Μολιέρος (Εταιρία υποκριτών) – Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ

2004

Εθνικό Θέατρο – Γκαράζ

Έναρξη:19 Νοεμβρίου 2004

Λήξη: 22 Μαΐου 2005

 

Εταιρεία υποκριτών ή Μολιέρος

Το έργο του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ Εταιρεία υποκριτών, πιο γνωστό ίσως με τον δεύτερο τίτλο του: Μολιέρος, ανέβηκε στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας στις 16 Φεβρουάριου 1936. Όμως, υστέρα από ένα λιβελογραφικό άρθρο της Πράβδας, εφημερίδας του κόμματος, στις 9 Μαρτίου με τίτλο «Εξωτερική λάμψη και ψευδολογικό περιεχόμενο», το έργο κατέβηκε άρον άρον, έχοντας κάνει συνολικά επτά παραστάσεις. Και ενώ στο Βερολίνο είχε δημοσιευτεί ήδη από το 1932 μετάφραση του έργου στα γερμανικά, στα ρωσικά το έργο τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1962, τριάντα χρόνια μετά. Διόλου περίεργο, αν αναλογιστεί κανείς τις περιπέτειες από τις οποίες είχε περάσει το έργο μέχρι να καταφέρει να κάνει εκείνες τις επτά παραστάσεις.

Ο Μπουλγκάκοφ άρχισε να γράφει το έργο τον Οκτώβριο του 1929. Το Δεκέμβριο τελείωσε το πρώτο χέρι. Τον Ιανουάριο το διάβασε στο Θέατρο Τέχνης, το οποίο δέχτηκε αμέσως να το ανεβάσει. Ωστόσο η επιτροπή λογοκρισίας είχε διαφορετική γνώμη, και το Μάρτιο απαγόρευσε το έργο. Αυτό το γεγονός στάθηκε η αιτία να γράψει ο Μπουλγκάκοφ μια επιστολή στην κυβέρνηση της ΕΣΣΔ ζητώντας ή να του επιτρέψουν να φύγει στο εξωτερικό ή να του δώσουν τα μέσα να ζήσει στην πατρίδα του. Μετά από αρκετές διορθώσεις και κοψίματα στο κείμενο, τον Οκτώβριο του 1931 η Λογοκρισία επέτρεψε να παιχτεί το έργο, αλλά μόνο στη Μόσχα και στο Λένινγκραντ. Κατ’ απαίτηση της Λογοκρισίας, επίσης, το έργο κράτησε μόνο τον τίτλο Μολιέρος. […]

Καρατζάς Λεωνίδας, Σχετικά με τον Μολιέρο. Από το πρόγραμμα της παράστασης, σελ. 19.

Πηγή: Εθνικό Θέατρο

Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς
Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός
Μετάφραση στίχων: Στρατής Πασχάλης
Κείμενα τραγουδιών: Στρατής Πασχάλης
Σκηνογραφία: Θάλεια Ιστικοπούλου
Ενδυματολόγος: Θάλεια Ιστικοπούλου
Συνθέτης: Θoδωρής Αμπαζής
Χορογράφος: Κυριάκος Κοσμίδης
Υπεύθυνος κίνησης: Κυριάκος Κοσμίδης
Υπεύθυνος φωτισμών: Ζαφείρης Επαμεινώνδας
Ξιφασκία: Γεννάδιος Πάτσης
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία Σαββίδου | Ναταλία Στυλιανού
Βοηθός σκηνογράφου: Τατιάνα Σουχορούκωφ
Βοηθός φωτιστή: Θοδωρής Μιχόπουλος
Μουσικός (βιολί): Πέτρος Γιωρκάτζης
Μουσικός (βιολοντσέλο): Μαριλή Μήλια
Μουσικός (τσέμπαλο): Άρης Τρουπάκης

Διανομή

Σαρλ Βαρλέ ντε Λαγκράνζ, ηθοποιός με το παρατσούκλι “Γραμματικός”: Βασίλης Ανδρέου
Μαρκήσιος ντε Λεσάκ, τζογαδόρος: Νίκος Γιαλελής
Μαρκήσιος ντ’ Ορσινύ, ξιφομάχος, ο επονομαζόμενος “Μονόφθαλμος”: Στάθης Γράψας
Ζαν-Ζακ Μπουτόν, υπηρέτης του Μολιέρου, τεχνικός σκηνής, φωτιστής: Γιώργος Δάμπασης
Ζαν-Μπατίστ Ποκλέν ντε Μολιέρ, διάσημος θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός: Δημήτρης Ήμελλος
Λουδοβίκος ΙΔ΄, ο επονομαζόμενος “Βασιλιάς Ήλιος” της Γαλλίας: Νίκος Καρδώνης
Μαρκήσιος ντε Σαρόν, αρχιεπίσκοπος Παρισίων: Γιάννης Μαυριτσάκης | Στάθης Λιβαθινός
Αρμάντ Μπεζάρ ντε Μολιέρ, ηθοποιός: Μαίρη Μπουγά | Ελένη Ρουσσινού
Άγνωστη με μάσκα: Μαίρη Μπουγά | Ελένη Ρουσσινού
Αυλική: Μαίρη Μπουγά | Ελένη Ρουσσινού
Ο δίκαιος παπουτσής, γελωτοποιός του βασιλιά: Δημήτρης Παπανικολάου
Τσαρλατάνος με κλαβεσέν: Γεννάδιος Πάτσης
Πατέρας Βαρθολομαίος, πλανόδιος ιεροκήρυκας: Γεννάδιος Πάτσης
Αδελφός Πίστη, μέλος της Αδελφότητας των Ιερών Γραφών: Νίκος Πυροκάκος
Αυλικός: Νίκος Πυροκάκος
Μαντλέν Μπεζάρ, ηθοποιός: Μαρία Σαββίδου | Σοφία Τσινάρη
Μαριέτ Ριβάλ, ηθοποιός: Ναταλία Στυλιανού
Αδελφός Δύναμη, μέλος της Αδελφότητας των Ιερών Γραφών: Στράτος Σωπύλης
Αυλικός : Στράτος Σωπύλης
Φιλιμπέρ ντε Κρουαζύ, ηθοποιός: Άρης Τρουπάκης
Ζαχαρίας Μουαρόν, ρομαντικός ηθοποιός: Γιώργος Φριντζήλας

  • Είμαστε υποανάπτυκτη χώρα πολιτιστικά

    Ο Δημήτρης Ήμελλος προτείνει την καλλιέργεια της γνώσης και την ανάγκη καλλιτεχνικής παιδείας

    «Μπορεί να καταγόμαστε από τον Αισχύλο, αλλά στο επίπεδο είμαστε υποανάπτυκτη χώρα». Λόγια του ηθοποιού Δημήτρη Ήμελλου, ο οποίος όμως, αν και πατά το θεατρικό σανίδι επτά μόλις χρόνια, έχει καταγράψει στο ενεργητικό του ουκ ολίγες επιτυχίες και έχει αποσπάσει τις εγκωμιαστικές κριτικές κοινού και κριτικών.

    Δεν είναι τυχαίο ότι το 2002 τιμήθηκε με το βραβείο «Δημήτρης Χορν» για την ερμηνεία του στην «Φρεναπάτη» του Κούσνερ.

    Αυτό τον καιρό εμφανίζεται σε δύο παραστάσεις στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Παίζει στο «Αυτό που δεν τελειώνει – Η ποίηση στον εικοστό αιώνα», ενώ κρατά τον ομώνυμο ρόλο στον «Μολιέρο» του Μπουλγκάκοφ, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού.

    «Ο Ρώσος συγγραφέας παρακολουθεί ένα κομμάτι από τη ζωή του μεγάλου Γάλλου δραματουργού. Ο Μολιέρος είναι ένας άνθρωπος του θεάτρου. Δημιούργησε και διαμόρφωσε ένα τεράστιο κομμάτι του θεάτρου και όσοι ασχολούμαστε με το θέατρο του οφείλουμε ένα μέρος της ύπαρξής μας. Ο Μολιέρος ταυτίζεται με το όνειρο και τον εφιάλτη κάθε ταμένου ανθρώπου, αφού πέθανε πάνω στη σκηνή», λέει ο Δημήτρης Ήμελλος.

    -Είναι και δικό σου όνειρο και εφιάλτης;
    Ποιος δε θέλει να πεθάνει την ώρα που κάνει έρωτα; Είναι τύχη, κατά κάποιον τρόπο, γιατί είναι θάνατος πάνω σε οργασμική στιγμή.

    -Σημαίνουν κάτι τα βραβεία για σένα;
    Τα βραβεία είναι ένα φλας μιας στιγμής. Η ζωή όμως δεν στέκεται στα βραβεία. Και ο ηθοποιός δίνει κάθε μέρα εξετάσεις. Την άλλη μέρα… λες: ποιος είναι αυτός; Το κοινό είναι αδυσώπητο. Και κυρίως το θεατρικό κοινό που είναι διψασμένο. Σε αντίθεση με το τηλεοπτικό, αφήνει τη ζεστασιά του σπιτιού του, την καλοπέρασή του και χώνεται σε μια αίθουσα για να σε συναντήσει. Αυτή ακριβώς η πράξη, να λογοδοτείς κάθε φορά με τους θεατές, είναι πιο προκλητική από το βραβείο. Αν με δείτε σε παραστάσεις που δεν πήγαν καλά, είμαι “άρρωστος” χάλια.

    -Νιώθεις δικαιωμένος που κατάφερες να γίνεις γνωστός μέσα σε λίγα χρόνια καλλιτεχνικής πορείας;
    Γνωστός στο θεατρικό χώρο. Γιατί το “γνωστός” σήμερα σημαίνει τηλεόραση και είναι μια άλλου είδους δημοσιότητα.

    -Η αλήθεια είναι ότι δεν έχεις κάνει τηλεόραση…
    Δεν το επιδιώκω. Είμαι άνθρωπος που τον απορροφά αυτό που κάνει. Και η τηλεόραση πρέπει να βρει τρόπο να με απορροφήσει. Αυτή τη στιγμή έχω ρίξει τις δυνάμεις μου στο θέατρο και στη διδασκαλία στη δραματική σχολή. Δεν θέλω να κάνω τηλεόραση παρεμπιπτόντως.

    -Έχεις σπουδάσει στη Μόσχα. Τελικά, είναι μεγάλη διαφορά της διδασκαλίας από τις εδώ δραματικές σχολές;
    Οι δραματικές σχολές στην Ελλάδα, βρίσκονται σε πρωτόγονη κατάσταση. Όπως γενικότερα η θεατρική παιδεία. Δεν νομίζω ότι λέγοντάς το αναταράζω κάποια νερά, είναι γνωστό και υπαρκτό. Συμπληρώνεται μέσω της εμπειρίας στο σανίδι, από την ιδιοτροπία του καθενός να αντιλαμβάνεται και να σπρώχνει τα πράγματα, αλλά και με το να πηγαίνει κανείς ίσως στο εξωτερικό σε προηγούμενα συστήματα, που μπορούν να σου προσδώσουν και να σου μεταφυτεύσουν μια βαθύτερη γνώση στο αντικείμενό σου. Στη χώρα μας η γνώση είναι κατά κύριο λόγο εμπειρική. Δεν έχει τίποτα κακό η εμπειρική γνώση. Και ο Μολιέρος ένας εμπειρικός άνθρωπος ήταν.
    Δεν σπούδασε πουθενά. Πέρασε δέκα χρόνια από τη ζωή του σε περιοδείες, έφαγε βραστά μήλα στη μούρη, ντομάτες, γιούχα… και έτσι έμαθε θέατρο. Ύστερα ήρθε και το χειροκρότημα.

    -Και παλιοί μεγάλοι άξιοι πρωταγωνιστές, δεν είχαν πάει σε δραματική σχολή…
    Μα και τότε που υπήρχε μόνον η εμπειρία, υπήρχε μια εποχή που γέμισε αυτούς τους ανθρώπους. Παράλληλα με εκείνους, υπήρχε ένας Κάρολος Κουν, ένας Ροντήρης, ένας Τσαρούχης, ο Χατζιδάκις, ο Γκάτσος κ.ά. Ήταν μια εποχή που αναζητούσε πράγματα πολιτικά και κοινωνικά.

    Ήταν μια Ελλάδα σε αναταραχή και εγρήγορση, που γεννιόταν από τις στάχτες ενός πολέμου. Η δημιουργία ήταν αυτονόητη, αφού ήταν τα πάντα κατεστραμμένα. Σήμερα, ζούμε στο 2005 και χρειαζόμαστε γνώση. Και θα έπρεπε να έχουμε μια Ακαδημία Θεάτρου. Υπάρχει, βέβαια, Τμήμα θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο, αλλά οι γνώσεις είναι θεωρητικές.

    05.03.2005, Ξηνταράς Σταύρος «Είμαστε υπανάπτυκτη χώρα πολιτιστικά…», Απογευματινή.

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Στάθης Λιβαθινός: Η αληθινή αμοιβή μου είναι αόρατη

    Μέσα στο μαύρο και το γκρι που σκεπάζουν απ’ άκρη σ’ άκρη το υπόγειο του «Εθνικού Θεάτρου», πάνω σ’ έναν μπετονένιο τοίχο με σημειώματα της διεύθυνσης, στίχους του Μπουλγκάκοφ και τα ωράρια για τις πρόβες για τις φετινές παραστάσεις της «Πειραματικής Σκηνής», έχει ξεμείνει μια κόκκινη καρικατούρα του Τζορτζ Μπους, ένα αυτοκόλλητο – έκκληση να σταματήσει ο πόλεμος στο Ιράκ αμέσως.

    Περιμένοντας τον Στάθη Λιβαθινό, τον εμψυχωτή της «Πειραματικής» από το 2001, και ταξιδεύοντας συνειρμικά στις ΗΠΑ, αναρωτιέμαι τι θ’ απαντούσε ο ίδιος σ’ ένα υποθετικό ταξίδι πάνω από τον Ατλαντικό, αν εκείνος τον ρωτούσε «What’ s your job?» – «Με τι ασχολείσαι;».

    «Χρειάζονται πού και πού τέτοιες συναντήσεις… έξω από την κουζίνα, λειτουργούν σαν καθρέφτες!» απαντάει χαμογελώντας λίγα λεπτά αργότερα.

    «Ε, λοιπόν, θα προσπαθούσα να τον νανουρίσω λέγοντάς του ότι ανεβάζω παραστάσεις, ότι συναντάω ζωντανούς και πεθαμένους, ότι προσπαθώ να παρηγορήσω και να διασκεδάσω τον κόσμο, ότι δουλεύω με ανθρώπους που τους έχω και με έχουν επιλέξει. Θα του έλεγα ότι κάνω μια δουλειά δύσκολη αλλά πολύ ευχάριστη. Κι ότι δίνω περισσότερα απ’ όσα παίρνω , επειδή η πραγματική μου αμοιβή είναι αόρατη και σχετική. Με την ευκαιρία, σας πληροφορώ ότι τελευταία ταξιδεύω συχνά στην Αμερική!».

    Πράγματι εδώ και τρία χρόνια, ο Λιβαθινός συνεργάζεται με το «American Repertory Theatre» του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, γεγονός που εν πολλοίς οφείλεται στην παιδεία που απέκτησε ο ίδιος μεταξύ 1984 – 1990 στο «Θέατρο Τέχνης της Μόσχας». ο παλιός μαθητής του Πέλου Κατσέλη και του Αντρέι Κοντσαρόφ διδάσκει σε μετεκπαιδευμένους σκηνοθέτες και ηθοποιούς απ’ όλον τον κόσμο, «η πορεία των οποίων είναι προδιαγεγραμμένη: ετοιμάζονται να κατακτήσουν τη Νέα Υόρκη». Συγκρίνοντάς τους όμως με τους μαθητές στην «Πειραματική», θεωρεί ότι «οι δικοί μας είναι πιο δοσμένοι στην υπόθεση του θεάτρου. Ότι τους λείπει σε χρήματα τους περισσεύει σε πάθος».

    Στο φως του Μάνου Κατράκη

    Γεννημένος το ’60 στα Εξάρχεια, ο Λιβαθινός είχε την τύχη να μεγαλώσει μέσα σε μια οικογένεια που περιστρέφονταν γύρω από τη φωτεινή προσωπικότητα του Μάνου Κατράκη. Για τον «διαολάκο» που στην πρώτη του σχολική παράσταση το ‘σκασε κι απήγγειλε το ποίημα μόνος του, βουτηγμένος… στο σιντριβάνι της αυλής, το θέατρο ήταν από ένα σημείο κι έπειτα μονόδρομος. Η φυσική παρουσία του θείου του υπήρξε καθοριστική: «Ως τα 24 μου, ήμασταν πολύ δεμένοι. Προλάβαμε να εμφανιστούμε μαζί στη ‘Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη’ του Βρεττάκου. Μια βδομάδα όμως μετά την αναχώρησή μου για την Ρωσία, πέθανε».

    Πόσα δεν πρόλαβε να δει ο Κατράκης… Τον Λιβαθινό να παίζει Ίψεν («Ρόσμερσχολμ») και να σκηνοθετεί Δημητριάδη («Πεθαίνω σα χώρα»), να συμμαχεί με τον Δημήτρη Τάρλοου και την Ταμίλα Κουλίεβα («Το κτήνος στο φεγγάρι»), να φλερτάρει επιλεκτικά με τον κινηματογράφο (σε ταινίες του Νίκου Παναγιωτόπουλου), να θριαμβεύει ανεβάζοντας Σέξπιρ («Αγάπης Αγώνας Άγονος»), να καταποντίζεται με τη «Μήδεια» στην Επίδαυρο. Και πάνω απ’ όλα, ίσως, να μεταμορφώνει την παραπεταμένη ως τότε «Πειραματική Σκηνή του Εθνικού» σε φυτώριο ταλαντούχων ηθοποιών, να την προικίζει με εναλλασσόμενο ρεπερτόριο και εργαστήρι σκηνοθεσίας, να την «ανοίγει» επιτέλους στο κοινό και προσπαθεί –μέσα από τη δουλειά του σ’ αυτήν- να πείσει τους ιθύνοντες για την αναγκαιότητα ίδρυσης μιας Θεατρικής Ακαδημίας.

    Φέτος, παράλληλα με την επανάληψη των πέντε παραστάσεων που σκηνοθέτησαν οι πρώτοι απόφοιτοι του εργαστηρίου της, η «Πειραματική Σκηνή» παρουσιάζει, σκηνοθετημένο από τον ίδιο τον Λιβαθινό, το άπαιχτο ως τώρα στην Ελλάδα έργο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ «Μολιέρος», όπου συμμετέχει το μισό περίπου δυναμικό της: είκοσι ηθοποιοί, με τον τιμημένο με το βραβείο Χορν Δημήτρη Ήμελλο, τον δις γι’ αυτό Νίκο Καρδώνη και τον Γιάννη Μαυριτσάκη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

    Δεν είναι τυχαίο που ο περιφρονημένος από το σταλινικό καθεστώς δημιουργός του «Ο Μετρ και η Μαργαρίτα» (1891-1940), ο θεωρούμενος σήμερα σημαντικότερος των Ναμπόκοφ και Πάστερνακ, ανέπλασε και θεατρικά μυθιστορηματικά τον βίο του Μολιέρου, Όπως ο τελευταίος, επιτιθέμενος διαδοχικά στους γιατρούς, τους αυλικούς και τους αριστοκράτες, προκάλεσε το μίσος τους και την πρόωρη εξόντωσή του, έτσι κι ο Μπουλγκάκοφ πέθανε το 1940, στα 49 του, βλέποντας τα χειρόγραφά του να στοιβάζονται ανέκδοτα και τα θεατρικά του έργα ν’ απορρίπτονται διαρκώς. «η σύγκρουση ενός τέτοιου αστραφτερού μυαλού με την εποχή ήταν μοιραία. Ίσως δεν υπήρξε πιο αδικημένος συγγραφέας απ’ αυτόν» λέει ο Λιβαθινός.

    Από τα σημαντικότερα θεατρικά του Μπουλγκάκοφ, ο «Μολιέρος ή η Εταιρεία Υποκριτών» γράφτηκε το 1930, ετοιμαζόταν επί έξι χρόνια στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, και στην έβδομη μόλις παράστασή του κατέβηκε…

    «Πρόκειται για μια ποιητική ανάγνωση των τελευταίων δέκα χρόνων της ζωής του Μολιέρου, μια αλληγορία για την ζωή του καλλιτέχνη πάνω στην πιο επικίνδυνη στιγμή, όταν αναγνωρίζεται. Τότε που οι αποτυχίες τον πονάνε, η προσωπική του ζωή δυσκολεύει, η εξουσία θέλει να τον χρησιμοποιήσει, οι υποκριτές συνωστίζονται γύρω του, κι εκείνος εξακολουθεί να μεγαλουργεί στη σκηνή…».

    Πώς βίωσε άραγε ο Λιβαθινός τη μοναδική ως τώρα αποτυχία του, το «βατερλό» στην πρώτη του αναμέτρηση με αρχαίο κείμενο; Η «Μήδεια» που πρότεινε το καλοκαίρι του 2003 χαρακτηρίστηκε όχι απλώς κακή, αλλά αήθης, οι οποίες καινοτομίες του υβριστικές, κι ο ίδιος αντιμετωπίστηκε ως ημίτρελος και επηρμένος καλλιτέχνης, ανάξιος να προσεγγίσει ορθά τον Ευριπίδη. Με νωπές ακόμα τις αντιδράσεις, είχε αρκεστεί να δηλώσει στην «Γκάρντιαν» ότι το πρόβλημα με τους Έλληνες και την τραγωδία είναι ανάλογο με τους Εγγλέζους και τον Σέξπιρ: «Μια πολύ δυνατή παράδοση ανάμεικτη με προκαταλήψεις». Κι ότι τα σκάνδαλα είναι αναγκαία αν θέλουμε το αρχαίο δράμα ν’ ανανεωθεί.

    «Και βέβαια πικράθηκα με τη ‘Μήδεια’»

    Σήμερα που ο θόρυβος έχει καταλαγιάσει, το παραδέχεται: «Βεβαίως και πικράθηκα. Εξακολουθώ, όμως, να υπερασπίζομαι στο ακέριο εκείνη την παράσταση για τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Είμαι περήφανος για το πώς αντιμετωπίσαμε αυτήν την εμπειρία, παραμένοντας ενωμένοι. Η δουλειά μας είναι ν’ ανοίγουμε μονοπάτια, στόχος που απαιτεί λίγη παραπάνω γενναιοδωρία και μεγαλοψυχία. Εδώ ο Μολιέρος πέθανε πάνω στη σκηνή, το ‘ξύλο’ που φάγαμε θα μας πτοήσει;».

    Ο Λιβαθινός δεν μασά τα λόγια του όταν αναφέρεται στην ελλιπή καλλιτεχνική παιδεία που προσφέρει η Ελλάδα: «Επιτρέπεται η εκπαίδευση των ηθοποιών να είναι ακόμη αποτέλεσμα εμπειρικής διδασκαλίας; Η παρουσία του σκηνοθέτη το 20ο αιώνα μεταμόρφωσε το πρόσωπο του θεάτρου. Οι ανάγκες της σκηνής, οι αλήθειες της, οι κώδικές της έχουν αλλάξει. Στον σκηνοθέτη επαφίεται πια η δημιουργία σωστών πολύπλευρων ηθοποιών, πνευματικών πάνω απ’ όλα ανθρώπων. Αυτός είναι ο πρώτος και βασικός δάσκαλός τους, αλλά εμείς ακόμα ν’ αποκαλύψουμε το αυτονόητο…».

    «Η λέξη ‘Ακαδημία’», συνεχίζει, «είναι πολύ εύκολη για να προφέρεται. Για ν’ αποκτήσει όμως περιεχόμενο, δεν αρκεί η μετονομασία μιας δραματικής σχολής σε τέτοια. Από την παιδεία ξεκινάνε όλα, ένα πεδίο εντελώς άσχετο με το εμπόριο και την παραγωγή. Κάτι που απαιτεί τη στήριξη είτε ενός εμπνευσμένου εκατομμυριούχου είτε ενός πολύ εμπνευσμένου κράτους. Δυστυχώς, εδώ, πάσχουμε κι απ’ τα δυο».

    Ήδη το εργαστήρι σκηνοθεσίας και υποκριτικής της «Πειραματικής Σκηνής», για οικονομικούς λόγους –της τάξεως των 40000 ευρώ… -έπαψε φέτος να λειτουργεί. «Κρατάμε την υπόσχεση του Νίκου Κούρκουλου ότι του χρόνου θ’ ανοίξει πάλι». Ως τότε, όσοι ζουν κι εργάζονται νυχθημερόν στα έγκατα του Εθνικού, θα προσπαθούν ν’ αγγίζουν όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο. Κι όπως λέει ο Λιβαθινός, «αν αντιληφθώ πως το κοινό έπαψε να έχει απαιτήσεις από εμάς, τότε δεν μένει παρά το… μοναστήρι».

    Ο «Μολιέρος» του Μπουλγκάκοφ ανεβαίνει στην σκηνή της «Πειραματικής» (Αγ. Κωνσταντίνου 24) στις 19 Νοεμβρίου, σε μετάφραση Λ. Καρατζά, μουσική Θοδωρή Αμπατζή, σκηνικά και κοστούμια Θάλειας Ιστικοπούλου. Τους στίχους των τραγουδιών έχει μεταφράσει ο Σ. Πασχάλης. Ανάμεσα στη διανομή και οι Β. Ανδρέου, Ν. Γιαλελής, Σ. Γράψας, Ν. Στυλιανού, Μ. Μπουγά και Δ. Παπανικολάου.

    14.11.2004, Παπασπύρου Σταυρούλα «Στάθης Λιβαθινός: Η αληθινή αμοιβή μου είναι αόρατη», Ελευθεροτυπία

  • Σαρκασμός και κάθαρση – Δύο Ρώσοι στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου

    «Μολιέρος ή Εταιρεία Υποκριτών» του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ και «Με αφορμή το χιόνι που λιώνει» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου

    Μια ελεύθερη φωνή κατά τη διάρκεια της σταλινικής περιόδου. Ένας συγγραφέας που, όπως και πολλοί άλλοι, υφίστανται τις συνέπειες της ανταρσίας του. Μιλάμε για τον Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ που η σατιρική αλληγορία του «Μολιέρος ή Εταιρεία Υποκριτών» στάθηκε η αφορμή για να καταποντιστεί ο ίδιος , καλλιτεχνικά και κοινωνικά, αφού ασκούσε εμμέσως-πλην όμως σαφώς- οξύτατη κριτική στο καθεστώς.

    Το «Εταιρεία Υποκριτών» γράφτηκε το 1929-30 και ύστερα από τέσσερα χρόνια δοκιμών στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας και επανειλημμένες προστριβές με την αστυνομία ανέβηκε το 1936 για να απαγορευτεί λίγες μέρες αργότερα από την κομματική λογοκρισία. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Ο Ρώσος δραματουργός εκδιώχτηκε ανελέητα, το λογοτεχνικό του πορτρέτο αμαυρώθηκε, η δουλειά του ακυρώθηκε και εκείνος βίωσε την απόγνωση σε τέτοιο σημείο που αναγκάστηκε να παρακαλέσει την κυβέρνηση να τον μεταχειριστεί «με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, αλλά οπωσδήποτε να κάνει κάτι…».

    Τι ειρωνεία της τύχης! Στο επίμαχο έργο ανάλογη αντίδραση έχει ο Μολιέρος όταν ο Λουδοβίκος ΙΔ’ αποσύρει την προστασία του και απαγορεύει τη συνέχιση του «Ταρτούφου» στη σκηνή: «Μεγαλειότατε, επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω… Επιτρέψτε μου… Μήπως δεν σας κολάκεψα αρκετά; Δεν σας προσκύνησα αρκετά; Μεγαλειότατε, που θα βρείτε άλλον τέτοιο γλείφτη σαν τον Μολιέρο;».

    Ωστόσο τα στιγμιότυπα από τις τελευταίες ημέρες της ζωής του μεγάλου Γάλλου κωμωδιογράφου δεν είναι ιστορικώς τεκμηριωμένα. Ο Μπουλγκάκοφ τα χρησιμοποιεί για να καυτηριάσει την τυραννία, τον εξευτελισμό, τη βία, τις δολοπλοκίες, τον αυταρχισμό, τη φίμωση του ελεύθερου λόγου και της τέχνης που συνοδεύουν τα απολυταρχικά καθεστώτα.

    Πίσω από τον Λουδοβίκο κρύβεται ο Στάλιν. Πίσω από τον Μολιέρο ο εαυτός του. Έστω και αν ο Μολιέρος παρουσιάζεται σαν ένας αλαζών, αήθης καλλιτέχνης που αφ’ ενός φλερτάρει την εξουσία και αφ’ ετέρου παντρεύεται την κόρη της πρώην ερωμένης του η οποία, όπως φημολογείται, πιθανότατα είναι και δική του κόρη. Έστω και αν η εξουσία ήταν τότε στα χέρια ενός δογματικού ιερατείου που με την ύπουλη δύναμή του οδήγησε τον θεατράνθρωπο στην τελική του πτώση.

    Το μήνυμα του συγγραφέα είναι ξεκάθαρο, έτσι ώστε ούτε οι περούκες ούτε οι «παραπλανητικές» αναφορές στον 17ο αιώνα κατάφεραν να ξεγελάσουν το κοινό αλλά και την «εταιρεία υποκριτών» της Σοβιετικής Ένωσης. Ούτε και μας άλλωστε που πρωτογνωρίσαμε το έργο στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

    Η εύρυθμη παράσταση του Στάθη Λιβαθινού παραπέμπει εκ προθέσεως στην μολιερική εποχή, τονώνοντας με επίμονες ενέσεις θεατρικότητας όλη την ατμόσφαιρα και τις αποχρώσεις της. Και πετυχαίνει να σαρκάσει τα κακώς κείμενα χρωματίζοντας τις χυδαίες αυλικές πρακτικές και διογκώνοντας τις συμπεριφορές των καλλιτεχνών-υπηκόων της.

    Η καλή μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά, το λιτό σκηνικό και τα ευφάνταστα κοστούμια της Θάλειας Ιστικοπούλου, οι εύστοχοι φωτισμοί του Ζαφείρη Επαμεινώνδα, η ενδιαφέρουσα μουσική του Θοδωρή Αμπαζή και η ευρηματική χορογραφία του Κυριάκου Κοσμίδη συμβάλλουν στην επιτυχία του εγχειρήματος.

    Ο 16μελής θίασος

    Το πιο σημαντικό επίτευγμα στην παράσταση «Μολιέρος η Εταιρεία Υποκριτών» είναι ο συντονισμός του 16μελούς θιάσου της Πειραματικής Σκηνής από τον Στάθη Λιβαθινό. Ταλαντούχοι καλλιτέχνες όλοι τους, καταθέτουν μεγάλη ενέργεια και εκφραστική εφευρετικότητα. Θα ξεχωρίσω τον Δημήτρη Ήμελλο (Μολιέρος), τον Νίκο Καρδώνη (Λουδοβίκος), τον Γ.Δάμπαση, τον Στάθη Λιβαθινό, την Ναταλία Στυλιανού, την Μαρία Σαββίδου.

    20-26.05.2005, Πετάση Ελένη «Σαρκασμός και κάθαρση – Δύο Ρώσοι στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου», Η Ναυτεμπορική

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Στάλιν… «τραβεστί»

    Το έργο

    Ο Μολιέρος, η σχέση του – σχέση προστασίας αρχικά εκ μέρους του Βασιλιά- με τον Λουδοβίκο ΙΔ’, η σύγκρουσή του με την Εκκλησία – προσωποποιημένη στον Αρχιεπίσκοπο Παρισιών Σαρόν-, η πολύχρονη ερωτική σχέση του με τη μεγαλύτερή του ηθοποιό Μαντλέν Μπεζάρ, ο γάμος του, τελικά, με την πολύ νεότερη αδελφή της Αρμάντ, η φημολογία ότι ήταν κόρη του και όχι κουνιάδα του, οι ερωτικές απιστίες της, η απόσυρση της υποστήριξης του Λουδοβίκου, ο θάνατός του Μολιέρου στη διάρκεια των παραστάσεων του «Κατά φαντασίαν ασθενούς» του «πυκνώθηκαν», απόκτησαν, «θεατρική αδεία», άλλες διαστάσεις και σχέσεις και «συναρμολογήθηκαν» το 1929 από τον Σοβιετικό Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ σε έργο θεατρικό με τον τίτλο «Μολιέρος (Εταιρεία υποκριτών)». Που κατάφερε να περάσει στους σκοπέλους της σκληρής λογοκρισίας της εποχής και να πρωτοπαιχτεί στη Μόσχα το 1936 για να κατεβεί, άρον – άρον, μετά από λίγες παραστάσεις, μια και πίσω από τον Λουδοβίκο και τους ανθρώπους του ο Μπουλγκάκοφ «έκρυβε» – ή η τρομοκρατία της εποχής έβλεπε – τον Στάλιν και τον περίγυρό του και τις περιπέτειες του ίδιου ως συγγραφέα που, ουσιαστικά, «καταργήθηκε» γιατί δεν «συνέπλεε». Το έργο έχει ενδιαφέρον, θεατρικότητα, έχει γραφτεί με αίσθηση της δραματικής οικονομίας, αλλά και μεγαλόπνοο δεν είναι –σαν να μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων-, και το εγγενές μειονέκτημα διαθέτει ότι αναφέρεται σε πρόσωπα ιστορικά των οποίων αναγκαστικά περιορίζει τις «διαστάσεις».

    Η παράσταση

    Ο Στάθης Λιβαθινός δούλεψε με μεγάλη προσοχή το στέρεα μεταφρασμένο από τον Λεωνίδα Καρατζά κείμενο. Η παράστασή του έχει κύρος, αλλά φοβάμαι ότι κάποιες στιγμές χάνει τους ρυθμούς της και κάνει «κοιλιές» από κατάχρηση των αυτοσχεδιαστικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν στις δοκιμές και που στο τελικό παραστασιακό αποτέλεσμα θα έπρεπε να «ξαφριστούν» περισσότερο. Και αν η -ζωντανή- μουσική του Θοδωρή Αμπαζή βοηθάει, δεν θα έλεγα το ίδιο για τα σκηνικά και τα κοστούμια της Θάλειας Ιστικοπούλου, που δεν νομίζω ότι βρέθηκε σε εμπνευσμένη στιγμή.

    Οι ερμηνείες

    Η Πειραματική Σκηνή διαθέτει πια ένα πολύ καλού επιπέδου σύνολο ηθοποιών. Βασίλης Ανδρέου, Νίκος Γιαλελής, Γιώργος Δάμπασης, Μαίρη Μπουγά, Δημήτρης Παπανικολάου, Ναταλία Στυλιανού, ανάμεσα στους καλύτερους της παράστασης. Η Μαρία Σαββίδου – Μαντλέν με κύρος πια διακεκριμένης ρολίστας. Ο ίδιος ο Στάθης Λιβαθινός δίνει έναν πολύ ενδιαφέροντα Σαρόν – ένα φίδι φαρμακερό. Με χιούμορ, ευελιξία και λαμπερός ο Λουδοβίκος του Νίκου Καρδώνη. Ο Δημήτρης Ήμελλος, μ’ αυτήν τη συγκλονιστική ανάσα – «ρόγχο» του πάσχοντος Μολιέρου, που «σηματοδοτεί» όχι μόνο την πνευματική του πάθηση αλλά και όλο το άγχος του καλλιτέχνη που αναγκάζεται διαρκώς να παλεύει προσπαθώντας εναγώνια να εξισορροπήσει τις πιέσεις που δέχεται από όλες τις πλευρές, δίνει μια ερμηνεία που μένει στη μνήμη.

    Σούμα

    Μια παράσταση χωρίς την «υπέρβαση», αλλά σίγουρα υψηλού επιπέδου.

    09.04.2005, Σαρηγιάννης Γιώργος Δ.Κ. «Στάλιν… τραβεστί», Ταχυδρόμος

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Μολιέρος όπως Μπουλγκάκοφ

    Το έργο του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ «Μολιέρος ή Εταιρεία Υποκριτών» – παίζεται στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου-, που άρχισε να γράφεται από το 1929-30 και ύστερα από περιπέτειες με τη σοβιετική αστυνομία και την κομματική λογοκρισία ανέβηκε το 1936 για να απαγορευτεί σε λίγες μέρες. Είναι μια καθαρή σατιρική αλληγορία.

    Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας συγγραφέας καταφεύγει σε μια παραβολή, μια αλληγορία ή μια αναλογία για να σατιρίσει μια πολιτική ή κοινωνική ανωμαλία, ειδικά όταν οι συνθήκες είναι τυραννικές, απαγορευτικές και κάθε κριτική πράξη κολάσιμη.

    Θα αναφερθώ μόνο στον «Γαλιλαίο» του Μπρεχτ όπου αναλύονται με σκηνικά μέσα τα αδιέξοδα ενός πνευματικού ανθρώπου και σε συνθήκες καπιταλισμού και σε συνθήκες υπαρκτού σοσιαλισμού. Με πρόσχημα τον βίο του Μεγάλου Επιστήμονα, που στην εμπορική δημοκρατία της Βενετίας υποχρεώνεται να βγάζει με μόχθο το ψωμί του κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα για να μπορεί να ασχοληθεί με την Αστρονομία και στη Φλωρεντία ζει ανέτως υπό την αιγίδα του καθολικισμού αρκεί να μην αμφισβητεί τα δόγματα του Βατικανού, ο Μπρεχτ σχολιάζει τα δικά του αδιέξοδα, όταν στην καπιταλιστική Δύση (Αμερική) για να επιβιώσει γράφει σεναριάκια με ψευδώνυμο ώστε να εξοικονομήσει χρόνο για το κύριο θεατρικό του έργο και όταν στη Σοβιετική Ένωση θα έπρεπε να γράφει, σύμφωνα με τους όρους της επίσημης αισθητικής του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού, έργα αισιόδοξα που να συμβαδίζουν με την κομματική ντιρεκτίβα.

    Ο Μπουλγκάκοφ δανείζεται τελείως χοντρικά, καθόλου ιστορικώς τεκμηριωμένα επεισόδια από τις τελευταίες ημέρες του Μολιέρου, για να ξεσκεπάσει το σταλινικό αυταρχικό, αντιπνευματικό, δογματικό, συντηρητικό, ολοκληρωτικό καθεστώς.

    Γι’ αυτό θεωρώ αφέλεια πρώτου μεγέθους να παιχτεί αυτό το άκρως ειρωνικό ανατρεπτικό κείμενο με κάθε είδους ιστορική, υποκριτική, ενδυματολογική και συμπεριφορική πιστότητα. Απόδειξη πως η σταλινική λογοκρισία, που βέβαια δεν έτρωγε άχυρα, από μιας αρχής αντιλήφθηκε τις προθέσεις του συγγραφέα, διέκρινε τις κρυπτικές του μεθόδους, το πώς λειτουργούσε και στους αναγνώστες και στους θεατές και πώς αποπειράθηκε να στρεβλώσει τον άξονά του, να του αλλάξει στόχο ή να παραπλανήσει το κοινό. Μια από τις μεθόδους που μηχανεύτηκε ήταν ακριβώς να το μετατρέψει σε έργο «Εποχής». Με φανταχτερά κοστούμια και μπαρόκ σκηνικά, αυλικές ρεβεράντζες, περίτεχνες κινήσεις και επιτηδευμένο λόγο να δοθεί στο κοινό η εντύπωση πως ο συγγραφέας ξεσκεπάζει το αυταρχικό καθεστώς του Λουδοβίκου ΙΔ’, τον δογματισμό και τη υποκρισία αλλά και την απανθρωπιά του καθολικισμού και τη δουλικότητα της παλατιανής τέχνης, της εξαρτημένης, της αλλοτριωμένης «τρίτης» τάξης και τη σαθρότητα της κυρίαρχης.

    Μετατρέποντας μια αλληγορία σε ιστορικό δράμα, έστω σε σάτιρα του ανερχόμενου αστισμού και σε γελοιοποίηση της «φωτισμένης μοναρχίας», αποπροσανατόλιζαν το κοινό ή έτσι πίστευαν. Το κοινό όμως και μέσα από τις περούκες, τα φιογκάκια, τα καπέλα με τα φτερά και τον επιτηδευμένο κώδικα επικοινωνίας διέκρινε κάτι απλό και συνάμα σημαντικό, ότι τα αυθαίρετα καθεστώτα είτε κληρονομικά είτε τυραννικά είτε δογματικής ορθοδοξίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικών όρων, αξιών που ευαγγελίζονται και δημαγωγικών οραμάτων, παράγουν βία, ταπεινώσεις, εξανδραποδισμούς, εξουθένωση αντιπάλων , φίμωση της αντίθετης γνώμης, φυλακίσεις, εκτελέσεις, χαφιεδισμό, υποτέλεια κ.λπ.

    Όταν θέλει ένα τέτοιο αυταρχικό καθεστώς να φιμώσει μια ελεύθερη φωνή, να συκοφαντήσει μια νέα καλλιτεχνική έκφραση, να απαξιώσει μια ηθική στάση ζωής, επιστρατεύει, είτε για τον Μολιέρο πρόκειται είτε για τον Μπουλγκάκοφ είτε για τον Όσκαρ Ουάιλντ είτε για τον Καρυωτάκη, μηχανισμούς κατασυκοφάντησης, δημοσιεύσεις προσωπικών αυστηρών δεδομένων, τάχα ηθικές παρεκτροπές, πλαστά έγγραφα, μαρτυρίες κατασκευασμένων μαρτύρων, καταθέσεις χαφιέδων.

    Θέλετε άλλα τεκμήρια από την περίφημη Συλλογή Κωστάκη; Ο δαιμόνιος αυτός Έλληνας αγόραζε για ένα κομμάτι ψωμί πρωτοποριακή ζωγραφική από τους απαγορευμένους ζωγράφους της σταλινικής περιόδου, τους διωκόμενους, τους έγκλειστους στα στρατόπεδα σωφρονισμού, επειδή η τέχνη τους χαρακτηριζόταν μικροαστική, φορμαλιστική, ειρωνική, παρακμιακή.

    Θέλετε άλλα τεκμήρια από τους εξόριστους ηθοποιούς, ποιητές, στοχαστές, ζωγράφους στα ξερονήσια της Ελλάδας του Εμφυλίου με την αιτιολογία πως η τέχνη τους πρόδιδε τα ιδεώδη της φυλής, της θρησκείας και της οικογένειας; Τι Μολιέρος, τι Μπουλγκάκοφ, τι Ρίτσος, τι Θεοδωράκης (και το ’50 και το ‘70).

    Την εξουθένωση του αμφισβητία καλλιτέχνη, του επαναστάτη, του ανατρεπτικού, του ανελέητα κριτικού διεκτραγωδεί ο Μπουλγκάκοφ στο έργο του, που ο πρώτος τίτλος του ήταν «Εταιρεία Υποκριτών», σαν να υπονοούσε παντός καιρού και παντός καθεστώτος. Η λογοκρισία τον υποχρέωσε να αλλάξει τίτλο και να επιμείνει στο «Μολιέρος», ώστε να μειωθεί κάθε απόπειρα να εκληφθεί ως άλλοθι.

    Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί ο Στάθης Λιβαθινός επέμενε σε μια έντονη θρησκευτικότητα και σε μια μολιερική ιστορική παραπομπή στην παράστασή του. Εξηγούμαι από τώρα πως η παράστασή του έχει συνέπεια, ρυθμό, ύφος και έξοχα σχεδιασμένους ρόλους, αλλά κάπου σκοντάφτει όσον αφορά το στόχο της. Πρέπει να πω ότι οι δυο σαφείς ομάδες που συγκρούονται, ο θίασος του Μολιέρου και οι εξουσιαστικές ιεραρχίες, δεν αντιμετωπίστηκαν και με το ίδιο ιδεολογικό κριτήριο. Ο Λουδοβίκος, η παλατιανή καμαρίλα, οι μπράβοι και βέβαια το ιερατείο είχαν την ψύχρα, τη στέγνα αισθημάτων, την επιτήδευση και την υποκριτική ηθικολογία που συναντώνται σ’ αυτά τα κλιμάκια εξουσίας διαχρονικά. Ο θίασος, όμως, οι καλλιτέχνες κουρντίστηκαν σε μια φαμφαρονική, μπουλουκτζήδικη, χαοτική συμπεριφορά. Κατέφευγαν σε υπερβολές μπουφόνικες, που εμφανώς προσπαθούσαν να αποσπάσουν το γέλιο του κοινού. Και δεν το κατόρθωσαν. Το κοινό δεν γελούσε. Και γιατί να γελάσει, αφού πίσω από τις κουίντες, στην πλατεία του θεάτρου, στα θεωρεία – αλλά και στα στεγανά του παλατιού και στα επισκοπικά μέγαρα ενέδρευε η συνομωσία, ο πουριτανισμός, η δογματίλα, η ζήλεια, η στειρότητα και η σεμνοτυφία;

    Οι θεατρίνοι της εξουσίας

    Αν ο Μολιέρος είναι ένας επιπόλαιος, οξύθυμος κόλακας της εξουσίας, περίφοβος θεατρίνος, ένας πιθανός αιμομίχτης, αφού συζεί με την κόρη της πρώην ερωμένης του που υπάρχει υπόνοια να είναι κόρη του, τότε δεν είναι τραγικό το κυνήγι, ο διωγμός που υφίσταται από την Εταιρεία Υποκριτών. Αν θέλουμε να είμαστε έντιμοι με τον Μπουλγκάκοφ, θα έπρεπε με ανεστραμμένη σχέση να προσεγγίζουμε τις συνιστώσες της σύγκρουσης. Ο ευφυής αμφίσημος τίτλος σαφώς δεν αναφέρεται στον θίασο των ηθοποιών, αλλά στην Εταιρεία των υποκριτών (θεατρίνων) της εξουσίας, που ενδύονται κάθε μέρα τη σκευή, τη στολή της θεσμικής τους θέσης, και παίζουν ένα θέατρο σκιών ή μαριονετών. Αυτοί είναι οι καραγκιόζηδες και ο θίασος των καλλιτεχνών οι πραγματικά εμπνευσμένοι, οι ταλαντούχοι.

    Η τραγική πλευρά αυτής της σύγκρουσης έγκειται στο γεγονός ότι οι φαιδροί με τα προσωπεία της εξουσίας, διαθέτοντας την ισχύ των θεσμών, των όπλων, του χρήματος και των… αναθεμάτων, εξουθενώνουν πάντα τους ανθρώπους της ελεύθερης σκέψης και έκφρασης.

    Οι ταλαντούχοι καλλιτέχνες της Πειραματικής Σκηνής με τη συνδρομή της Θάλειας Ιστικοπούλου (εικαστικά), του πάντα εύστοχου Θοδωρή Αμπαζή και τις χορογραφίες του Κοσμίδη, έξω από τις θεωρητικές και δραματολογικές μου αντιρρήσεις, υπάκουσαν στη σκηνοθεσία με άκρα συνέπεια. Δεν μπορώ να μην ξεχωρίσω τον στυλίστα Νίκο Καρδώνη, τον πληθωρικό Δημ. Ήμελλο, τον εύστροφο Γ. Δάμπαση, τον λιτό αρχιεπίσκοπο του Λιβαθινού, τον μπριλάντε Παπανικολάου και τις μπριόζες Μαρία Σαββίδου και Ναταλία Στυλιανού.

    26-27. 03.2005, Γεωργουσόπουλος Κώστας «Μολιέρος όπως Μπουλγκάκοφ», Τα Νέα

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Ένα κουτί με διπλό πάτο – Ο «Μολιέρος» του Μπουλγκάκωφ στην «Πειραματική» του Εθνικού

    Με την νεότερη ρωσική λογοτεχνία (πεζογραφία, θέατρο, ποίηση) δεν είναι πολύς καιρός που έχουμε αποκαταστήσει τις επαφές μας. Και δεν πάει πολύς καιρός από τότε που καταρρίφθηκε ο μύθος ότι επί σοβιετικού καθεστώτος υπήρξε μαρασμός της λογοτεχνίας και ρήξη με τη μεγάλη ρωσική πνευματική παράδοση. Ισχύει ακριβώς το αντίθετο: οι Ρώσοι λογοτέχνες συνέχισαν το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι απέναντι στην παντοδύναμη λογοκρισία του Στάλιν, τέλεια ασκημένοι σ’ αυτό απ’ την εποχή των τσάρων, παράγοντας αριστουργήματα «κρυπτικής» γραφής. Ένας απ’ τους μεγάλους εκπροσώπους της «λοξής» ρωσικής ματιάς πάνω στα πράγματα του κόσμου, που απογυμνώνει, συνεχιστής του «αποκαλυπτικού ρεαλισμού» του Γκόγκολ, είναι ασφαλώς ο Μιχαήλ Μπουλγκάκωφ, αποσιωπημένος σχεδόν στη χώρα του όσο ζούσε (δεν του επιτράπηκε να δημοσιεύσει τίποτα απ’ το 1926 μέχρι το θάνατό του το 1940), πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και, πάνω απ’ όλα, μια πολιτική συνείδηση σε μόνιμη εγρήγορση και σε μόνιμη ρήξη με την ψευδώνυμη εξουσία που, φορώντας διαφορετικά προσωπεία, είτε πρόκειται για την απόλυτη μοναρχία του Λουδοβίκου 14ου στη Γαλλία είτε για τη μεταμφιεσμένη σταλινική απολυταρχία, «το παίζει» παντού και πάντα «για το καλό του λαού».

    Στη Ελλάδα τον Μπουλγκάκωφ τον έχουμε γνωρίσει από τα δύο, αν δεν κάνω λάθος, θεατρικά του που έχουν παιχτεί (Η ερυθρά Νήσος σε σκηνοθεσία Τριβιζά και η Η καρδιά του σκύλου, διασκευή από διήγημά του, με τον Κιμούλη)∙ κυρίως έχει γίνει γνωστός στο ελληνικό κοινό με τον ανελέητο σατιρικό μυθιστόρημα του Μαιτρ και Μαργαρίτα, που, ξεκινώντας από μια ανατρεπτική ανάγνωση του Φάουστ του Γκαίτε, καταλήγει στην πλήρη αποσυναρμολόγηση όλου του λεγόμενου «μοντέρνου», αναλυτικού, τρόπου σκέψης και γραφής που κυριαρχεί στον πολιτισμό μας τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια για να προβάλει πάνω στην ιστορία τις δικές του απόλυτες – υποκειμενικές- «αλήθειες» προκαλώντας αλλεπάλληλες ιστορικές τερατογονίες.

    Με πρόσχημα τη ζωή του Μολιέρου, την εποχή και την τέχνη του, τον αμφιλεγόμενο γάμο του, τη σύγκρουση του με την πανίσχυρη εκκλησιαστική οργάνωση των «Ευσεβών», τη σχέση «προστασίας» απέναντι σε αυτή την οργάνωση που του παρείχε ο απόλυτος Μονάρχης (αποσύροντάς τη όποτε ήθελε), ο Μπουλγκάκωφ μας μιλά στο έργο του αυτό για τη δική του εποχή, για τη δική του ζωή, για τη δική του τέχνη, για τη σύγκρουσή του με τον πανίσχυρο κομματικό μηχανισμό και για την «προστασία» που του παρείχε ο Στάλιν απέναντι σε αυτό τον μηχανισμό που ο ίδιος ήλεγχε απολύτως (και την απέσυρε βέβαια όποτε ήθελε…).

    Είναι ένα έργο καίριο, γραμμένο για όλες τις εποχές και για όλες τις εξουσίες, ορατές ή αόρατες, για όλες τις λογοκρισίες, θεατές ή αθέατες, και για όλους τους απάνθρωπους μηχανισμούς, είτε τους βλέπουμε είτε τους ακούμε είτε τους υφιστάμεθα…

    Έκανε πολύ καλά η «Πειραματική Σκηνή» του Εθνικού Θεάτρου να ανεβάσει αυτό το έργο που μας αφορά και σε «δημοκρατικούς» καιρούς. Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού στήνει έξυπνα μία παράσταση ψευδεπίγραφα και παραπλανητικά «εποχής και στυλ», με τα κοστούμια της «α λα Λουί Κατόρζ» και με την υφολογία της «α λα Μολιέρ» και με τα όλα της μια βιτρίνα που μας επιτρέπει να διακρίνουμε πίσω από τις μάσκες το ανθρώπινο πρόσωπο, πίσω απ’ την κωμωδία το δράμα. Η παράσταση, κουρδισμένη σε πολύ καλούς ρυθμούς, με σκόπιμες α-ρυθμίες που προαναγγέλλουν το τραγικό φινάλε, και με άριστα επεξεργασμένες, «φινιρισμένες» υποκριτικές, δεμένη ως το σύνολο, κυλά ως το τέλος χωρίς πρόβλημα. (Ίσως θα έπρεπε να δοθεί πιο «γκροτέσκα» η μορφή του «Βασιλιά Ήλιου», απολύτου κυρίου τότε της Γαλλίας…).

    Ο Δημήτρης Ήμελλος κατόρθωσε να συγκεράσει το ρεαλιστικό με το αφηρημένο, το γειωμένο με το φευγάτο, είναι απόλαυση ο τρόπος που χειρίζεται τις εναλλαγές φάσης που απαιτεί ο ρόλος του Μολιέρου, απ’ το ζεστό στο κρύο και αντίστροφα. Ο Νίκος Καρδώνης (Λουδοβίκος), με καλή αίσθηση του χώρου, αφήνει όμως ακάλυπτη τη σκοτεινή πλευρά του ηγεμόνα. Είναι καίρια η παρουσία του Δημ. Παπανικολάου (γελωτοποιός), ο Γεννάδιος Πάτσης χειρίζεται αποτελεσματικά ως «δίδυμο» ζεύγος μαριονέτων, τον Πατέρα Βαρθολομαίο και τον Ιεροκήρυκα. Η Αρμάντ της Μαίρης Μπουγά ίσως χρειάζονταν λίγο περισσότερο «αλάτι» σε «ειδικές» στιγμές της, ενώ η Μαρία Σαββίδου δίνει «καθαρά» τη Μαντλέν, χωρίς τις απαραίτητες φωτοσκιάσεις. Ο Βασίλης Ανδρέου σωστός. Ο Γ. Δάμπασης με καλή σκηνική γραφή, ο Νίκος Γιαλελής (Μαρκήσιος) με έντονο «περίγραμμα». Ο Στάθης Γράψας ως «Μονόφθαλμος» κάνει εντελώς αισθητή την παρουσία του. Ο Στάθης Λιβαθινός (αρχιεπίσκοπος)…επίκαιρος. Η Ναταλία Στυλιανού ικανοποιεί, οι Στράτος Σωπήλης, Άρης Τρουπάκης και Γιώργος Φρινζήνας, Νίκος Πυροκάκος, πείθουν.

    Η μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά και οι στίχοι του Στρατή Πασχάλη είναι πρώτης ποιότητας. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Θάλειας Ιστικοπούλου, οι φωτισμοί του Ζαφ. Επαμεινώνδα, η μουσική του Θόδωρου Αμπαζή συν- σκηνοθετούν. Η κίνηση-χορογραφία του Κυριάκου Κοσμίδη, δουλεμένη επαγγελματικά.

    13.02.2005, Πολενάκης Λέανδρος «Ένα κουτί με διπλό πάτο – Ο «Μολιέρος» του Μπουλγκάκωφ στην «Πειραματική» του Εθνικού», Η Αυγή

     

    Για το link πατήστε εδώ 

  • Η ίντριγκα της εξουσίας. Μια από τις πιο αξιόλογες παραστάσεις της χρονιάς

    Επιτυχημένα πειράματα του Σ. Λιβαθινού στο Εθνικό

    «Εταιρεία Υποκριτών» ήταν ο πρώτος τίτλος του έργου του Μπουλγκάκοφ προτού η σοβιετική λογοκρισία «βάλει το χέρι της» τόσο στον τίτλο όσο και στο περιεχόμενο. Στη Μόσχα, στο Θέατρο Τέχνης ανέβηκε το 1936 με τον τίτλο «Μολιέρος» και κατέβηκε ύστερα από επτά παραστάσεις.

    Σε έναν παγκόσμιο διαγωνισμό δυσκολιών ο Μπουλγκάκοφ θα αποσπούσε με άνεση το πρώτο βραβείο. Μέσα στα επτά χρόνια που μεσολάβησαν από τη συγγραφή του έργου, το 1929, μέχρι το ανέβασμά του, το 1935, ο συγγραφέας υφίσταται απίστευτες ταλαιπωρίες: οι συμφωνίες για το ανέβασμα του έργου του ακυρώνονται, η λογοκρισία τον έχει στο στόχαστρο, ο Βισνέφσκι-λογοτεχνικός του αντίπαλος- γράφει λίβελους εναντίον του, οι κόντρες με τον Στανισλάφσκι, η απόρριψη από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο Μπουλγκάκοφ καταδικάζεται ουσιαστικά σε πείνα και ανέχεια καθώς η σοβιετική εξουσία απαγορεύει όλα του τα έργα και βρίσκεται αποκλεισμένος από ένα σύστημα που τον θεωρεί συνωμότη και αντιφρονούντα σταλινικά.

    Ο Μπουλγκάκοφ θαυμάζει απεριόριστα τον Μολιέρο. Ταυτίζεται μαζί του. Η ζωή του Μολιέρου στέκεται αφορμή για να μιλήσει ο Μπουλγκάκοφ για την καταστρεπτική σχέση δημιουργού και εξουσίας. Μιλά στην πραγματικότητα και για τη δική του σχέση με το σταλινικό καθεστώς. Κόμβος του έργου του η καθημερινή ζωή του θιάσου του Μολιέρου στα παρασκήνια του θεάτρου. Ο Μολιέρος, διευθυντής του θιάσου στο Παλέ Ρουαγιάλ, βρίσκεται στο στόχαστρο των επικριτών του. Αιτία ο ανοιχτός πόλεμος που του έχει κηρύξει η περίφημη Αδελφότητα της Θείας Ευχαριστίας που τον θεωρεί ορκισμένο εχθρό της. Αφορμή, αυτή τη φορά, ο γάμος του με την Αρμάντ Μπεζάρ, για την οποία φημολογείται ότι είναι κόρη του. Η ζωή του Μολιέρου φαρμακώνεται από τις φήμες που διαδίδονται παντού. Είχε διαπράξει την πιο ειδεχθή αιμομιξία: είχε παντρευτεί την κόρη του. Η λογοκρισία, η στρατηγική της Εκκλησίας, με την απειλή του αφορισμού γίνονται αιτία για να χάσει τη βασιλική εύνοια. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι σχέσεις του με το παλάτι διαταράσσονται.

    Ο Βασιλιάς θαυμάζει το Μολιέρο, εκτιμά τον «Ταρτούφο», αλλά για λόγους διπλωματίας απέναντι στην Εκκλησία επιλέγει να απαγορεύσει την παράσταση. Η φιλία του Μολιέρου με το βασιλιά δεν διαρκεί πολύ. Ο μονάρχης επηρεασμένος από την μαντάμ ντε Μαιντενάν δεν πηγαίνει πια στο θέατρο. Ο Μολιέρος βυθίζεται σε λήθη και απαξίωση που τον οδηγούν στην κατάθλιψη. Το έργο του Μπουλγκάκοφ περιγράφει την τελευταία περίοδο της ζωής του Μολιέρου ως τον θάνατό του.

    «Τι τα προκάλεσε όλα αυτά; Τι; Τι να γράψω; Αιτία για όλα αυτά ήταν η δυσμένεια του βασιλιά και η Μαύρη Αδελφότητα! Αυτό θα γράψω» λέει ο έμπιστος φίλος του Μολιέρου, Λεγκράντζ, και με αυτή τη φράση τελειώνει το έργο. Μια φράση καταγγελία – κλειδί για την ταυτότητα του έργου. Στην παράσταση της Πειραματικής Σκηνής που σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός το έργο ακούγεται καθαρά, με διαύγεια, αλλά μόνο σαν περιγραφή της ιστορίας. Το επίπεδο στο οποίο διαφαίνεται η στάση του Μολιέρου, η πολιτική σχέση με τους κρατούντες και η ίντριγκα χάνονται εντελώς. Όπως απουσιάζουν ο φόβος και ο υπαινιγμός από την υποκριτική των ηθοποιών. Η στάση απέναντι στην εξουσία είναι μια θέση υπαρξιακής αγωνίας που δεν διαφαίνεται πουθενά.

    Παρ’ όλα αυτά η παράσταση είναι αποτέλεσμα μακράς και επιμελούς εργασίας, από τις καλύτερες της Πειραματικής Σκηνής, με έναν αληθινά προικισμένο, εξαιρετικής ακρίβειας και ταλέντου ηθοποιό, τον Δημήτρη Ήμελλο, στον ρόλο του Μολιέρου. Χαριτωμένος, μια μινιατούρα βασιλιά, ο Νίκος Καρδώνης, στο ρόλο του Λουδοβίκου, εντυπωσιακός στο ρόλο του Δίκαιου Παπουτσή, ο Δημήτρης Παπανικολάου. Η πολύ καλή μετάφραση του έργου είναι του Λεωνίδα Καρατζά και το ευφυές σκηνικό της Θάλειας Ιστικοπούλου. Μια από τις πιο αξιόλογες παραστάσεις της χρονιάς.

    03.02.2005, Αναγνώστου Δήμητρα «Η ίντριγκα της εξουσίας», Athens Voice

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Έξοχη εταιρεία υποκριτών – «Μολιέρος» στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού

    Μ’ ένα σπουδαίο θίασο κι έναν ευαίσθητο σκηνοθέτη με συγκροτημένη άποψη για το ρεπερτόριο και για τον τρόπο που τα κείμενα «ξεκλειδώνουν» και ζωντανεύουν σε σκηνικές πράξεις μεγάλου ενδιαφέροντος, τι λείπει από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού θεάτρου;

    Ο «Μολιέρος» (ή «Εταιρεία Υποκριτών») του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Η αξία του έργου είναι διττή: από τη μία είναι η αμιγώς δραματουργική κι από την άλλη η ιστορική. Η πρώτη αφορά στην αρτιότητα του κειμένου σε επίπεδο περιεχομένου, δομής, διαχείρισης των χαρακτήρων -εδώ της εν θεάτρω διαχείρισης ιστορικών προσώπων, όπως ο Μολιέρος, γνωστά πρόσωπα του θιάσου του, ο Λουδοβίκος ο ΙΔ’, ο αρχιεπίσκοπος του Παρισιού κ.ά.-, ισορροπίας των δραματικών και κωμικών ρόλων –με αρτιότερο το ρόλο του Μολιέρου, που παρουσιάζεται σε πολλές διαφορετικές ψυχολογικές και σωματικές καταστάσεις, ώστε η ερμηνεία του να αποτελεί μεγάλη υποκριτική πρόκληση.

    Η δεύτερη διάσταση της σημασίας του έργου συνδέεται μ’ αυτό που είχε υποστηρίξει, μεταξύ άλλων, ο Αντόρνο στην «Αισθητική θεωρία» του: ότι στα καλλιτεχνικά έργα το ιστορικό στοιχείο είναι στοιχείο συστατικό και ότι τα καλλιτεχνικά έργα συνθέτουν μια ασυνείδητη ιστοριογραφία της εποχή τους, γι’ αυτό και συνδράμουν καθοριστικά στη γνώση μας για κάθε ιστορική περίοδο. Τον «Μολιέρο» ξεκίνησε να γράφει ο συγγραφέας τον Οκτώβριο του 1929. Το έργο, ωστόσο, δεν ανέβηκε πριν από το Φεβρουάριο του 1936 στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, αφού αντιμετώπισε απανωτές περιπέτειες με την επιτροπή λογοκρισίας, απαγορεύσεις, επικριτικά άρθρα και ναυάγια συμφωνημένων παραγωγών. Η προετοιμασία της παράστασης κράτησε τέσσερα χρόνια, λόγω αλλεπάλληλων διαφωνιών μεταξύ των συντελεστών, υπό τον φόβο των κομματικών οργάνων που μπορεί να διέκριναν στη ιστορία ανεπιθύμητες αντιστοιχίες για τις σχέσεις καλλιτέχνη – εξουσίας στα χρόνια του Στάλιν. Τελικά, ύστερα από επτά παραστάσεις, εκπρόσωποι του καθεστώτος απεφάνθησαν ότι το έργο αποκλίνει από τον ορθό δρόμο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Η καταδίκη του «Μολιέρου» κράτησε έως το 1965, οπότε επετράπη η έκδοσή του.

    Οι κυβερνήσεις πέφτουνε, τα έργα τέχνης μένουν

    Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει έκτοτε. Οι καλλιτέχνες μετά το 1950 δεν ενδιαφέρονται για επαναστατικά καλλιτεχνικά κινήματα, μεσσιανικού/ουτοπικού χαρακτήρα, όπως ήταν οι λεγόμενες «ιστορικές πρωτοπορίες» του πρώτου μισού του 20ου αι. Αλλά ακόμη κι αν ιδιωτεύουν καλλιτεχνικά, και πάλι οι δημιουργοί πρέπει να βρουν τη θέση τους στη συγκεκριμένη αγορά της τέχνης (αντιμετωπίζοντας τους θεσμούς, τους φορείς, τα κυκλώματά της), εφόσον επιθυμούν να κάνουν γνωστή τη δουλειά τους και να ζήσουν από αυτήν.

    Δηλαδή αλλάζουν όροι, αλλά τα ζητήματα εξουσίας στην καλλιτεχνική παραγωγή παραμένουν, γι’ αυτό έργα όπως ο «Τορκουάτο Τάσσο» του Γκαίτε ή ο «Μολιέρος» του Μπουλγκάκοφ, που εξετάζουν τη θέση του δημιουργού στο πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον της εποχή του, παραμένουν εξαιρετικά ενδιαφέροντα.

    Το σύνολο των ηθοποιών είναι η πρώτη και πλέον σημαντική δύναμη μιας θεατρικής παράστασης κι εδώ είχαν καθοδηγηθεί σοφά από τον Στάθη Λιβαθινό. Έξοχος ο Δημήτρης Ήμελλος στο ρόλο του Μολιέρου, θαυμάσιοι ο Νίκος Καρδώνης στο ρόλο του Λουδοβίκου και ο Δημ. Παπανικολάου στο ρόλο του γελωτοποιού του βασιλιά. Αλλά και οι υπόλοιποι, η Μ. Σαββίδου, η Μ. Μπουγά, ο Β. Ανδρέου, ο Ν. Γιαλελής, η Ν. Στυλιανού, ο Γ. Δάμπασης, ο Σ. Γράψας, ο Γεν. Πάτσης, ο Ν. Πυροκάκος, ο Ά. Τρουπάκης, ο Γ. Φριτνζήλας, ανταποκρίθηκαν με ανεπτυγμένο υποκριτικό ήθος στις απαιτήσεις των ρόλων τους.

    Αλλά θα ήθελα να δω τον «Μολιέρο» του Μπουλγκάκοφ δοσμένο σύμφωνα με τις οδηγίες του συγγραφέα, στις οποίες η διαμόρφωση του σκηνικού χώρου έχει καθοριστική σημασία. Τότε θα αποκαλύπτονταν η υψηλή θεατρικότητα που συνέχει όχι μόνο τις σκηνές που εξελίσσονται πίσω από την αυλαία αλλά και τις σχέσεις των προσώπων μεταξύ τους. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Θάλειας Ιστικοπούλου αντιμετώπισαν καλαίσθητα τις περιορισμένες δυνατότητες του χώρου. Η θαυμάσια μετάφραση είναι του Λεωνίδα Καρατζά, η μουσική του Θοδωρή Αμπαζή και η μετάφραση των στίχων και τα τραγούδια του Στρατή Πασχάλη.

    22.01.2005, Καλτάκη Ματίνα «Έξοχη εταιρεία υποκριτών – «Μολιέρος» στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού», Ο κόσμος του Επενδυτή

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Μολιέρος: Θέατρο «Πρωταθλητών»

    Ο Μολιέρος του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου είναι από εκείνες τις παραστάσεις που θα θυμάμαι για όλη μου τη ζωή. Και δεν υπερβάλω επιρρεπής στους πειρασμούς της κολακείας. Θα τη θυμάμαι γιατί τίποτα από όσα είδα, όσα άκουσα και όσα ένιωσα δεν μπορούν εύκολα να παραγκωνιστούν στο χρονοντούλαπο της λήθης. Στη μικρή πειραματική σκηνή του Εθνικού ξετυλίχτηκε σε όλο το μεγαλείο η μαγεία του θεάτρου, μέσα από μια παράσταση συνόλου, που και να θες δεν θα μπορέσεις να ξεχωρίσεις τα υλικά της σύνθεσής της σε καλά και καλύτερα, γιατί απλούστατα είναι από τις σπάνιες εκείνες «συγκυρίες» στο θέατρο όπου όλοι οι παράγοντες έχουν φτάσει στα ίδια σημεία απόδοσης. Και με ατομικό ρεκόρ όχι ενός απλού αθλητή, αλλά ενός πρωταθλητή.

    Το έργο του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ «Μολιέρος (Εταιρία Υποκριτών)», όπως πολλά έργα που τέθηκαν κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη της όποιας λογοκρισίας, είχε μια άδοξη πορεία στη σκηνική του πραγμάτωση. Ελλείψει ιστορικής αληθοφάνειας (όχι αλήθειας) και παρουσίας ή απουσίας σαφών πολιτικών υπαινιγμών, το έργο θα κατακριθεί και θα απορριφθεί από το «πνευματικό» και πολιτικό προσκήνιο της ΕΣΣΔ του 1930. Η προσωπική ιστορία του μεγαλοφυούς Μολιέρου γίνεται θέατρο από τον Μπουλγκάκοφ, με σκοπό όχι να αναδειχθεί το Συμπέρασμα ή ο Συμβολισμός πάνω στην Ιστορία, τον Άνθρωπο, την Πολιτική κ.ο.κ., αλλά με στόχο να γραφτεί ένα «ρομαντικό δράμα και όχι ένα ιστορικό χρονικό» όπως θα πει και ο ίδιος ο Μπουλγκάκοφ. Και το πετυχαίνει. Στο απόλυτο. Γιατί οι συγκρούσεις των χαρακτήρων με τους άλλους και με τη συνείδησή τους, η δραματική πλοκή που δημιουργεί έναν ακτινωτό ιστό με κοινό σημείο αφετηρίας και τερματισμού και η σκηνική φαντασμαγορία που προκύπτει αβίαστα σε κάθε θεατρική εικόνα, είναι αρκετά για να συνθέσουν ένα εμπνευσμένο έργο.

    Τα της παράστασης

    Οι 200 περίπου λέξεις που απομένουν για να κλείσουν αυτό το άρθρο, μάλλον θα αδικήσουν τους περίπου 30 αξιόλογους συντελεστές της παράστασης. Γιατί κάθε ένας συνέβαλε καθοριστικά και με το δικό του τρόπο στο εκπληκτικό αυτό αποτέλεσμα. Όπως προαναφέρθηκε, ήταν μια παράσταση συνόλου, μια «θεατρική σκυταλοδρομία», όπου όλοι λειτουργούσαν μέχρι τη λήξη του «αγώνα» έτσι ώστε να λάμψει το ίδιο το έργο. Μια ξεχωριστή μνεία στη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, που πειραματίζεται συνεχώς πάνω σε κείμενα, ανθρώπινο δυναμικό, δυνατότητες και αδυναμίες, θέσεις και αντιθέσεις, δημιουργώντας ανεπανάληπτη θεατρική ατμόσφαιρα, τάσεις και προτάσεις στο ελληνικό θέατρο. Απλά υπέροχα τα σκηνικά και τα κοστούμια της Θάλειας Ιστικοπούλου, ενώ η μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά πηγαία θεατρική. Ο Δημήτρης Ήμελλος υφαίνει με ακριβοθώρητη πληρότητα ερμηνευτικών μέσων τον εξαιρετικό του Μολιέρο, όπως ο Νίκος Καρδώνης δημιουργεί έναν αξεπέραστο ερμηνευτικά Λουδοβίκο ΙΔ’. Η Αρμάντ της Μαίρης Μπουγά σκερτσόζικα ευέλικτη, ανάλαφρη και στιβαρή, ενώ η Μαντλέν της Μαρίας Σαββίδου συγκλονιστική στις δραματικές κορυφώσεις. Ανάλογα «κολακευτικά» αλλά και αξιοκρατικά μέσα στον υποκειμενισμό της προσωπικής μου γνώμης σχόλια αξίζουν και σε όλους τους άλλους ηθοποιούς, που αποδεικνύουν πως μερικές φορές τα πρώτα ονόματα στη «μαρκίζα» της δημοσιότητας – αναγνωρισιμότητας έπονται μπροστά στο ταλέντο και τον επαγγελματισμό λιγότερο γνωστών ηθοποιών που ανήκουν σε μια «πειραματική» σκηνή…

    Το tip το θεατή

    Ευχαριστούμε τον Διόνυσο, τον προστάτη της θεατρικής τέχνης, που επί ελληνικού εδάφους μας δίνει ενίοτε τη δυνατότητα να απολαμβάνουμε τέτοιες παραστάσεις.

    22.01.2005, Ανδρέου Χριστίνα «Μολιέρος: θέατρο Πρωταθλητών», Αξία

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Μολιέρος»

    Οι σπάνιες παραστάσεις δεν μεταμφιέζονται

    Είναι πρόδρομοι μελλοντικής ευφροσύνης

    Αποτάσσονται την ανυπαρξία σμιλεύοντας το κάλλος χωρίς προσωπεία

    Ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ στο έργο του «Εταιρεία υποκριτών» το οποίο έχει το δεύτερο τίτλο «Μολιέρος» σκιαγραφεί την ανθρώπινη πλευρά του Μολιέρου με στοιχεία από την προσωπική του ζωή. Τις ανησυχίες και τις προσπάθειες του Ζαν- Μπατίστ Ποκλέν ν’ ανέβουν τα έργα του, τη σχέση του με τον Λουδοβίκο ΙΔ’, τον «Βασιλιά Ήλιο» της Γαλλίας, καθώς και τον γάμο του με την Αρμάντ η οποία φημολογείται ότι ήταν κόρη του από «την ανεπίσημη σύζυγό του, Μαντλέν Μπεζάρ». Παρ’ όλα αυτά, ο Μπουλγκάκοφ στο βιβλίο του «Η μυθιστορία του κυρίου Μολιέρου» επισημαίνει: «Ιδού το συμπέρασμά μου. Είμαι βέβαιος ότι η Αρμάντ ήταν κόρη της Μαντλέν, γεννημένη σ’ ένα μέρος  άγνωστο, από άγνωστο πατέρα. Τίποτα δεν αποδεικνύει με βεβαιότητα τα όσα ειπώθηκαν περί της αιμομιξίας, τίποτα δεν αποδεικνύει ότι ο Μολιέρος παντρεύτηκε την κόρη του».

    Επιπλέον, ο Μπουλγκάκοφ τονίζει τη συνεργασία του Μολιέρου με τον Λουδοβίκο ΙΔ’ που ήταν χορηγός του θιάσου, αναλύοντας σε βάθος τη σχέση του Γάλλου δραματουργού με τα όρια της εξουσίας του βασιλιά της Γαλλίας. Μια έμμεση αναφορά στις επικρατούσες συνθήκες στη Ρωσία επί Στάλιν που βίωνε ο Μπουλγκάκοφ. Το έργο πρωτανέβηκε από το «Θέατρο Τέχνης» της Μόσχας στις  Φεβρουαρίου 1936 και μετά από αλλεπάλληλες επιθέσεις κατέβηκε γρήγορα.

    Στην «Πειραματική Σκηνή» του Εθνικού Θεάτρου, η μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά σχολιάζει καίρια και επιδέξια τον ιστό της πλοκής όπου συνυφαίνονται τα νοήματα και οι διασυνδέσεις των προσώπων. Ο Στάθης Λιβαθινός «ακούει» το έργο και μετά την περίφημη σκηνοθεσία του «Αγάπης, Αγώνας Άγονος» μας χαρίζει μία ακόμη παράσταση γνήσιας θεατρικότητας. Η δουλειά του τιμά το θέατρο και αποτελεί υπόδειγμα σκηνοθετικής εργασίας μέσα από τους συμβατικούς όρους του θεάτρου. Ας βλέπουν οι μεταμοντερνιστές να μαθαίνουν.

    Ο Μολιέρος πίσω από τα λαμπερά φώτα της σκηνής. Μετά από τα χαμόγελα στον «Βασιλιά Ήλιο», «Μ’ έχετε παρεξηγήσει, Μεγαλειότατε, επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω.. Επιτρέψτε μου… μήπως δεν σας κολάκεψα αρκετά; Δε σας προσκύνησα αρκετά;».

    Τα σκηνικά και τα κουστούμια εποχής της Θάλειας Ιστικοπούλου είναι χάρμα οφθαλμών. Η μουσική του Θ.Αμπαζή καθώς και η μετάφραση στίχων – κείμενα τραγουδιών του Στρατή Πασχάλη εμπλουτίζουν δημιουργικά την παράσταση. Με εσωτερικότητα, δύναμη, ταλέντο, αυτοσυγκέντρωση, ο Δ.Ήμελλος υποδύθηκε έξοχα τον Μολιέρο. Αλλά πρόκειται για μια δουλειά συνόλου όπου όλοι αγωνίζονται και παλεύουν επί σκηνής ισάξια για να έχουμε αυτό το θαυμάσιο αποτέλεσμα. Μια σπάνια παράσταση. Μπράβο σε όλους που μας χάρισαν γνήσιες στιγμές αυθεντικού θεάτρου.

    01-02.01.2005, Ραπανάκη Καλλιόπη «Μολιέρος», Η Νίκη

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Η σκοτεινή ενέργεια της μεγαλοφυΐας

    Η Πειραματική Σκηνή του Εθνικού έχει κατορθώσει τα τελευταία χρόνια με τις πετυχημένες παραστάσεις της να συγκεντρώσει γύρω της ένα πιστό και εκλεκτό κοινό. Και έχει επίσης καταφέρει να δημιουργήσει σε όλους τους θεατές της το αίσθημα της θετικής προδιάθεσης. Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο κέρδος. Στο υπόγειο του Εθνικού (το ότι είναι υπόγειο είναι κάτι το εμβληματικό για το θέατρό μας) καλλιεργείται τα τελευταία χρόνια μια θεατρική παράδοση που στηρίζεται στην ποιότητα και στην καλλιτεχνική προσφορά. Μακάρι το θετικό αυτό κλίμα να συνεχιστεί, αν και όποιος μπορεί να βλέπει πίσω από τις εύκαιρες επιτυχίες, διακρίνει στην περίπτωση της Πειραματικής τα γερά θεμέλια και το κλίμα της ομαδικότητας και αφοσίωσης που προμηνύουν πάντα την καλή συνέχεια.

    Η παράσταση του έργου του Μπουλγκάκοφ Μολιέρος (Εταιρεία Υποκριτών) είναι η νέα επιτυχία της. Επιτυχία μάλιστα που ξεκινά από την επιλογή του έργου και φτάνει μέχρι το ανέβασμά του και μέχρι τον απόηχό του στη συνείδηση του θεατή του. Το να παρακολουθείς αυτό το έργο του κατατρεγμένου υπερφυή Ρώσου λογοτέχνη, είναι η πρόσληψη μιας ολόκληρης «κατάστασης πραγμάτων». Η παράσταση εξάλλου του Στάθη Λιβαθινού πείθει από μόνη της γι’ αυτό ακριβώς: στόχος του Μπουλγκάκοφ ήταν να δημιουργήσει εκείνο το κλίμα του εκφοβισμού, της βαθιάς καταπίεσης που έχει αποκτήσει τόσο εύρος και τόσο βάθος, ώστε να λαμβάνει το χαρακτήρα ενός συγκεκριμένου τυπικού. Μια κατάσταση ανελευθερίας που εξελίσσεται σε τρόπο σκέψης και σε στάση ζωής. Φοβούμαι ότι δεν μπορώ παρά να επικροτήσω τη στάση της σοβιετικής λογοκρισίας που απαγόρευσε αυτό το «ρομαντικό δράμα» ή τη «θεατρική βιογραφία» αμέσως με το που αντιλήφθηκε το πραγματικό της νόημα. Το έργο του Μπουλγκάκοφ είναι πράγματι πολύ επικίνδυνο έργο για ολοκληρωτικά καθεστώτα.

    Σε ένα πρώτο επίπεδο το έργο δεν είναι παρά η ελεύθερη απόδοση των τελευταίων χρόνων του μεγάλου κωμικού ηθοποιού και κωμωδιογράφου. Όταν η ευφυΐα του, αγγίζοντας την πλήρη ωριμότητά της, υπερβαίνει τα όρια που η εξουσία και το κράτος θέτουν για τις εκδηλώσεις της. Κι όταν ο ίδιος ο Μολιέρος αρχίζει πλέον να εκτελεί μια ακροβασία ανάμεσα σε όσα προστάζει ο ηθικός κανόνας και όσα επιβάλλει η πλατιά ψυχή του μεγάλου δημιουργού. Το πρόσωπό του γίνεται έτσι το ίδιο η παραβολική μορφή της καταπιεσμένης ιδιοφυίας, της πάντα νικημένης, που υποχρεώνεται να υποβάλει «τα σέβη της» για να επιβιώσει. Πάνω σε αυτό το κρίσιμο θέμα, ο Μπουλγκάκοφ συνθέτει ένα λεπτοφυές εξπρεσιονιστικό δράμα, όπου πρώτη σημασία έχουν το κλίμα και το στυλ, ο τρόπος και το ύφος της επίδειξης. Μια απεικόνιση του θεατρικού κοσμοειδώλου της υποκρισίας και της μάσκας.
    Αυτό το εύθραυστο έργο ανέβασε με την ομάδα του ο Στάθη Λιβαθινός επιχειρώντας, όπως νομίζω, μια επιτομή του θεατρικού ύφους. Ηθοποιοί που παίζουν τους ηθοποιούς και το θέατρο που επιχειρεί να αποδώσει την ποιητική του θεατρικού χώρου. Πέρα από τη σημασία του έργου, ποιο άλλο έργο θα μπορούσε να προκρίνει ένας παιδαγωγός του θεάτρου για να ασκήσει και να δοκιμάσει τους μαθητές του; Και το αποτέλεσμα υπήρξε μια παράσταση που, διατηρώντας την εκμαυλιστική θεατρινίστικη όψη της, άφηνε στο βάθος της να διαφανεί η σκοτεινή ενέργεια της ιδιοφυίας, η ίδια ενέργεια που τρόμαξε τους συνομήλικους του Μολιέρου και αργότερα του Μπουλγκάκοφ.

    Ακόμη μια σπουδαία ερμηνεία από τους ηθοποιούς της Πειραματικής Σκηνής, με κορυφή τον πρωταγωνιστή αυτού του θεάτρου συνόλου, τον Δημήτρη Ήμελλο. Ο ηθοποιός είναι ήδη βραβευμένος και έχει ακούσει πολλά δίκαια καλά σχόλια για τις δυνατότητές του. Αν καλλιεργήσει ακόμη περισσότερο τη φωνή του -που συνεχίζει να ακούγεται αδύναμη στις χαμηλές νότες- η σταδιοδρομία του στη συνέχεια προδιαγράφεται από κάθε άποψη λαμπρή. Κανένας από τους υπόλοιπους δεν υστέρησε, πράγμα που σε περιπτώσεις πολυπρόσωπων παραστάσεων όπως αυτή, σημαίνει δυστυχώς ότι κάποιοι αδικούνται στις τελικές αναφορές. Ας ξεχωρίσουμε τον Νίκο Καρδώνη για την ερμηνεία του στο ρόλο του Βασιλιά Ήλιου, ερμηνεία τέτοιας εντέλειας που θα μπορούσαμε να τη θαυμάσουμε ακόμη και σε παριζιάνικη σκηνή, και τη Μαίρη Μπουγά (στην παράσταση που είδα) στο ρόλο της νεαρής συζύγου του Μολιέρου. Η μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά και οι στίχοι του Στρατή Πασχάλη αποτέλεσαν τους θεμέλιους λίθους της όλης επιτυχίας.

    Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου φανερώνονται όχι μόνο το μέλλον, αλλά και το παρόν της ελληνικής σκηνής. Και το παρόν αυτό δεν μπορεί παρά να μας γεμίζει περηφάνια.

    17.12.2004, Ιωαννίδης Γρηγόρης «Η σκοτεινή ενέργεια της μεγαλοφυΐας», Αντί

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Ρεπερτόριο υψηλών απαιτήσεων – «Μολιέρος» από το Εθνικό Θέατρο

    […] Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, οι θεατρόφιλοι μπορούν να δουν μια από τις καλύτερες παραστάσεις του φετινού χειμώνα, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, με το πρωτοπαρουσιαζόμενο στην Ελλάδα έργο του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ «Μολιέρος (εταιρία υποκριτών)». Η πολύ καλή μετάφραση είναι του Λεωνίδα Καρατζά. Τη μετάφραση των στίχων και τα κείμενα των τραγουδιών υπογράφει ο σημαντικός ποιητής Στρατής Πασχάλης. Την αρμόζουσα στο ιστορικό πλαίσιο και στο σατιρικό χαρακτήρα του έργου μουσική ο Θοδωρής Αμπαζής. Το λιτότατο σκηνικό και τα πανέμορφα κοστούμια εποχής η Θάλεια Ιστικοπούλου. Την εκφραστικότατη κίνηση – χορογραφία Κυριάκος Κοσμίδης, την καλοδιδαγμένη ξιφασκία ο Γεννάδιος Πάτσης και τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς ο Ζαφείρης Επαμεινώνδας.

    Ο Μπουλγκάκοφ με το έργο αυτό πέτυχε με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια… Να κάνει θέατρο μέσα στο θέατρο. Να ιστορήσει την τελευταία περίοδο της ζωής, των ερώτων, της θεατρικής δημιουργίας του Μολιέρου, της εύνοιας που του προσέφερε ο Λουδοβίκος ΙΔ’ και της πολεμικής εναντίον του από την ιεροεξεταστική εκκλησιαστική ηγεσία, τα παραεκκλησιαστικά φερέφωνά της και τους «πράκτορές» της. Να σατιρίζει τον ανταγωνισμό, τη ζηλοτυπία, τον ελευθεριάζοντα βίο των θεατρίνων. Να καυτηριάσει, μέσω της ιστορίας του Μολιέρου, για παρόμοια φαινόμενα στο ρώσικο θέατρο της εποχής του.

    Ο Στάθης Λιβαθινός ανέδειξε και εξισορρόπησε απολύτως όλες τις συνισταμένες του έργου. Με εξαίρεση κάποια αργορυθμία στο λόγο, η ευφρόσυνη παράστασή του διαθέτει παιγνιώδη ευρηματικότητα, αίσθηση του χιούμορ, κέφι, υψηλό αισθητικό γούστο και συνολικά καλοδιδαγμένες ερμηνείες, από ταλαντούχους, επί το πλείστον νέους ηθοποιούς, που καταθέτουν τον καλύτερο εαυτό τους για μια πολύ δημιουργική ατομική και συλλογική υποκριτική άμιλλα. Όλοι αξίζουν επαίνους και αναφοράς: Νίκος Καρδώνης, Δημήτρης Ήμελλος, Δημήτρης Παπανικολάου, Γιάννης Μαυριτσάκης, Μαρία Σαββίδου, Στάθης Γράψας, Μαίρη Μπουγά, Γιώργος Φριντζήλας, Άρης Τρουπάκης, Ναταλία Στυλιανού, Σοφία Τσινάρη, Γιώργος Δάμπασης, Γεννάδιος Πάτσης, Ελένη Ρουσσινού, Βασίλη Ανδρέου.

    15.12.2004, Θυμέλη «Ρεπερτόριο υψηλών απαιτήσεων – «Μολιέρος» από το Εθνικό Θέατρο», Ριζοσπάστης

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Μολιέρος»: μια απολαυστική παράσταση

    Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού είδαμε ένα επίκαιρο έργο, παρουσιασμένο με χιούμορ και τρυφερότητα.

    Παίζεται στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού και σίγουρα θα αναδειχθεί ως μία από τις καλύτερες παραστάσεις εφέτος: πρόκειται για το έργο του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ «Μολιέρος» ή «Εταιρεία Υποκριτών», όπως είναι και ο πρωτότυπος τίτλος του. Μια παράσταση με την οποία ο υπεύθυνος της Πειραματικής Στάθης Λιβαθινός και ολόκληρη η ομάδα των ηθοποιών της κάνουν μία ακόμα μεγάλη επιτυχία.

    Είναι να απορείς που αυτό το ωραίο έργο δεν έχει παιχτεί μέχρι σήμερα στη χώρα μας. Είναι θεατρικότατο και δεν μιλάει μόνο για την πολυκύμαντη ζωή ενός επαναστάτη της σκηνής, που υπήρξε ο Μολιέρος, αλλά, με αφορμή αυτή τη ζωή, πιάνει το ζήτημα της καταστρεπτικής, κατά κανόνα, για τον καλλιτέχνη, για το δημιουργό γενικότερα, σχέσης του με την εξουσία. Ζήτημα πάντα επίκαιρο… Ίσως έχει παραγνωριστεί το έργο αυτό εξ αιτίας και των περιπετειών που είχε με το σοβιετικό καθεστώς από το 1929 που γράφτηκε και αποφασίστηκε να ανεβαστεί στο περίφημο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας ως το… 1936 που εν τέλει ανέβηκε – για να κατέβει αυθωρεί και παραχρήμα με επέμβαση της σταλινικής λογοκρισίας, αλλά και των φθονερών συναδέλφων του προικισμένου συγγραφέα…

    Ο συγγραφέας δεν επιδιώκει να αναδείξει το μέγεθος του δημιουργού Μολιέρου. Αυτό το θεωρεί δεδομένο. Τον παρουσιάζει αντίθετα σε σκηνές «καθημερινού βίου» και εμμένει ιδιαίτερα στην πολυσυζητημένη σχέση του με την πολύ νεότερή του Αρμάντ Μπεζάρ, που έγινε η δεύτερη γυναίκα του, ενώ οργίαζαν οι διαδιδόμενες από τους εχθρούς του φήμες πως ήταν κόρη του από τη σχέση του με την Μαντλέν Μπεζάρ. Αυτήν την κατηγορία, ότι δε ήταν παρά ένας αχρείος αιμομίκτης, ένας άθεος, ανατροπέας της Τάξης Θεού και Βασιλέως, χρησιμοποίησαν για να στρέψουν εναντίον του τον βασιλιά Λουδοβίκο 14ο οι εκκλησιαστικοί και κοσμικοί κύκλοι, μαστιγωμένοι από την άγρια μολιερική σάτιρα – Ταρτούφοι. Αρχοντοχωριάτες. Φιλάργυροι… Εκείνο όμως που ο Μπουλγκάκοφ κατά βάθος δείχνει είναι πως η Εξουσία αλέθει εν τέλει το δημιουργό. Και υπήρξε τραγικά προφητικός, γιατί ό,τι επιφύλαξε στον Μολιέρο η κληρικοαυλική καμαρίλα του «Βασιλιά Ήλιου», το ίδιο υπέστη κι αυτός από τη σταλινική «αυλή».

    Την ουσία του έργου παραδίδει ακέραια στο θεατή η παράσταση του Στάθη Λιβαθινού. Χωρίς, μάλιστα, να θυσιάσει κανέναν από τους ποικίλους άλλους χυμούς του έργου – το χιούμορ του ή την τρυφερότητα με την οποία κοιτάζει τα ανθρώπινα, αδυναμίες, πάθη. Μέσα σε ένα σκηνικό περιβάλλον θεατρικής ευφυΐας και με υπέροχα κοστούμια (Θάλεια Ιστικοπούλου), οι εξαίρετοι ηθοποιοί της Πειραματικής στήνουν υποβλητικά σκηνές, όπως ο έως και συνταρακτικός Δημήτρης Ήμελλος, Μολιέρος, ο μινιατουρίστας πια Νίκος Καρδώνης ως Λουδοβίκος, ο απολαυστικά πολύτροπος Γιώργος Δάμπασης ως υπηρέτης-σκιά του Μολιέρου, ο καταχθόνιος Αρχιεπίσκοπος του Γιάννης Μαυριτσάκη, η εντυπωσιακά ώριμη, για τόσο νέα παρουσία, Μαίρη Μπουγά (Αρμάντ) και όλοι οι άλλοι καλοί ηθοποιοί της παράστασης.

    05.12.2004, Αγγελικόπουλος Βασίλης «Μολιέρος: μια απολαυστική παράσταση», Η Καθημερινή

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Μπουλγκάκοφ από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου

    Ο «Μολιέρος», ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά έργα του Ρώσου συγγραφέα Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, φιλοξενείται στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Τη μετάφραση στίχων και τα κείμενα των τραγουδιών έκανε ο Στρατής Πασχάλης, τα σκηνικά και τα κοστούμια επιμελήθηκε η Θάλεια Ιστικοπούλου, τη μουσική έγραψε ο Θοδωρής Αμπαζής, τη κίνηση-χορογραφία δίδαξε ο Κυριάκος Κοσμίδης, την ξιφασκία ο Γεννάδιος Πάτσης, ενώ τους φωτισμούς τους φρόντισε ο Ζαφείρης Επαμεινώδας.

    Για να θυμηθούμε τον Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ

    Γεννημένος το 1891, ο Μπουλγκάκοφ ήταν ένας από εκείνους που το μεγαλύτερο μέρος των αριστουργημάτων τους έμεινε άγνωστο στο ευρύ κοινό αφού η δημοσιοποίηση τους ήταν απαγορευμένη. Έτσι, μάλλον τυχαία, γνωρίσαμε το έργο του-δέκα χρόνια περίπου μετά το θάνατό του το 1940-κι αφού το παγκόσμιο λογοτεχνικό πανόραμα ήταν ήδη σχηματισμένο.

    Το κωμικό ύφος της γραφής του, τα τραγικά υπονοούμενα, οι βιβλικές αντιστοιχίες και κρυμμένα σύμβολά του δημιούργησαν την αίσθηση ότι χωρίς καμία υπερβολή ο Μπουλγκάκοφ δεν ήταν κατώτερος από τον Κάφκα. «Ο μαίτρ και η Μαργαρίτα» αλλά και «Η καρδιά του σκύλου» ανήκουν στα εκλεκτά κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

    Ασκώντας έντονη κριτική στο κομμουνιστικό καθεστώς της χώρας του, μέσα από τις σελίδες του, ο Μπουλγκάκοφ, καταγγέλλει την καθημερινή ζωή στη Μόσχα επί Στάλιν, τις υποχωρήσεις των κατοίκων της για να επιβιώσουν, τη δημιουργία κυκλωμάτων και σπειρών. Κι όλα αυτά με ένα τρόπο ψυχρό. Η κριτική του στο κομμουνιστικό καθεστώς υπήρξε έντονη.

    Ο συγγραφέας, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Κίεβο, διηγείται μέσα από άλλα διηγήματα του με την ίδια αφοπλιστική ψυχρότητα την ιστορία του τόπου του. Αντλώντας στοιχεία από την ιστορική πραγματικότητα, αναμειγνύοντας όλες τις πιθανές λογοτεχνικές φόρμες – πληροφορίες, όνειρα, σουρεαλιστικές αφηγήσεις, υπακούοντας στην ακουστική χροιά των λέξεων, έγραψε έργα που θυμίζουν άλλους μεγάλους της λογοτεχνίας που πειραματίστηκαν με όπλα τη γραφή και την έμπνευση αλλά και την ευαισθησία. Όπως ο Μαγιακόφσκι και ο Πάστερνακ, έτσι και ο Μπουλγκάκοφ βοήθησε τη ρωσική λογοτεχνία να φτάσει ως την Ευρώπη. Όμως ήταν ο μόνος που προαισθάνθηκε ότι ο ρωσικός λαός θα υπέκυπτε τελικά μετά την ενδυνάμωση της δικτατορίας, θα νοσούσε βαθιά φτάνοντας στο σημείο να υποστεί γάγγραινα και να χάσει την ολότητα του.

    Αυτοβιογραφικό στο μεγαλύτερο μέρος του το έργο του Μπουλγκάκοφ, αφήνει να αναδυθούν οι πλευρές –πολλές και διαφορετικές- ενός σύνθετου εντέλει δημιουργού. Όπως η εμπειρία του πόνου, πυρήνας του έργου του, γύρω από τον οποίο εξελίσσονται επιμέρους θέματα. Κι όλα αυτά αποδεικνύουν ότι στο πρόσωπό του συγκατοίκησαν σε όλα τα χρόνια της συγγραφικής του ζωής το πάθος για το καινούργιο στη λογοτεχνία και η ευαισθησία απέναντι στις συμφορές του ρωσικού λαού.

    Ο Μολιέρος, μια τομή στο έργο του Μπουλγκάκοφ

    Στον «Μολιέρο» ο συγγραφέας παρακολουθεί μέσα από το κείμενό του ένα κομμάτι από τη ζωή του μεγάλου Γάλλου δραματουργού: τις σχέσεις του με την οικογένειά του και με τον θίασό του, αλλά κυρίως τη δραματική του σχέση με την εξουσία και με τον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΔ, μέσα στην ατμόσφαιρα των έντονων αντιθέσεων που ενέπνευσε ο Μολιέρος και που έφτασαν έως και την απαγόρευση του Ταρτούφου. «Τα τελευταία χρόνια της ζωής του μεγάλου συγγραφέα, ηθοποιού και θιασάρχη Ζαν –Μπατίστ Ποκλέν, που έμεινε στην ιστορία με το όνομα Μολιέρος, ήταν ίσως τα πιο έντονα αλλά και τα πιο δημιουργικά, γιατί προκάλεσαν το δέος και το θαυμασμό του κοινού, αλλά και τον πιο λυσσαλέο πόλεμο των θρησκόληπτων του βασιλικού περιβάλλοντος και των «διαδρόμων». Ο Μπουλγκάκοφ καταγράφει λεπτό προς λεπτό τη ζωή και τα πάθη του ίδιου του Μολιέρου και του θιάσου του» σημειώνει ο Στάθης Λιβαθινός.

    Πρωταγωνιστούν με σειρά εμφάνισης: Βασίλης Ανδρέου, Νίκος Γιαλελής, Στάθης Γράψας, Γιώργος Δάμπασης, Δημήτρης Ήμελλος, Νίκος Καρδώνης, Γιάννης Μαυριτσάκης, Μαίρη Μπουγά, Ελένη Ρουσινού, Δημήτρης Παπανικολάου, Γεννάδιος Πάτσης, Νίκος Πυροκάκος, Μαρία Σαββίδου, Σοφία Τσινάρη, Ναταλία Στυλιανού, Στράτος Σωπύλης, Άρης Τρουπάκης, Γιώργος Φριντζήλας. […]

    Η Πειραματική Σκηνή διατηρεί και φέτος το ρεπερτόριο της την ερευνητική της εργασία πάνω στη σκηνικά αντιμετώπιση του ποιητικού λόγου. Η παράσταση «Αυτό που δεν τελειώνει. Εκδοχή ΙΙ». επιχειρεί να συνδυάσει την αναζήτηση της ουσίας με την άσκηση ύφους, σε μια απόπειρα επικοινωνίας με ένα είδος γραφής που δεν είναι εξ ορισμού πρόσφορο στη θεατρική προσαρμογή. Στη δραματουργική επεξεργασία των ποιημάτων συνεργάστηκαν ο Στάθης Λιβαθινός και ο Στράτος Πασχάλης, που έγραψε και τους στίχους των τραγουδιών της παράστασης. […]

    30.11.2004, Αδαμοπούλου Μαρία «Μπουλγκάκοφ από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου», Η Αυγή

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Ο Μολιέρος ήταν η ντίβα της εποχής του»

    Ο Στάθης Λιβαθινός ανεβάζει το έργο του Μπουλγκάκοφ που αναφέρεται στη ζωή του γάλλου κωμωδιογράφου και μιλάει για το παρόν και το μέλλον της Πειραματικής Σκηνής.

    Ο Στάθης Λιβαθινός βρίσκεται για τέταρτη χρονιά στα… υπόγεια του Εθνικού Θεάτρου, όπου λειτουργεί η Πειραματική Σκηνή την οποία διευθύνει. Μαζί με μια ομάδα νέων ανθρώπων δουλεύει συστηματικά και ό,τι παρουσιάζει μετατρέπεται σε θεατρικό γεγονός, αρκεί να θυμηθεί κανείς την παράσταση «Αγάπης αγώνας άγονος». Ύστερα από πέντε μήνες πρόβας, παρουσιάζει αυτή την εποχή το έργο του ρώσου συγγραφέα Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ «Μολιέρος». Και αν σε πολλούς ο χρόνος προετοιμασίας φαίνεται μεγάλος για τα ελληνικά δεδομένα, αρκεί να σκεφθεί ότι ο ίδιος ο Μπουλγκάκοφ έκανε… έξι χρόνια πρόβες για να ανεβάσει το έργο του στο Θέατρο της Μόσχας, το 1935-36. Και έδωσε μόνον επτά παραστάσεις.

    Αποκάλυψη του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας, διάδοχος του Αντον Τσέχοφ, ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ (1891-1940) δεν έγινε τόσο μεγάλος όσο θα περίμενε κανείς την εποχή που συνέβη η θεατρική του έκρηξη. H συγκυρία δεν τον ευνόησε. Γράφοντας για τον Μολιέρο, τον οποίο είχε μελετήσει και θαύμαζε, ενδομύχως ικανοποιούσε την ανάγκη του να ταυτιστεί με ένα καλλιτεχνικό φαινόμενο. Και πράγματι: Ο καταδιωγμένος και κομμένος από παντού Μπουλγκάκοφ παρατηρεί και γράφει για τη ζωή του περιορισμένου, απομονωμένου και καταραμένου Μολιέρου. «Από αυτό το μείγμα βγαίνει και μοναξιά. H τραγική φιγούρα του ίδιου του ρώσου συγγραφέα, που πέθανε μόνος και φτωχός λίγο πριν από τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο» λέει ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός. «Και παρατηρείται η εξής τραγική ταύτιση: Ο ίδιος ο Μπουλγκάκοφ όταν γράφει δεν ξέρει πόσο πολύ η ζωή του θα ταυτισθεί με τη ζωή του Μολιέρου, δέκα χρόνια μετά. Από μόνη της όμως η ιστορία του Μολιέρου είναι πολύ γοητευτική. Περιέχει ό,τι ίντριγκα μπορεί να σκεφθεί κανείς. Ο Μολιέρος ήταν σταρ, ήταν η ντίβα της εποχής του» συμπληρώνει. «Όσο για τον τρόπο αφήγησης του Μπουλγκάκοφ, έχει τρομερό ενδιαφέρον. Είναι λεπτομερής, αληθινός, ρεαλιστικός, ασυνήθιστος και μαγικός. Είναι ο συγγραφέας του μυθιστορήματος “Μετρ και Μαργαρίτα” και αυτό τα λέει όλα».

    Για τον Στάθη Λιβαθινό ο «Μολιέρος» του Μπουλγκάκοφ είναι το δυσκολότερο έργο με το οποίο έχει ποτέ καταπιαστεί. Το θεωρεί άσκηση νεύρων και δυνατοτήτων. «Προσπαθώ κάθε φορά να βρω τον τρόπο. Πιο πολύ ξέρω τι να αποφύγω. Όχι ότι δεν κάνω λάθη, αλίμονο…». Τα τελευταία χρόνια όλα αυτά τα μοιράζεται με τους ανθρώπους της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού, στην προσπάθεια που γίνεται εκεί για μια δουλειά σε βάθος. «Με σύμμαχο και υποστηρικτή τον Νίκο Κούρκουλο» υπογραμμίζει. «Με τους ηθοποιούς μάς συνδέει ένας πολύ ζωντανός κώδικας, ένα πάθος, μια αφιέρωση. Δουλεύουμε τόσα χρόνια μαζί». Το Εργαστήρι κλείνει εφέτος τέσσερα χρόνια. Ήδη η πρώτη γενιά σκηνοθετών (πέντε νέα παιδιά που παρουσιάζουν τη δουλειά τους στο Εθνικό Θέατρο) «παραδόθηκε» στο θέατρο. Ωστόσο δεν ήρθαν καινούργιοι. «Δεν μου αρέσουν τα μεγάλα λόγια. Να πω ότι “εμείς πάμε προς τα εδώ…”. Διότι η ζωή πάει κάπου αλλού. Όλοι εδώ έχουμε μια αντίληψη για το τι θα έπρεπε να κάνουμε. Φυσικά και έχω την επιθυμία να οδηγηθεί όλο αυτό κάπου. Προτιμώ όμως να ζω αυτό που γίνεται τώρα. Έτσι κι αλλιώς το Εθνικό περνά δυσκολίες. Είχε ονειρευθεί ένα βαλκανικό φεστιβάλ θεάτρου και πολλά ακόμη. Νομίζω ότι το καλύτερο θα ήταν αυτό που ξεκίνησε εδώ να συνεχιστεί. Εκτός από σκηνοθέτες να δημιουργήσουμε και καινούργιους νέους έλληνες συγγραφείς. Και βέβαια θα ήθελα η σχολή σκηνοθεσίας να γίνει θεσμός και να μετατραπεί στη μελλοντική Ακαδημία Θεάτρου» καταλήγει.

    Το έργο του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ «Μολιέρος» ανεβαίνει από το Εθνικό Θέατρο. Μετάφραση Λεωνίδας Καρατζάς, σκηνοθεσία Στάθης Λιβαθινός, μετάφραση στίχων και κείμενα τραγουδιών Στρατής Πασχάλης, σκηνικά-κοστούμια Θάλεια Ιστικοπούλου, μουσική Θοδωρής Αμπαζής, κίνηση-χορογραφία Κυριάκος Κοσμίδης. Παίζουν: Βασίλης Ανδρέου, Νίκος Γιαλελής, Στάθης Γράψας, Γιώργος Δάμπασης, Δημήτρης Ήμελλος, Νίκος Καρδώνης, Γιάννης Μαυριτσάκης, Μαίρη Μπουγά, Ελένη Ρουσσινού, Δημήτρης Παπανικολάου, Γεννάδιος Πάτσης, Νίκος Πυροκάκος, Μαρία Σαββίδου, Σοφία Τσινάρη, Ναταλία Στυλιανού, Στράτος Σωπύλης, Αρης Τρουπάκης, Γιώργος Φριντζήλας. Παραστάσεις στην Πειραματική Σκηνή: Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή (20.30), Σάββατο (19.00) και Κυριακή μεσημέρι (13.00).

    28.11.2004, Λοβέρδου Μυρτώ «Ο Μολιέρος ήταν η ντίβα της εποχής του», Το Βήμα

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Η Πειραματική Σκηνή υποδέχεται τον Μολιέρο

    Λεπτό προς λεπτό η ζωή του, όπως την κατέγραψε ο Μπουλγκάκοφ

    «Τα τελευταία χρόνια της ζωής του μεγάλου συγγραφέα, ηθοποιού και θιασάρχη Ζαν-Μπατίστ Πόκλεϊ, που έμεινε στην ιστορία με το όνομα Μολιέρος ήταν ίσως τα πιο έντονα, αλλά και τα πιο δημιουργικά, γιατί προκάλεσαν το δέος και το θαυμασμό του κοινού, αλλά και τον πιο λυσσαλέο πόλεμο των θρησκόληπτων του βασιλικού περιβάλλοντος και τον “διαδρομών”. Ο Μπουλγκάκοφ καταγράφει λεπτό προς λεπτό τη ζωή και τα πάθη του ίδιου του Μολιέρου και του θιάσου… ».

    Ο Στάθης Λιβαθινός μιλάει με ενθουσιασμό για τη δουλειά που γίνεται στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Στο πρόσωπό του καθρεφτίζεται η χαρά της δημιουργίας ενός ανθρώπου που ξαγρυπνά πίσω από τους προβολείς και τα φώτα της δημοσιότητας.

    Είναι το Θέατρο ταξίδι…

    Ο Κώστας Τσιάνος, με την ιδιότητά του ως αναπληρωτή καλλιτεχνικού διευθυντή του θεάτρου της οδού Αγίου Κωνσταντίνου, προλογίζοντας την καθιερωμένη συνέντευξη στάθηκε σε «αυτήν την τόσο σημαντική στιγμή με τον Μπουλγκάκοφ» και γύρισε εσπευσμένα στο καθήκον του που τον καλούσε.

    Προγραμματισμός

    Ο υπεύθυνος της Πειραματικής Σκηνής του Ε.Θ., Στάθης Λιβαθινός, αυτός ο ανατρεπτικός σκηνοθέτης, παρουσιάζοντας το πρόγραμμα της σεζόν 2004-2005 αναφέρθηκε «στην έντονη, γεμάτη βία και πάθος εποχή, αλλά συνάμα τόσο δημιουργική, που αλλάζει η ζωή μας» και φυσικά δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει δημόσια τον καλλιτεχνικό διευθυντή του θεάτρου της οδού Αγίου Κωνσταντίνου. «Κάναμε αυτήν την υποκριτική και σκηνοθετική δουλειά με την ενθάρρυνση και το καινούργιο και τη δύναμη που μας δίνει ο Νίκος Κούρκουλος». Για το ρεπερτόριο διευκρίνισε: «Είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στη ζωή μας, όπως θα μας διδάξει και ο Μπουλγκάκοφ με τον Μολιέρο: Δεν αρκεί παρά μόνο ένα περιβάλλον για να δημιουργήσεις οτιδήποτε. Δεν φυτρώνει τίποτα στο πουθενά», τόνισε χαρακτηριστικά και αποσύρθηκε στη γωνία για να δώσει το λόγο στους σκηνοθέτες των έργων, αρχής γενομένης από τον Δημήτρη Λιγνάδη, ο οποίος θα ανεβάσει στις 18 Μαρτίου του 2005 τη τριλογία του Αισχύλου «Ορέστεια».

    […] Η Λίλλυ Μελεμέ, που θα δείξει τη δουλειά της με το «Μαύρο μοναχό», έργο που είναι βασισμένο στο διήγημα του Α. Τσέχωφ, αφού ευχαρίστησε το δάσκαλό της, τον Στάθη Λιβαθινό, για τη συμμετοχή του στην παράσταση, κατέθεσε την εμπειρία της από το εργαστήρι: «Όλοι εδώ πιστέψαμε σε αυτό το όνειρο της ομαδικής δουλειάς και το όνειρο έγινε πραγματικότητα» […] Στις 30 Νοεμβρίου ο Στάθης Λιβαθινός θα ανεβάσει στην Π.Σ. την παράσταση «Αυτό που δεν τελειώνει». Είναι η δεύτερη εκδοχή της ελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα.

    Πέντε μήνες πρόβες από τον Στάθη Λιβαθινό

    Ήρθε όμως, η ώρα του Μπουλγκάκοφ. Το έργο ανεβαίνει απόψε το βράδυ. Ο Στάθης Λιβαθινός θα μπορούσε να μας έχει μέρες απέναντί του να μας μιλάει για το έργο. Τόσο έχει εμβαθύνει. Μόνον οι πρόβες για το ανέβασμα ήταν 5 μήνες.

    «Ο Μπουλγκάκοφ δικαίωσε τραγικά τη ζωή του Μολιέρου, που ταυτίστηκε με τη δική του, ο οποίος πέθανε τραγικά απομονωμένος. Είναι ένα έργο χωρίς σημαία. Η ανθρώπινη ψυχή και η τραγωδία δεν έχει εθνικότητα. Δεν ξέρω, αν και ο ίδιος ο Μπουλγκάκοφ ήξερε, πόσο κοντά ήταν η ζωή του με αυτό που έγραψε το 1929-1930. Ο Στάλιν απαγόρευσε το ανέβασμα του έργου. Ωστόσο παρακολουθούσε κάθε βράδυ στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας το έργο “Λευκός φρουρός”».

    Το Θ.Τ. της Μόσχας έφερε κοσμοϊστορικές αλλαγές τον 20ο αιώνα παγκόσμια στη δημιουργία του σκηνοθετικού θεάτρου. «Φρέσκο αίμα και καινούργια δραματουργία».

    «Ο Μπουλγκάκοφ είναι ο δεύτερος Τσέχοφ. Έγραψε ένα έργο τολμηρό, με χιούμορ, άναρχο, διαβολεμένο, γκροτέσκο. Δύσκολη δραματουργία. Δόθηκε (1930) στο Θ.Τ. της Μόσχας και μετά πρόβες έξι χρόνων κόπηκε από εκείνους που ήλεγχαν το κείμενο.

    Ο Μπουλγκάκοφ έγραψε εξαίρετα τη βιογραφία του Μολιέρου. Είναι ένα έργο που έχει το άρωμα της γαλλικής δραματουργίας. Η παράστασή μας είναι οριακή, ενδιαφέρουσα και ακραία».

    Τη μετάφραση στίχων και τα κείμενα των τραγουδιών υπογράφει ο Στρατής Πασχάλης, τα σκηνικά – κοστούμια φιλοτέχνησε η Θάλεια Ιστικοπούλου, τη μουσική έγραψε ο Θοδωρής Αμπαζής, την κίνηση – χορογραφία δίδαξε ο Κυριάκος Κοσμίδης, την ξιφασκία ο Γεννάδιος Οπάτσης, ενώ τους φωτισμούς φρόντισε ο Ζαφείρης Επαμεινώνδας.

    Πρωταγωνιστούν: Βασίλης Ανδρέου, Νίκος Γιαλελής, Στάθης Γράψας, Γιώργος Δάμπασης, Δημήτρης Ήμελλος, Νίκος Καρδώνης, Γιάννης Μαυριτσάκης, Μαίρη Μπουγά, Ελένη Ρουσινού, Δημήτρης Παπανικολάου, Γεννάδιος Πάτσης, Νίκος Πυροκάκος, Μαρία Σαββίδου, Σοφία Τσινάρη, Ναταλία Στυλιανού, Στράτος Σωπύλης, Άρης Τρουπάκης, Γιώργος Φριντζήλας.

    19.11.2004, Μιχαλιτσιάνου Σμαράγδα «Η Πειραματική Σκηνή υποδέχεται τον Μολιέρο», Η Απόφαση

     

    Για το link πατήστε εδώ