμε πολύ ωραίες ερμηνείες από τη Δήμητρα Χατούπη, που ερμηνεύει το Μοχθηρό Πνεύμα μεταξύ παιγνιώδους διάθεσης, κυνικής μοχθηρίας και σαρκασμού, ενώ η Μπέττυ Αρβανίτη χαρίζει μια απολαυστική Κόμισσα: στριφνή, ειρωνική αλλά και αυτοσαρκαστική. Ο Γιάννης Σύριος αποδίδει με φυσικότητα την ηθική διολίσθηση του Χέρμαν, ενώ η Εύα Σιμάτου ξεχωρίζει με την εύθραυστη αποτύπωση της προδομένης Λιζαβέτα. Οι Νίκος Αλεξίου και Παναγιώτης Καμμένος ερμηνεύουν πολλαπλούς ρόλους, εξυπηρετώντας τη λειτουργική διασκευή.
12.03. 2026, Καράογλου Τώνια «Ντάμα Πίκα – Κριτική», Αθηνόραμα
Για το link πατήστε εδώ
-
Κόβοντας την τράπουλα του Πούσκιν βγαίνει πάντα ο φάντης μπαστούνι
Ο Αλεξάντερ Πούσκιν είναι ο εθνικός ποιητής της Ρωσίας επειδή από τα έργα του αναδύεται η ρωσική ψυχή, με στεγνωμένα στα μαγουλάκια της τα δάκρυα μιας απελπισίας που δεν έχει γεύση βότκας
[…]
Ο Αλεξάντερ Πούσκιν είναι ο εθνικός ποιητής της Ρωσίας επειδή από τα έργα του αναδύεται η ρωσική ψυχή, με στεγνωμένα στα μαγουλάκια της τα δάκρυα μιας απελπισίας που δεν έχει γεύση βότκας.
Η ενασχόλησή του με την πεζογραφία έπεται κατά πολύ εκείνης με την ποίηση. Τα πεζά του δεν είναι μεγαλόστομα, ούτε συναισθηματικά, ούτε διδακτικά. Μέσω αυτών εκείνος απολάμβανε να γελοιοποιεί, ειρωνευόμενος με λεπτότητα, κάθε είδους αλαζονεία – π.χ. την πόζα του ηρωισμού, έναν προσποιητό συναισθηματισμό ή τις επιδείξεις γνώσεων. Επιπλέον, είναι θαυμάσια η συντομία τους και οι ατμόσφαιρες που δημιουργούν. Ειδικά στην «Ντάμα Πίκα», ο αναγνώστης ξαφνιάζεται από μια αίσθηση ακραίας έντασης που τον καταλαμβάνει, παρά το ότι, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει με κομψή κι ανεκδοτική «ιστοριούλα» ικανή να προκαλεί μικρές άνισες ανατριχίλες στα σαλόνια της τσαρικής πρωτεύουσας, ως εάν στερείτο φιλοσοφικού, ψυχολογικού και ιστορικού βάθους.
Ομως, το νόημα που ο Πούσκιν μεταφέρει στον αναγνώστη δεν οριοθετείται. Οχι επειδή υστερεί κάπου η δική του συγγραφική εστίαση, αλλά επειδή το νόημα επεκτείνεται σε κάτι πιο ευρύ για να οριστεί ρητά. Οπότε, καταλήγει να υπονοείται. Για τους παραπάνω λόγους, υπάρχουν κριτικοί της λογοτεχνίας που διατείνονται ότι η «Ντάμα Πίκα» είναι το κατ’ εξοχήν πεζό του που αγγίζει το επίπεδο βάθους της ποίησής του.
Μια επιδερμική ανάγνωσή της θα ήταν ότι η νουβέλα ακολουθεί την πορεία ενός νεαρού αξιωματικού, ονόματι Χέρμαν, που ξαφνικά επιθυμεί να πλουτίσει μέσω του τζόγου, αλλά χωρίς να πάρει ρίσκο. Πληροφορείται λοιπόν πως μια ηλικιωμένη κόμισσα (η Ντάμα Πίκα) κατέχει μυστικό μαγικό συνδυασμό τραπουλόχαρτων που πάντα κερδίζει και προκειμένου να την προσεγγίσει κορτάρει την κηδευομένη νεαρή συγγενή της, Λιζαβέτα. Κι έτσι, επωφελείται για να εισβάλει στα ιδιαίτερα διαμερίσματα της ηλικιωμένης γυναίκας και να την πιέσει να του παραδώσει το μυστικό της, με απροσδόκητες εξελίξεις.
Η «καθηγήτρια» του Κακού
Στη νουβέλα του Πούσκιν η επίρριψη κάθε ευθύνης του Κακού στον Διάβολο, αν και δεν τίθεται ευθέως, είναι σαφής για τον αναγνώστη. Το στοιχείο αυτό στην παράσταση στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας αναδεικνύεται με την εμφάνιση ενός δραματικού προσώπου που περιγράφεται με τον υπέροχα αποφλοιωμένο από κάθε θρησκευτική όψη του Διαβόλου προσδιορισμό ως «ένα μοχθηρό πνεύμα». Η Δήμητρα Χατούπη το αποδίδει άψογα, προσθέτοντας στο παίξιμό της την πτυχή ότι πλήττει, ως «καθηγήτρια» του Κακού, επειδή τα άλλα πρόσωπα του έργου (πλην της κόμισσας) είναι αρχάρια στη μοχθηρία και θα χαθούν προτού προλάβουν να γίνουν αξιοσημείωτα κακοί.
Μια αλληγορία για κάθε είδος «πανούργων και καρχαριών», που υπόσχονται πρόσβαση στο χρήμα, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που προφέρουν είναι φρούδες ελπίδες.
Η δραματουργική και σκηνοθετική απόφαση να αποδεσμευτεί το διαβολικό στοιχείο από την «ιερή ανιερότητά του» συνδυάζεται με τα ακόλουθα συμβολικά στοιχεία υπερρεαλιστικού χαρακτήρα: α) το σκηνικό, που μοιάζει με ένα τεράστιο στρογγυλό κουτί ζαχαρωτών ή μπισκότων, που τίθεται σε περιστροφή (σαν ρουλέτα, ας πούμε) από όλα τα πρόσωπα του έργου, αλλά πρωτίστως από το «πνεύμα της μοχθηρίας», β) το υπερβολικό μακιγιάζ του προσώπου της κόμισσας που το κάνει να δείχνει σαν μάσκα – ως εάν εκείνη δεν είναι ένα πραγματικό πρόσωπο, αλλά μια μυστηριώδης αφανής εξουσία, γ) το φόρεμα της κόμισσας, διακοσμημένο με τραπουλόχαρτα – όλα τους «καλότυχες» κούπες, τη στιγμή που η κόμισσα είναι «μπαστούνι» και συνεπώς δυσοίωνη, δ) το σκουφί νυκτός της κόμισσας, που είναι υπερβολικά μεγάλο και φουσκωτό ώστε ο θεατής δικαιολογημένα να φαντάζεται πως ο Χέρμαν, όταν πλησιάζει την κόμισσα στο δωμάτιό της, γίνεται ο ίδιος Κοκκινοσκουφίτσα που αντικρίζει τον λύκο μεταμφιεσμένο σε γιαγιά.
Ολα αυτά τα στοιχεία, λοιπόν, μπορούν να οδηγήσουν τον θεατή στην εικασία ότι, σ’ αυτήν την παράσταση, η κόμισσα –η Ντάμα Πίκα– είναι μια αλληγορία για κάθε είδους και κάθε επιπέδου συνεταιρισμό «πανούργων και καρχαριών», που έχουν πείσει τον κάθε ανώνυμο κι ανίσχυρο Χέρμαν ότι θα του προσφέρουν μια πραγματική ευκαιρία να αποκτήσει πρόσβαση στη μόνη αξία που ο άνθρωπος, σήμερα, αποδέχεται να υπερασπίζεται: το χρήμα. Ενώ, στην πραγματικότητα, το μόνο που προσφέρουν είναι φρούδες ελπίδες. Κι έτσι, όσοι τις πιστεύουν χάνονται, γιατί δεν διαθέτουν ηθική βάση.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εν λόγω θεατρική μεταφορά της «Ντάμας Πίκα» δεν είναι μόνο πολύ όμορφη, αλλά και συγκινητική, όπως όλα τα έργα τέχνης που είναι γοητευτικά σχήματα μεταφοράς του κοινωνικοπολιτικού πυρήνα τους.
Ερμηνείες
Οι ηθοποιοί είναι όλοι στο ύψος των περιστάσεων. Η Ντάμα Πίκα, για την Μπέττυ Αρβανίτη, είναι ρόλος που θα περιγράφαμε ως «για πρωινό». Ομως, εκείνη στέκεται σ’ αυτόν και τον εξυψώνει με περισσοτεχνία. Ο θεατής τη νιώθει παρούσα στη σκηνή σε κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου με την ενέργεια μιας λανθάνουσας αλλά και θελκτικής απειλής. Επίσης, δεν υπερβαίνει ποτέ τον σωστό τόνο επιθετικότητας προς τη Λιζαβέτα. Τον ανεβάζει στο μέγιστο γράδο, ώστε αυτός να γίνεται πλεονασματικά αισθητός, χωρίς να ξεφεύγει από τα όρια του chic, που μόνο μια εξουσιαστική περσόνα σαν την Ντάμα Πίκα τα ανιχνεύει σωστά, επειδή γνωρίζει ότι δεν υποπίπτει ποτέ σε ηττοπαθή θέση, στο πλαίσιο της αντιπαλότητάς της με μιαν ανίσχυρη.
Η Εύα Σιμάτου καταφέρνει το αξιοθαύμαστο, να παίζει μεγάλο μέρος του ρόλου της υψωμένη στις πουέντ της και πείθοντας τον θεατή ότι ο πόνος της ψυχής της είναι μεγαλύτερος από την καταπόνηση των ακροδακτύλων της. Ο Νίκος Αλεξίου προσθέτει την πιο ευπρόσδεκτη βεντάλια παιχνιδιάρικων αποχρώσεων της ψυχραιμίας, ενόσω επιδιώκει να τη διατηρήσει με χάρη κι ενώ βρίσκεται υπό πίεση – κάτι που γίνεται ιδιαιτέρως αισθητό στον ρόλο του χαρτοπαίκτη Τσεκαλίνσκι.
Κατά τα άλλα, τα σκαρφαλώματα των ηθοποιών στις τσιμεντοκολόνες του θεάτρου είναι φόρμες που στη συγκεκριμένη παράσταση δεν διακρίνεται ποια είναι η δραματουργική λειτουργία τους κι έτσι φαντάζουν ως διακοσμητικού χαρακτήρα. Το ίδιο ισχύει και για την επιλογή τα δραματικά πρόσωπα να μιλούν για τον εαυτό τους στο τρίτο πρόσωπο. Είναι ένα σχήμα που δεν μπορεί να εκληφθεί ως δημιουργική «απόσταση» του ηθοποιού από τον ρόλο, επειδή είναι πια συνυφασμένο με μια πολύ μπανάλ μόδα που καθιερώθηκε στα πεδία του πρωταθλητισμού.
07.04.2026, Κωνσταντινίδης Γιάννης «Κόβοντας την τράπουλα του Πούσκιν βγαίνει πάντα ο φάντης μπαστούνι», Η Καθημερινή
Για το link πατήστε εδώ
-
«Ντάμα Πίκα» | Κριτική
Η νουβέλα «Ντάμα Πίκα» του Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν αφηγείται την ιστορία του Χέρμαν, ενός φιλόδοξου και ψυχρού αξιωματικού του Μηχανικού, ο οποίος στοιχειώνεται από τον μύθο ενός μυστικού τριών αλάνθαστων τραπουλόχαρτων που εξασφαλίζουν βέβαιο κέρδος στο παιχνίδι. Το μυστικό κατέχει ή τουλάχιστον φημολογείται πως κατέχει μια ηλικιωμένη κόμισσα, η Άννα Φεντότοβνα. Ο Χέρμαν προσεγγίζει την προστατευόμενή της, Λιζαβέτα, με μοναδικό σκοπό να φτάσει στην κόμισσα. Την εκφοβίζει για να αποσπάσει το μυστικό, αλλά εκείνη πεθαίνει από τον τρόμο. Αργότερα, εμφανίζεται στο όνειρό του και του αποκαλύπτει τα τρία «τυχερά» χαρτιά: Τρία, Επτά, Άσσος. Στο παιχνίδι, τα δύο πρώτα χαρτιά κερδίζουν. Στο τρίτο όμως, αντί για Άσσο, εμφανίζεται η Ντάμα Πίκα και ο Χέρμαν χάνει τα πάντα, οδηγούμενος στην ηθική κατάρρευση, την ενοχή και την παράνοια.
Το έργο, κορυφαίο δείγμα ρωσικού ρομαντισμού με έντονα στοιχεία γοτθικού και ψυχολογικού ρεαλισμού, γράφτηκε στην Αγία Πετρούπολη της τσαρικής Ρωσίας το 1834, σε μια κοινωνία όπου η αριστοκρατία ζούσε σε παρακμή αλλά διατηρούσε ακόμη ισχύ, ο τζόγος αποτελούσε αγαπημένη διασκέδαση των ανώτερων τάξεων και η πίστη στο μεταφυσικό συνυπήρχε με τον ορθολογισμό του Διαφωτισμού. Ενέπνευσε πλήθος καλλιτεχνικών έργων, με κορυφαία την όπερα του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, η οποία παρουσιάστηκε το 1890 και προσέδωσε στο έργο έντονη ρομαντική δραματικότητα. Έκτοτε, το έργο διασκευάστηκε στο θέατρο και τον κινηματογράφο, επιβεβαιώνοντας την πολυεπίπεδη ερμηνευτική δυναμική του, αφού μιλάει για την λατρεία του γρήγορου πλουτισμού, την ψευδαίσθηση του απόλυτου ελέγχου, την αυτοκαταστροφική φύση της εμμονής, την ηθική αποσύνθεση του σύγχρονου ανθρώπου.
O Στάθης Λιβαθινός έπλασε ένα σκοτεινό παραμύθι, όπου το παιχνίδι της τύχης μετατρέπεται σε παιχνίδι της μοίρας και ο άνθρωπος γίνεται θύμα της απληστίας του. Η παράσταση ανέδειξε την αμφισημία μεταξύ λογικού και μεταφυσικού, παρεισφρέοντας ένα πρόσωπο-κομπέρ που κινεί τα νήματα με τρόπο σαρδόνιο. Φώτισε τον ορθολογιστή Χέρμαν ως τραγικό πρόσωπο, παγιδευμένο στην ίδια του την ιδέα. Έπαιξε με την εμφάνιση της μυστηριώδους Κόμισσας, που θα μπορούσε να είναι φάντασμα ή προϊόν ενοχής. Η τελική ανατροπή είχε σχεδόν σαρκαστική διάσταση, σαν να γελάει η μοίρα με την ανθρώπινη αλαζονεία.
Η σκηνογραφική επιλογή του καρουζέλ από την Ελένη Μανωλοπούλου ήταν ένα από τα πιο ισχυρά στοιχεία της παράστασης. Συνδύαζε λειτουργικότητα, αισθητική συνοχή και βαθύ συμβολισμό. Ένας μηχανισμός της μοίρας που περιστρεφόταν αδιάκοπα, παρασύροντας πρόσωπα και συνειδήσεις. Τα κοστούμια με την υπογραφή της ίδιας είχαν ενδιαφέρον.
Οι υποβλητικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, η μουσική του Νέστορα Κοψιδά και ο ιδιαίτερος ηχητικός σχεδιασμός του Τηλέμαχου Μούσα, η επιμέλεια κίνησης της Άννας Μάγκου υπηρέτησαν την ατμόσφαιρα κατά το δοκούν.
Η Μπέττυ Αρβανίτη ήταν η επιβλητική «Ντάμα Πίκα», που ισορροπούσε ανάμεσα στη σωματική ευθραυστότητα και την πνευματική ισχύ. Η μυστηριώδης γηραιά Κόμισσα, ενσάρκωση μιας εποχής που αρνείται να σβήσει, εκπροσωπούσε το άγνωστο, το πεπρωμένο, αλλά και την τιμωρία της ύβρης.
Ο Γιάννης Σύριος παρέδωσε μια ερμηνεία με ένταση και ψυχολογικό βάθος. Ο «Χέρμαν» δεν ήταν απλώς ένας χαρτοπαίχτης, αλλά ο άπληστος άνθρωπος, που πίστεψε πως μπορεί να «ξεγελάσει» τη μοίρα μέσω της γνώσης και του υπολογισμού και κατέληξε να ηττηθεί από τον ίδιο του τον νου.
Η Εύα Σιμάτου αποτύπωσε με ευαισθησία και αθωότητα την πορεία της «Λιζαβέτα» από την ελπίδα στη συντριβή. Δεν ήταν απλώς το θύμα της υπόθεσης, αλλά η τραγική φιγούρα που συνειδητοποιεί την εργαλειοποίησή της.
Η Δήμητρα Χατούπη ταίριαξε γάντι στον ρόλο της υποχθόνιας κομπέρ. Μια dark persona, το πρόσωπο-κλειδί που σχολίαζε, έκοβε και έραβε, συνδυάζοντας αφηγηματική δύναμη και σκηνική ένταση, χωρίς να διολισθαίνει σε επιτήδευση.
Ο πάντα καλός Νίκος Αλεξίου κινήθηκε ευθύβολα στους ρόλους του και ο Παναγιώτης Καμμένος ήταν συνεπής ως εγγονός της Κόμισσας.
Ο Λιβαθινός συνδύασε το υπερφυσικό στοιχείο με τον ψυχολογικό ρεαλισμό, παραδίδοντας μία παράσταση με θετικό πρόσημο. Μια παραμυθοκατάσταση.
07.03.2026, Καρρά Ντίνα «Ντάμα Πίκα | Κριτική»,www.onlytheater.gr
Για το link πατήστε εδώ
-
«Ντάμα Πίκα», Αλ.Πούσκιν, Στ. Λιβαθινός: τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής (της Όλγας Σελλά)
Ένα μεγάλο τραπέζι χαρτοπαιξίας μας υποδέχεται στη σκηνή του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας καθώς μπαίνουμε προς την πλατεία. Η τύχη, το κυνήγι του χρήματος και η απληστία συμβολοποιούνται σ’ αυτό το τραπέζι, αλλά και στη νουβέλα του Αλεξάντρ Πούσκιν, «Ντάμα Πίκα», που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού.
«Η ‘Ντάμα Πίκα’ γράφτηκε το 1833, κατά τη διάρκεια της παραμονής του Αλεξάντρ Πούσκιν (1799-1837) στο πατρικό του σπίτι στο Μπόλντινο. Η ιστορία δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Biblioteka Dlya Cbteniya το 1834 και σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Η μυστηριώδης αυτή ιστορία, η οποία διαδραματίζεται την εποχή του συγγραφέα, περιστρέφεται γύρω από έναν νεαρό αξιωματικό του μηχανικού, τον Χέρμαν, ο οποίος, μολονότι δεν παίζει ποτέ χαρτιά, παρευρίσκεται σε κάθε παιχνίδι και παρακολουθεί τους παίκτες. Ένα βράδυ, ένας από τους αξιωματικούς, ο Τόμσκι, αποκαλύπτει μια μυστηριώδη ιστορία για τη γιαγιά του, η οποία, όταν ήταν νέα έχασε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στο Παρίσι, όταν ο σύζυγός της αρνήθηκε να εξοφλήσει το χρέος της, η Κόμισσα στράφηκε για βοήθεια στον τυχοδιώκτη Κόμη του Σεν Ζερμέν. Εκείνος, αντί να της δανείσει χρήματος, της αποκάλυψε τρία μυστικά χαρτιά με τα οποία κέρδισε όλα όσα είχε χάσει. Αφού ξεπλήρωσε το χρέος της, η Κόμισσα Άννα Φεντότοβνα, δεν ξαναέπαιξε ποτέ χαρτιά. Ακούγοντας την ιστορία ο Χέρμαν καταλαμβάνεται από έμμονη ιδέα να μάθει το μυστικό και αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τη νεαρή προστατευόμενη της Κόμισσας, τη Λιζαβέτα, για να την προσεγγίσει. Προσποιείται ότι είναι ερωτευμένος με τη Λιζαβέτα, ανταλλάσσει γράμματα μαζί της, και καταφέρνει να μπει στο σπίτι και να φτάσει στο δωμάτιο της γηραιάς Κόμισσας, ζητώντας της να του πει τα τρία τυχερά τραπουλόχαρτα. Η Κόμισσα αρνείται, λέει ότι είναι ένα αστείο, ο Χέρμαν εκνευρίζεται και την απειλεί. Η γηραιά Κόμισσα πεθαίνει και ο Χέρμαν νιώθει τύψεις…» σημειώνεται σ’ ένα από τα πολλά κείμενα του φροντισμένου προγράμματος της παράστασης.
Κι από αυτό το σημείο, κυρίαρχη θέση στη νουβέλα του Αλεξάντρ Πούσκιν παίρνει η φαντασία (που ζωντανεύει τις επιθυμίες ή τους φόβους μας) και η ενοχή (που δημιουργεί διάφορες καταστάσεις στο μυαλό), που οδηγούν, όταν χαθεί ο έλεγχος, κατευθείαν στον παραλογισμό. Ο Χέρμαν κερδίζει με τα πρώτα δύο τραπουλόχαρτα, αλλά ενώ νομίζει ότι κρατάει στο χέρι του τον άσο, κρατάει την Ντάμα Πίκα, που «συμβολίζει την κρυφή μοχθηρία» κι έχει την ίδια ακριβώς όψη με την Κόμισσα Άννα Φεντότοβνα . Και ο μέχρι εκείνη τη στιγμή ορθολογικός και ωφελιμιστής Χέρμαν, που όταν έβλεπε χαρτοπαιξία έλεγε «δεν μπορώ να ρισκάρω το αναγκαίο, ευελπιστώντας το εφικτό», γίνεται έρμαιο των ψευδαισθήσεων, της τύχης, των χειριστικών πρακτικών, των ανήθικων σκοπών εντέλει, κυνηγώντας την κυριαρχία και την υπεροχή. Μια ιστορία που, αναμφίβολα, γίνεται ο πρόδρομος δύο κορυφαίων έργων του Φ. Ντοστογιέφσκι: «Έγκλημα και τιμωρία και «Ο παίκτης».
Αυτή είναι η νουβέλα του Αλεξάντρ Πούσκιν, με πολλές κρυμμένες όψεις των ανθρώπινων συμπεριφορών κάτω από την απλή και ρομαντική ιστορία του. Κι αυτή την ιστορία θέλησε να ζωντανέψει ο Στάθης Λιβαθινός, επιβεβαιώνοντας, με αυτή την επιλογή, την αταλάντευτη κατεύθυνση των ξεχωριστών καλλιτεχνικών επιλογών του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας από το 1987, οπότε το ανέλαβαν η Μπέττυ Αρβανίτη και ο Βασίλης Πουλαντζάς, μέχρι σήμερα.
Προσπάθησε, επί σκηνής, να συνενώσει το ρεαλιστικό και το φανταστικό–μεταφυσικό ο Στάθης Λιβαθινός, ακριβώς για να αγγίζει το ύφος και το περιεχόμενο της νουβέλας. Έβαλε γι’ αυτόν τον λόγο έναν εμβόλιμο ρόλο στην παράσταση, που ερμήνευσε η Δήμητρα Χατούπη, αποδίδοντας όλες τις αποχρώσεις του δέους και της ανατριχίλας, δημιουργώντας να πρόσωπο που τρομάζει, προβλέπει και κινεί τα νήματα, ακριβώς όπως κινεί το περιστρεφόμενο, σαν καρουζέλ, σκηνικό, που ήταν το κάστρο και το οχυρό της Κόμισσας Άννας Φεντότοβνα, την οποία υποδύθηκε θαυμάσια η Μπέττυ Αρβανίτη.
Με τη σκηνική της εμπειρία και άνεση, η Μπέττυ Αρβανίτη απέδωσε όλες τις πτυχές αυτής της περίπλοκης προσωπικότητας: ήταν αμείλικτη, ταπεινωτική, κακομαθημένη, παιχνιώδης, χειριστική, τρομαγμένη, εκδικητική.
Σε πολύ καλή στιγμή η Εύα Σιμάτου, η προστατευόμενη της Κόμισσας. Ήταν η όψη του ρομαντισμού και ο αδύναμος κρίκος ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν άλλους ηθικούς κανόνες και αρχές και δεν διστάζουν να χρησιμοποιούν τους άλλους. Την ταπείνωσε η Κόμισσα, την χρησιμοποίησε ο Χέρμαν.
Ο Γιάννης Σύριος ως Χέρμαν ήταν περισσότερο πειστικός ως ορθολογιστής και λιγότερο ως καιροσκόπος και χειριστικός. Απέδωσε όμως καλά την ένταση της τελευταίας σκηνής, όταν προσπαθεί να αξιοποιήσει το μυστικό της Κόμισσας, «μονομαχώντας» χαρτοπαικτικά και καταρρέοντας ψυχολογικά.
Ο Νίκος Αλεξίου κινήθηκε με άνεση στους διαφορετικούς ρόλους που ανέλαβε και ήταν πολύ καλός στη σκηνή της χαρτοπαικτικής μονομαχίας του τέλους ως Τσεκαλίνσκι.
Ο Παναγιώτης Καμμένος, τέλος, ως εγγονός της Κόμισσας Άννας Φεντότοβνα ήταν η φωνή του ρεαλισμού, της πληθωρικής και γήινης πλευράς της ζωής.
Σταθερή συνεργάτιδα επί χρόνια του Στάθη Λιβαθινού, η Ελένη Μανωλοπούλου υπογράφει και πάλι τα σκηνικά. Δικό της έργο είναι το καρουζέλ που δεσπόζει στη σκηνή. Κι αν το καρουζέλ που είχε όλα τα χρειαζούμενα και τα περιττά που διαθέτει μια πληθωρική προσωπικότητα –όπως η γηραιά Κόμισσα– ανακατεμένα, είναι μία ακόμη ωραία στιγμή της Ελένης Μανωλοπούλου που υπογράφει και πάλι το σκηνικό, το τραπέζι της χαρτοπαιξίας που κινούνταν σε όλη τη σκηνή του θεάτρου και στην επιφάνειά του διαδραματίστηκε η πιο έντονη και καθοριστική σκηνή της παράστασης, (όταν ο Χέρμαν προσπαθεί να πιάσει την καλή), κυριαρχούσε ως αντικείμενο, σε βαθμό που δημιουργούσε ένα αίσθημα ασφυξίας στην πλατεία (υποθέτω και στη σκηνή). Φώτα, μουσική, κίνηση, ήχος, κινήθηκαν με συνέπεια στο περιβάλλον της παράστασης.
Μιας παράστασης που προσπάθησε να αγγίξει και να δείξει την πολυμορφία του κειμένου του Πούσκιν –και τον ρεαλισμό, και τον ρομαντισμό, και το φανταστικό, και το μυστήριο– όχι πάντα με την ίδια ευκρίνεια. Κι έτσι δεν αναδείχθηκαν γλαφυρά οι δρόμοι των σκοταδιών της ανθρώπινης συμπεριφοράς, οι αναπάντεχες αλλαγές της συμπεριφοράς τους, οι λόγοι που κινητοποιούν τον καιροσκοπισμό τους.
02.03.2026, Σελλά Όλγα «Ντάμα Πίκα, Αλ.Πούσκιν, Στ. Λιβαθινός: τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής (της Όλγας Σελλά)», www.oanagnostis.gr
Για το link πατήστε εδώ