Εκάβη | Στη σκιά της Πολιτείας – Ευριπίδης

2026

Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026

Θεατρο Ηρώδου Αττικού

Πρώτη παράσταση: 25 Ιουνίου 2026

25-26 Ιουνίου 2026

Στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων της Ακαδημίας Αθηνών (1926-2026).

Η τελευταία θεατρική παραγωγή που φιλοξενήθηκε στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, πριν από την έναρξη της ανακαίνισής του.

 

Η «Εκάβη» του Ευριπίδη, γραμμένη στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, αποτυπώνει έναν κόσμο σε κρίση, όπου το δίκαιο και οι ηθικές αξίες έχουν καταρρεύσει. Μέσα σε αυτό το τοπίο βίας και απώλειας, η άλλοτε κραταιά Εκάβη, συντετριμμένη από την απώλεια και εκτεθειμένη στην ιστορική βία, έρχεται αντιμέτωπη με τη διάλυση κάθε σταθεράς του κόσμου της. Βασίλισσα, μητέρα, αιχμάλωτη, φέρει πάνω στο σώμα της τα ίχνη του πολέμου και της ανθρώπινης ωμότητας ενώ, μέσα στην αποσάθρωση κάθε έννοιας δικαίου, οδηγείται σταδιακά σε μια οριακή κατάσταση όπου ο πόνος, η εκδίκηση, η ηθική και η δικαιοσύνη απλώς συγχέονται.

Απέναντι σε αυτή τη συντριβή, τα αποσπάσματα από την «Πολιτεία του Πλάτωνα» φέρνουν μια διαφορετική οπτική: το δίκαιο ως βάση μιας αρμονικής κοινωνίας και την αλήθεια ως κάτι που ξεπερνά τα φαινόμενα. Άξονας της σκηνοθεσίας είναι συγκεκριμένα «Ο μύθος του Σπηλαίου» – η εμβληματική πλατωνική αλληγορία για την πλάνη, τη γνώση και τη δυνατότητα αφύπνισης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Εκάβη φωτίζεται εκ νέου, σε έναν κόσμο όπου, πέρα από τους αθώους νεκρούς, κανείς δεν μένει ηθικά αλώβητος.

Μέσα από αυτή τη συνάντηση τραγωδίας και φιλοσοφίας, η παράσταση μετατρέπεται σε πεδίο στοχασμού, όπου αναμετρώνται τα όρια της επίγνωσης, του ανθρώπινου μέτρου και της ευθύνης.

Η «Εκάβη» του Ευριπίδη αναδεικνύει με συγκλονιστικό τρόπο τον ανθρώπινο πόνο και τη μεταμόρφωση της οδύνης σε εκδίκηση, μέσα στο σκοτεινό τοπίο μετά τον Τρωικό πόλεμο. Μια διαχρονική τραγωδία που φωτίζει τα όρια της δικαιοσύνης και της ηθικής σε συνθήκες απόλυτης καταστροφής.

Μετάφραση: Έλσα Ανδριανού
Σύνθεση κειμένων: Έλσα Ανδριανού | Στάθης Λιβαθινός
Σκηνοθεσία |Δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός 
Σκηνικά– Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Θοδωρής Αμπαζής 
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου 
Κινησιολογία | Διδασκαλία Μάσκας: Camilo Betancor
Σχεδιασμός ήχου | ηχοληψία: Κώστας Μιχόπουλος
Κατασκευή Μασκών: Εργαστήριο Δήμητρα Καίσαρη
Βοηθός σκηνοθέτη: Ηλέκτρα Μαγγίνα 
Βοηθός σκηνογράφου | ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη
Βοηθός συνθέτη: Γιώργος Καρούμπαλος
Συντονιστής Παραγωγής: Νίκος Χαραλαμπίδης
Μετάφραση στα Αγγλικά Μελισσάνθη Γιαννούση  
Εκτέλεση παραγωγής: Polyplanity Productions
Διεύθυνση παραγωγής: Γιολάντα Μαρκοπούλου | Βίκυ Στρατάκη  
Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου – Πολιτιστικός Οργανισμός Λυκόφως | Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Παίζουν (αλφαβητικά):
Αντώνης Γιαννακός, Γιώργος Δάμπασης, Νίκος Καρδώνης, Νέστωρ Κοψιδάς, Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη, Μαρία Σαββίδου, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Άρης Τρουπάκης 

Μουσικοί επί σκηνής:
Γιώργος Κοκκινάρης | κοντραμπάσο
Άγγελος Παππάς | ηλεκτρική κιθάρα
Ιάκωβος Παυλόπουλος | κρουστά

 
  • «Εκάβη»: Ο καλύτερος επίλογος στο Ηρώδειο

    Η καταλληλότερη παράσταση-φινάλε για το Ρωμαϊκό Ωδείο πριν να σιωπήσει για λόγους εργασιών: η συνομιλία της τραγωδίας του Ευριπίδη με την αρκετά μεταγενέστερη αλλά φιλοσοφικά σχεδόν αντιθετική «Πολιτεία» του Πλάτωνα, σε επεξεργασία του ίδιου του σκηνοθέτη

    Λίγο πριν σιγήσει για τρία χρόνια, σύμφωνα τουλάχιστον με τον σημερινό σχεδιασμό, προλαβαίνουμε να απευθύνουμε στο Ηρώδειο, -την κορωνίδα για δεκαετίες του Φεστιβάλ Αθηνών-, έναν προσωρινό αποχαιρετισμό. Και μας δίνει καλή αφορμή γι’ αυτόν η πολύ ενδιαφέρουσα «Εκάβη», που φιλοξενήθηκε στη σκηνή του, στη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού.

    Κατάμεστο ασφαλώς το Ωδείο από θεατές που ήθελαν μαζί με όλους εμάς να προλάβουν να το αντικρίσουν κατάφωτο στην κλίνη της Ακρόπολης πριν από τις αναγκαίες εργασίες αποκατάστασης. Μα ας το πούμε καθαρά: μπορεί σαν χώρος αφιερωμένος πρωτίστως στη μουσική να μην υπήρξε ο ιδανικός τόπος για θεατρικές παραστάσεις -παρότι τις φιλοξένησε αμέτρητες φορές, χάρη στη μνημειακή του αίγλη αλλά και στη γενναιόδωρη χωρητικότητά του-, ωστόσο για τους περισσότερους θεατρόφιλους το Ηρώδειο θα παραμείνει για πάντα συνδεδεμένο με τα αμέτρητα καλοκαιρινά βράδια της πρώτης και της δεύτερης νιότης τους. Είναι από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις όπου ο χώρος δεν λειτουργεί απλώς σαν δοχείο υποδοχής της θεατρικής πράξης, αλλά ως φορέας μιας σχεδόν μυστικής σχέσης ανάμεσα στο θέατρο και το κοινό του. Και είναι ίσως ένα από τα ωραιότερα επιτεύγματα της νεότερης Ελλάδας ότι αντί να περιχαρακώσει μνημεία σαν αυτό, τα κατοίκησε, τα ενέταξε στη σύγχρονη πολιτιστική ζωή και επέτρεψε σε γενιές θεατών να συγχρονίσουν τις μνήμες τους με τον δικό τους αρχαίο παλμό.

    Η ίδια η παράσταση του Λιβαθινού βέβαια δεν περιορίστηκε σε μια ακόμη σκηνική μεταφορά της γνωστής τραγωδίας του Ευριπίδη. Επιχείρησε κάτι πολύ πιο τολμηρό, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε σκηνικό επίπεδο: τη συνομιλία της «Εκάβης» με την αρκετά μεταγενέστερη αλλά φιλοσοφικά σχεδόν αντιθετική «Πολιτεία» του Πλάτωνα, -στην εξαιρετική μετάφραση και σύνθεση της Ελσας Ανδριανού και την επεξεργασία του ίδιου του σκηνοθέτη. Αποδείχθηκε μάλιστα μια ευτυχής συγκυρία το γεγονός ότι μέσα στο ίδιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα και σε τόσο μικρή χρονική απόσταση συναντηθήκαμε δύο φορές με τον πλατωνικό λόγο: Πρώτα, με τη «Ζ’ Επιστολή» και την «Απολογία» στην παράσταση του Αλέξανδρου Μιστριώτη, και τώρα την «Πολιτεία».

    Μα ίσως η σύμπτωση να μην είναι εντελώς τυχαία. Στο βάθος τους οι δύο αυτές σκηνικές προσεγγίσεις πιθανόν ακολουθούν την ίδια ανάγκη: ζητούν να καλέσουν το φάσμα του φιλόσοφου σε μια εποχή που δοκιμάζεται από τη βία, την πολιτική αστάθεια και την ηθική σύγχυση. Στην «Επιστολή» είναι η ίδια η σύγχρονη πραγματικότητα που καλεί τον φιλόσοφο επί σκηνής. Και στην «Εκάβη» πάλι, η κατάρρευση μιας πόλης και μιας γυναίκας γίνονται τα σύμβολα της κατάρρευσης των ίδιων των πολιτειακών αξιών. Από την Τροία του μύθου μέχρι την Αθήνα του Πελοποννησιακού ο πλατωνικός λόγος προβάλλει σαν η επίμονη αναζήτηση της λογικής τάξης απέναντι στην αποδιάρθρωση του κόσμου· σαν το νήμα που ίσως μπορεί να οδηγήσει έξω από τον λαβύρινθο της Ιστορίας, αλλά και το δίχτυ εκείνο που θα συγκρατήσει τον άνθρωπο από την πλήρη ηθική του πτώση.

    Από την «Πολιτεία» αξιοποιείται βέβαια ιδιαιτέρως η περίφημη αλληγορία του Σπηλαίου, καθώς υπαινίσσεται την αδυναμία του ανθρώπου να εγκαταλείψει τον κόσμο των Σκιών και να διδαχθεί από τα ίδια του τα πάθη. Δεν επιχειρεί όμως κάτι ανάλογο και ο Ευριπίδης στην «Εκάβη»; Αναπλάθοντας τον μύθο της άλωσης της Τροίας από την πλευρά των ηττημένων, των αδικημένων και κολασμένων της Ιστορίας, δεν επιδιώκει άραγε να φωτίσει εκείνη την όψη της αλήθειας που ο λόγος των νικητών αφήνει συνήθως στο σκοτάδι; Και, μήπως, οδηγώντας τη βασίλισσα με τη μυθική γονιμότητα στα έσχατα όρια της ανθρώπινης οδύνης, ύστερα από έναν πόλεμο που της αφαίρεσε παιδιά, πατρίδα, εξουσία και κάθε προοπτική συνέχειας, δεν μας καλεί να αντικρίσουμε διαφορετικά το ίδιο μας το είδωλο; Να αναγνωρίσουμε ότι η πηγή του κακού δεν βρίσκεται αποκλειστικά στον άνθρωπο αλλά στους μηχανισμούς της εξουσίας, οι οποίοι γεννούν, τρέφουν και τελικά επιβραβεύουν τα τέρατα.

    Η πλατωνική παραβολή μιλά για τον άνθρωπο που κατορθώνει να εξέλθει από το Σπήλαιο και να αντικρίσει το φως. Τι είναι όμως εκείνο που τον ωθεί να εγκαταλείψει τις σκιές; Ο Πλάτων θα απαντούσε: Η φιλοσοφία. Ο Ευριπίδης θα αντιπρότεινε ίσως κάτι διαφορετικό. Το θέατρο. Γιατί μόνο όταν ο θεατής αισθανθεί πως μέσα στο Σπήλαιο δεν υπάρχει πια οξυγόνο θα θελήσει πραγματικά να αναζητήσει την έξοδο προς το φως.

    Το άλλο αξιοσημείωτο στοιχείο της παράστασης αφορά την αισθητική της. Κι αυτή συνιστά ένα εξίσου τολμηρό στοίχημα. Η «Εκάβη» του Λιβαθινού υιοθετεί τα χαρακτηριστικά της θεατρικής αλληγορίας, αξιοποιώντας τις ανέκφραστες μάσκες και την έντονα εκφραστική κινησιολογία –καρπό της διδασκαλίας του Camilo Betancor–, μιας σκηνικής γλώσσας που παραπέμπει στις μεγάλες παραδόσεις του θεάτρου της εξωστρεφούς σωματικότητας (κατ’ ουσίαν του μεγάλου λαϊκού θεάτρου), σχεδιασμένης να επικοινωνεί με πολυάριθμο κοινό και τις αναπόφευκτες αποστάσεις που νομοθετεί το ίδιο το Ωδείο.
    Στο κέντρο της σύνθεσης βρίσκεται η χαροκαμένη βασίλισσα, περιστοιχισμένη από έναν πενταμελή Χορό που λειτουργεί σαν πολυπλόκαμη προέκταση της συλλογικής γυναικείας μορφής του πένθους, της εγκατάλειψης και εξορίας. Οσο όμως η «Εκάβη» εγκαταλείπει τη θέση του θύματος για να γίνει φορέας εκδίκησης, άλλο τόσο μεταβάλλεται και ο ίδιος ο Χορός, από συμμέτοχος στον θρήνο σε συνεργό της τιμωρίας, μεταφέροντας στη σκηνή τη σκοτεινή μετάβαση από το πένθος στη βία. Η επίμονη διδασκαλία του Λιβαθινού κατόρθωσε να μετατρέψει τα μέλη του (Αννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη και Βιργινία Ταμπαροπούλου) σε ένα αδιάσπαστο πολυφωνικό θεατρικό σώμα, στο οποίο η ατομική παρουσία υποχωρεί μπροστά στη δύναμη της συλλογικής έκφρασης. Κάπως περισσότερο διακριτά, η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου χαρίζει στη δική της «Πολυξένη» την αιφνίδια ριπή της αληθινής υπέρβασης της ανθρώπινης έκπτωσης, παρακινούμενη ίσως από ένα έμφυτο ηθικό μεγαλείο, ίσως απλώς από αβάσταχτη αηδία απέναντι στον κόσμο που την περιβάλλει.

    Στο κέντρο βρίσκεται φυσικά η αρραγής «Εκάβη» της Μαρίας Σαββίδου, μια γυναίκα που, καθώς η πολιτειακή δικαιοσύνη έχει πλέον πλήρως εκλείψει, οδηγείται στην αμφιλεγόμενη αλλά λυτρωτική οδό της προσωπικής εκδίκησης. Στο τέλος γίνεται κατά παράδοξο τρόπο η ίδια το ζωντανό αντεστραμμένο είδωλο της πλατωνικής παραβολής. Δεν είναι ασφαλώς εκείνη που θα κατορθώσει να εξέλθει από το Σπήλαιο και να αντικρίσει το φως· είναι όμως αυτή που γνώρισε το σκοτάδι του μέχρι τέλους και αναγκάστηκε να πληρώσει το τίμημά του.

    Λίγο πιο πίσω, γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι συμβουλίου, βρίσκονται οι άνδρες της εξουσίας: απόμακροι αυτουργοί ή ψυχροί αγγελιοφόροι της δυστυχίας. Ο «Οδυσσέας» του Γιώργου Δάμπαση, ο «Ταλθύβιος» του Νίκου Καρδώνη, ο «Αγαμέμνων» του Αρη Τρουπάκη και, βέβαια, ο «Πολυμήστορας» του Νέστορα Κοψιδά. Στα δικά τους πρόσωπα η μάσκα αποκτά διαφορετική λειτουργία: αντί να αποκρύπτει το πρόσωπο του ηθοποιού, υποδηλώνει πως πίσω από τη γλώσσα της εξουσίας το ανθρώπινο πρόσωπο έχει ήδη εκλείψει. Οι άνθρωποί της έχουν μεταβληθεί σε φορείς ενός απρόσωπου μηχανισμού βίας που ενεργεί χωρίς να λογοδοτεί στη συνείδηση. Μοναδική εξαίρεση ο αδικοχαμένος «Πολύδωρος» του Αντώνη Γιαννακού, το αθώο θύμα μιας αδικίας από την οποία δεν υπήρχε καμία δυνατότητα διαφυγής.

    Τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου χαρτογραφούν με ακρίβεια τις δύο αντίρροπες όψεις του κόσμου της παράστασης, από την έκπτωτη και πενθούσα θηλυκότητα μέχρι την ψυχρή, τοξική αρρενωπότητα της εξουσίας. Στο ίδιο υψηλό επίπεδο κινείται και η μουσική του Θοδωρή Αμπαζή, διακριτική και καίρια, συνοδεύοντας τη δράση χωρίς να την υπαγορεύει και προσδίδοντας στην παράσταση τη σταθερή αίσθηση της εσωτερικής απειλής.

    Ίσως τελικά να μην μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερο έργο για να χαμηλώσουν προσωρινά τα φώτα του Ηρωδείου. Μια τραγωδία μιλά για το τέλος μιας εποχής. Μιλά για την ανθεκτικότητα της Αλήθειας απέναντι στις σκιές και τον χρόνο.

    6.07.2026, Ιωαννίδης Γρηγόρης «Εκάβη: Ο καλύτερος επίλογος στο Ηρώδειο», Η Εφημερίδα των Συντακτών

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας» | Κριτική

    Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο εύγλωττος επίλογος για το Ηρώδειο από την «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας» σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού. Όχι γιατί πρόκειται για μία ακόμη παράσταση αρχαίου δράματος στο εμβληματικό θέατρο, αλλά για τη σύμπτωση του έργου με το ίδιο το μνημείο. Η επιλογή της «Εκάβης» για το αποχαιρετιστήριο αυτό γεγονός δεν έμοιαζε τυχαία. Μία τραγωδία που μιλάει για το τέλος μιας πόλης έγινε το κύκνειο άσμα ενός θεάτρου που αποσύρεται προσωρινά από τα δρώμενα για να επιστρέψει αναγεννημένο. Όπως η Εκάβη θρηνεί τα ερείπια της Τροίας, έτσι και το Ηρώδειο ετοιμάζεται να κλείσει για να προστατευθούν τα δικά του ερείπια. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για έναν θάνατο, αλλά για μια αναγκαία σιωπή.

    Ο Στάθης Λιβαθινός δεν προσέγγισε την «Εκάβη» ως μια τραγωδία για την εκδίκηση ή ως ένα ακόμη δράμα του μετατρωικού κύκλου. Τη διάβασε ως ένα έργο για τη διάλυση της πολιτικής και ηθικής τάξης, για τη στιγμή που ο άνθρωπος χάνει όχι μόνο την πατρίδα του αλλά και το μέτρο της δικαιοσύνης. Η Εκάβη δεν ήταν εδώ μόνο μια βασίλισσα που έχασε τα παιδιά της. Έγινε η ενσάρκωση μιας πολιτείας που είδε τις αξίες της να συντρίβονται. Η προσωπική τραγωδία μετατράπηκε σε συλλογικό τραύμα και ο ανθρώπινος πόνος απόκτησε διαστάσεις ιστορικής συνείδησης. Η σκηνοθεσία του εγκατέλειψε κάθε διάθεση αρχαιοπρεπούς αναβίωσης. Δεν τον ενδιέφερε να ανασυστήσει την αρχαία τραγωδία ως μουσειακό αντικείμενο, αλλά να αποκαταστήσει τη ζωντανή της λειτουργία ως πολιτική και φιλοσοφική πράξη.

    Αυτή η μετατόπιση ολοκληρώθηκε μέσα από την ευφυή δραματουργική σύνθεση με αποσπάσματα από την «Πολιτεία» και τον «Μύθο του Σπηλαίου». Ο Πλάτων εισήλθε στη σκηνή ως συνομιλητής του Ευριπίδη. Εκεί όπου ο ποιητής έδειχνε την κατάρρευση του δικαίου, ο φιλόσοφος αναζητούσε τη δυνατότητα της αναγέννησής του. Ένας δημιουργικός διάλογος γεννήθηκε και ο θεατής δεν παρακολουθούσε μόνο την πτώση της Τροίας, αλλά τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στην εξουσία και τη δικαιοσύνη, ανάμεσα στη βία και τη γνώση, ανάμεσα στις σκιές και το φως.

    Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη σκηνοθετική επιτυχία του Λιβαθινού. Δεν επιδίωξε να συγκινήσει μέσα από τον θρήνο της Εκάβης. Συγκίνησε επειδή έκανε τον θεατή να αισθανθεί ότι η πτώση της Τροίας δεν ανήκει στο παρελθόν. Κάθε εποχή μπορεί να γίνει Τροία όταν χάσει τη δικαιοσύνη της. Κάθε κοινωνία μπορεί να εγκλωβιστεί στο σπήλαιο των ψευδαισθήσεών της.

    Ιδιαίτερης σημασίας η επιστροφή στη μάσκα, η οποία δεν περιόριζε την έκφραση, απεναντίας την απελευθέρωνε από τον ψυχολογικό ρεαλισμό. Εκεί όπου το βλέμμα δεν μπορούσε να εκφραστεί, μιλούσε το σώμα. Εκεί όπου χάνεται η ατομική έκφραση, γεννιέται το συλλογικό πρόσωπο της ανθρώπινης μοίρας. Οι ηθοποιοί ενσάρκωναν μορφές που υπερβαίνουν την ατομικότητα και αποκτούσαν σχεδόν αρχετυπική διάσταση. Την κινησιολογία και τη διδασκαλία της μάσκας ανέλαβε ο Camilo Betancor, ενώ οι μάσκες κατασκευάστηκαν από το Εργαστήριο Δήμητρα Καίσαρη.

    Κατά την παράσταση, κανείς δεν διεκδικούσε τη σκηνή για τον εαυτό του. Η δύναμη των ερμηνειών γεννήθηκε από τη συνύπαρξη. Οι φωνές ενώνονταν, τα σώματα συγκροτούσαν έναν κοινό παλμό και οι μάσκες εξάλειφαν την ατομική προβολή προς όφελος μιας βαθύτερης συλλογικής έκφρασης. Οι: Αντώνης Γιαννακός («Πολύδωρος»), Γιώργος Δάμπασης («Οδυσσέας»), Νίκος Καρδώνης («Ταλθύβιος»), Νέστωρ Κοψιδάς («Πολυμήστορας»), Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη, Βιργινία Ταμπαροπούλου και Άρης Τρουπάκης («Αγαμέμνων») συνέθεσαν έναν Χορό κι ένα σύνολο προσώπων που λειτουργούσαν με πειθαρχία και κοινό ρυθμό.

    Μέσα σε αυτή τη συλλογική αρχιτεκτονική αναδύθηκε η Μαρία Σαββίδου ως «Εκάβη». Στη φωνή της ακουγόταν όχι μόνο ο προσωπικός θρήνος αλλά και η εξάντληση ενός κόσμου που έχει χάσει κάθε ηθικό έρεισμα.

    Ιδιαίτερη βαρύτητα απέκτησε και η «Πολυξένη» της Πολυξένης Παπακωνσταντίνου, της οποίας η παρουσία λειτούργησε ως η τελευταία σπίθα καθαρότητας πριν από την πλήρη ηθική κατάρρευση που ακολουθεί.

    Στα αρνητικά, η ασύνδετη ζωντανή μουσική του Θοδωρή Αμπαζή, παρούσα καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, της οποίας η ένταση υπερίσχυε του λόγου, σαν το συναίσθημα να προσπαθούσε να επιβληθεί αντί να αναδυθεί.

    Η Ελένη Μανωλοπούλου επιμελήθηκε τα ωραία κοστούμια – σκηνικά και ο Τάσος Αναστασίου φώτισε τη σκηνή.

    Ο Στάθης Λιβαθινός δεν σκηνοθέτησε απλώς μια τραγωδία, αλλά τη μετάβαση από τη φθορά στην αναγέννηση, αποδεικνύοντας ότι το θέατρο, όπως και οι μεγάλες πολιτείες, επιβιώνει όσο υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να αναζητούν το φως πίσω από τις σκιές.

    02.07.2026, Καρρά Ντίνα «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας» | Κριτική», onlytheater.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας (κριτική)

    Ο Στάθης Λιβαθινός, σε συνεργασία με την ΄Έλσα Ανδριανού στη σύνθεση των κειμένων, παρουσίασε την “Εκάβη” του Ευριπίδη, ενσωματώνοντας στη δραματουργία αποσπάσματα από την Πολιτεία του Πλάτωνα και ειδικότερα την αλληγορία του Σπηλαίου. μια σκηνοθετική επιλογή που επιχείρησε να διευρύνει το πεδίο της τραγωδίας, συνδέοντας την εμπειρία της ιστορικής βίας με έναν ευρύτερο φιλοσοφικό στοχασμό γύρω από τη γνώση, την πλάνη, τη δικαιοσύνη και τη φύση του ανθρώπου.

    Σ’ ένα από τα πιο σκληρά έργα του Ευριπίδη, η δράση τοποθετείται μετά την άλωση της Τροίας, στα παράλια της Θράκης, όπου οι Έλληνες περιμένουν τον ούριο άνεμο για την επιστροφή τους. Η άλλοτε βασίλισσα της Τροίας, αιχμάλωτη πια, έχει ήδη χάσει σχεδόν όλα τα παιδιά της. Η τραγωδία, όμως, δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει το έργο της, αφού η κόρη της, Πολυξένη, θα θυσιαστεί στον τάφο του Αχιλλέα, ενώ ο Πολύδωρος, τον οποίο η μητέρα του είχε εμπιστευθεί στον βασιλιά της Θράκης Πολυμήστορα, δολοφονείται από τον ίδιο, για χάρη του χρυσού που τον συνόδευε.
    Μάλιστα, ο Ευριπίδης ανοίγει το έργο με την εμφάνιση του φαντάσματος του Πολύδωρου, σε έναν από τους πιο συγκλονιστικότερους προλόγους της σωζόμενης αρχαίας τραγωδίας. Όταν η Εκάβη πληροφορείται τον θάνατό του, η οδύνη μετατρέπεται σε ανελέητη εκδίκηση: τυφλώνει τον Πολυμήστορα και σκοτώνει τα παιδιά του, διαβαίνοντας η ίδια τα όρια της ανθρώπινης φύσης.

    Ο Στάθης Λιβαθινός μετέφερε την ιστορία με δυναμισμό και ένταση, επιβεβαιώνοντας το χάρισμά του στη σκηνική σύνθεση. Ανέδειξε το έργο χωρίς να το επισκιάσει και καθοδήγησε το σύνολο των ηθοποιών προς μια συλλογική παρουσία, αποσπώντας συνολικά πολύ καλές ερμηνείες. Η επιλογή του να υφάνει στην τραγωδία αποσπάσματα από τον Πλάτωνα πλαισίωσε την ανάγνωση της τραγωδίας -η οποία από μόνη της συνιστά ένα ισχυρό σχόλιο για την ηθική κατάρρευση που επιφέρει ο πόλεμος- με έναν ευρύτερο φιλοσοφικό προβληματισμό, ωστόσο, η ενδιαφέρουσα αυτή πρόθεση έμεινε εκκρεμής επί σκηνής.

    Ο πλατωνικός αυτός άξονας καθόρισε και την αισθητική της παράστασης, η οποία αποδείχθηκε όμως το πιο αμφιλεγόμενο στοιχείο της. Η χρήση μασκών χάρισε στα πρόσωπα μια απρόσωπη, αποπροσωποποιημένη και κατ’ επέκταση οικουμενική διάσταση, ταυτόχρονα όμως δημιούργησε ένα παράξενο ίσως και ακαλαίσθητο οπτικό αποτέλεσμα. Απουσίασαν η θεατρικότητα, η χάρη και η ποιητικότητα που συναντά κανείς συνήθως στη σκηνική γραφή του Λιβαθινού· σε αυτή την αίσθηση συνέβαλαν και οι έντονοι ηλεκτρονικοί ήχοι της μουσικής του Θοδωρή Αμπαζή, καθώς και η νευρική, εκρηκτική κινησιολογία του Χορού (Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη και Βιργινία Ταμπαροπούλου).

    Εξαιρετικοί οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, δεν δημιούργησαν μόνο ατμόσφαιρες αλλά και δραματικές ποιότητες, συνομιλώντας δημιουργικά με τον χώρο του Ηρωδείου. Τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, σε στενή συνάφεια με τις μάσκες, προσέδωσαν στα πρόσωπα γλυπτική υπόσταση, υπηρετώντας με συνέπεια τη σκηνοθετική γραμμή, αλλά ενισχύοντας παράλληλα τη διφορούμενη αισθητική της παράστασης. Το σκηνικό της ίδιας χώρισε τη σκηνή σε δύο επίπεδα, διαχωρίζοντας τον χώρο της Εκάβης και του Χορού των αιχμάλωτων Τρωάδων από εκείνον των Ελλήνων, όπου κυριαρχούσε το σαιξπηρικής αισθητικής τεράστιο τραπέζι.

    Οι ερμηνείες παρέδωσαν με ένταση και διαύγεια το έργο στην πλατεία. Στο επίκεντρο βρέθηκε η μεστή ερμηνεία της Μαρίας Σαββίδου στον ομώνυμο ρόλο. Ο Αντώνης Γιαννάκος (Πολύδωρος) σήκωσε με επιτυχία το βάρος του Προλόγου, ενώ η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου απέδωσε με ευγένεια και δύναμη το περήφανο φρόνημα της Πολυξένης. Οι άνδρες ηθοποιοί ανέδειξαν με συνέπεια την αλαζονεία των ισχυρών: Γιώργος Δάμπασης (Οδυσσέας), ο Νίκος Καρδώνης (Ταλθύβιος), ΄Άρης Τρουπάκης (Αγαμέμνων), Νέστωρ Κοψιδάς (Πολυμήστορας).

    02.07.2026, Καράογλου Τώνια «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας (κριτική)», Αθηνόραμα

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Εκάβη», Στ. Λιβαθινός: από τον Ευριπίδη και τον Πλάτωνα ως τον Σαίξπηρ

    Με μια τραγωδία –την «Εκάβη» του Ευριπίδη, γραμμένη το 427 π.Χ.- που αγγίζει τις έννοιες και τις αξίες της ηθικής και της δικαιοσύνης σε μια εποχή πολέμου, σε μια εποχή δηλαδή που τίποτα δεν είναι στη θέση του, αποχαιρετίσαμε, θεατρικά, στις 25 και 26 Ιουνίου, το Ηρώδειο, λίγο πριν ξεκινήσουν οι εργασίες ανακαίνισης και αποκατάστασής του.

    Ο σκηνοθέτης και ακαδημαϊκός Στάθης Λιβαθινός, έφερε τη δική του σκηνοθετική ματιά σ’ αυτή σπαρακτική και διαρκώς επίκαιρη τραγωδία, μπολιάζοντάς την και με το πνεύμα του Πλάτωνα, μέσα από τα αποσπάσματα της «Πολιτείας» του μεγάλου φιλοσόφου, που θίγουν το δίκαιο και την αλήθεια. Άλλωστε σε μια περίοδο πολέμου, αυτές οι δύο έννοιες είναι που δέχονται τα περισσότερα πλήγματα.

    Στη κάτω μέρος της σκηνή του Ηρωδείου, που έχει αξιοποιηθεί σκηνογραφικά σε όλη της την έκταση, φτάνει η Εκάβη (Μαρία Σαββίδου), η πληγωμένη βασίλισσα της Τροίας που τα έχει χάσει όλα και τώρα οδηγείται στη δουλεία και στην ταπείνωση, σέρνοντας μόνο το σύμβολο του παλιού της κλέους: το θρόνο της. Γύρω της έχει τις Τρωάδες (Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη, Βιργινία Ταμπαροπούλου), που βρίσκουν απάγκιο και κλίνη στις ταΐστρες των αλόγων!

    Τώρα, η Εκάβη βρίσκεται στα παράλια της Θράκης, στο στρατόπεδο των Αχαιών. Ο Τρωικός Πόλεμος έχει λήξει και οι νικητές περιμένουν να φυσήξει ούριος άνεμος για να ξεκινήσουν το δρόμο της επιστροφής. Τα δεινά της δεν έχουν τελειώσει, αφού οι Αχαιοί ετοιμάζονται να θυσιάσουν την κόρη της, την Πολυξένη (Πολυξένη Παπακωνσταντίνου), στον τάφο του Αχιλλέα. Η Εκάβη ξέρει ότι κάπου εκεί βρίσκεται κι ο μικρότερος γιος της, ο Πολύδωρος (Αντώνης Γιαννακός), που είχε στείλει κρυφά εκεί ο βασιλιάς Πρίαμος, για να είναι ασφαλής δίπλα στον βασιλιά της Θράκης, Πολυμήστορα (Νέστωρ Κοψιδάς), τον φίλο τους. Ο νεαρός Πολύδωρος είχε μαζί του πολλά δώρα για τον προστάτη του και πολύ χρυσάφι. Όμως τώρα έρχεται στον ύπνο της μητέρας του και πολλά κακά προαναγγέλλει: «Άταφος κι άκλαφτος στο ρεύμα των κυμάτων ταλαντεύομαι»… Γιατί ούτε αυτό το παιδί της Εκάβης είναι πια ζωντανό. Τον έστειλε στον υγρό τάφο το σπαθί του προστάτη του, του Πολυμήστορα, κλέβοντάς του και το χρυσάφι που είχε φέρει μαζί του.

    Κι αυτά τα όνειρα είναι «Ο μύθος του Σπηλαίου», η πλατωνική αλληγορία για την ψευδαίσθηση, την πλάνη και συνακόλουθα την αφύπνιση και τη γνώση. Και εικονοποιήθηκε εξαιρετικά στη σκηνή του Ηρωδείου, εκεί στην πύλη του, μ’ έναν ώχρα φωτισμό κι ένα πέπλο στη θέση της πύλης, που πίσω διαγράφονταν οι σκιές όσων δεν είναι πια αναμεταξύ μας.

    Στο επάνω μέρος της σκηνής η σκηνογράφος Ελένη Μανωλοπούλου είχε στήσει ένα τεράστιο μοναστηριακό τραπέζι, που ήταν και εξέδρα και τόπος δράσης και το στρατόπεδο των Αχαιών. Ψυχρό, ισχυρό, κυριαρχικό, δεσπόζον. Γύρω από αυτό στέκονται ο Αγαμέμνων (Άρης Τρουπάκης), ο Οδυσσέας (Γιώργος Δάμπασης) και ο πονετικός αγγελιαφόρος δεινών Ταλθύβιος (Νίκος Καρδώνης). Κι από αυτό το σημείο ξεκινά μια πολύ ενδιαφέρουσα θεατρική όσμωση, αφού πολλές και διαφορετικές φάσεις της ιστορίας του θεάτρου συναντιούνται και συνυπάρχουν. Μαζί με τις μάσκες που φορούν όλα τα πρόσωπα επί σκηνής, εκτός από την Εκάβη. Μαζί με τον τρόπο που ο καθένας από τους ήρωες μιλούν –πλην της Εκάβης πάλι. Μαζί με την πολύ ωραία μουσική του Θοδωρή Αμπαζή και την ιδιαίτερη χορογραφία στην οποία κινήθηκε ο χορός των Τρωάδων. Υπήρχαν πολλές στιγμές της ιστορίας του θεάτρου που συναντήθηκαν σ’ αυτή την παράσταση. Με καμβά πάντα τον λόγο του Ευριπίδη.

    Περισσότερο παρών όμως, ίσως περισσότερο κι από τον Πλάτωνα, ήταν ο Σαίξπηρ και το θέατρο της εποχής του στη Δυτική Ευρώπη. Ο Στάθης Λιβαθινός επιχείρησε κάτι παρακινδυνευμένο, και το έκανε χαμηλόφωνα, υπαινικτικά, επιτυχημένα και κυρίως θεατρικά. Έδειξε, σ’ αυτή την παράσταση, ότι οι μεγάλες ιδέες, τα μεγάλα ερωτήματα, -υπαρξιακά, φιλοσοφικά, ηθικά-, οι μεγάλες αξίες υπάρχουν, θίγονται, απασχολούν κάθε εποχή του θεάτρου. Για την ακρίβεια, είναι το νήμα που συνδέει αυτές τις φάσεις.

    Μια επιλογή που εντοπίστηκε όχι μόνο σκηνικά, αλλά και στον τρόπο εκφοράς του λόγου. Οι διάλογοι απεκδύθηκαν το βάρος του τραγικού, είχαν την ευθύτητα της σκληρότητας, της εξουσίας, της αλαζονείας αλλά και της περηφάνιας και της αξιοπρέπειας, όπως εντοπίζονται στα λόγια της Εκάβης και στον τρόπο που εκδικείται τον Πολυμήστορα ή στα λόγια της Πολυξένης, λίγο πριν γίνει σφάγιο στον τάφο του Αχιλλέα: «Ντρέπομαι στους νεκρούς να με φωνάζουν δούλα…». Και είχαν και τη συστολή του σεβασμού, σαν αυτόν που δείχνει ο τραχύς, κατά τ’ άλλα Αγαμέμνων, στην Εκάβη.

    Αυτή την περίπλοκη συνθήκη υπηρέτησαν πολύ καλά οι ηθοποιοί της παράστασης με πρώτη τη Μαρία Σαββίδου στο ρόλο της Εκάβης (απεγνωσμένη και αποφασισμένη, αρχόντισσα και ρημαγμένη). Από τις καλές ερμηνείες ήταν της Πολυξένης Παπακωνσταντίνου, του Νίκου Καρδώνη, του Άρη Τρουπάκη, ενώ ξέφυγαν σε στιγμές οι ερμηνείες του Αντώνη Γιαννακού (ως Πολύδωρου, στην αρχή κυρίως της παράστασης) και του Νέστορα Κοψιδά (ως Πολυμηστορα, τη στιγμή της τιμωρίας τους από την Εκάβη). Πολύ καλός ο χορός των γυναικών.

    Και στο τέλος μήπως όλα αυτά ήταν ένα όνειρο μιας καλοκαιρινής νύχτας στα παράλια της Θράκης; Αλλιώς γιατί να βγάλουν όλοι τις μάσκες, και μόνο τότε να φορέσει μια μάσκα η Εκάβη; Είναι οι πλάνες στις οποίες συχνά παγιδευόμαστε; Είναι τα παιχνίδια της μοίρας, είναι οι πράξεις των ανθρώπων, είναι η διαρκής πάλη με την ευθύνη, το μέτρο, την αξιοπρέπεια;

    Είναι ο τρόπος του θεάτρου να τα θίξει όλα τούτα. Και ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα προσπάθεια του Στάθη Λιβαθινού και της ομάδας του να αγγίξει τα μεγάλα κείμενα και τις μεγάλες αξίες, μέσα από μύθους και συμβολισμούς, μέσα από φωτισμούς και ήχους. Και ήταν ένας ωραίος αποχαιρετισμός στο Ωδείον Ηρώδου του Αττικού, μέχρι να το ξανασυναντήσουμε. […]

    30.06.2026, Σελλά Όλγα «Εκάβη, Στ. Λιβαθινός: από τον Ευριπίδη και τον Πλάτωνα ως τον Σαίξπηρ», www.oanagnostis.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας»: Κριτική Παράστασης

    Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας» στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.

    Ο Στάθης Λιβαθινός επέστρεψε στην αρχαία τραγωδία με τη νέα παραγωγή «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας», που παρουσιάστηκε στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού από το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, σε συμπαραγωγή με τη Λυκόφως, στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων της Ακαδημίας Αθηνών. Πρόκειται για την τελευταία θεατρική παράσταση στο Ηρώδειο πριν από το τριετές κλείσιμό του για εργασίες αποκατάστασης.

    «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας»: Όταν η τραγωδία συναντά το Σπήλαιο του Πλάτωνα!
    «Μια φορά κι έναν καιρό…»

    Έτσι ξεκινά η Εκάβη. Σαν να αφηγείται ένα παραμύθι. Μόνο που από την πρώτη κιόλας στιγμή γνωρίζουμε ότι αυτό το παραμύθι δεν θα έχει ευτυχισμένο τέλος. Γιατί οι τραγωδίες δεν γράφτηκαν ποτέ για να μας παρηγορούν. Γράφτηκαν για να μας αναγκάζουν να κοιτάξουμε κατάματα όσα δεν θέλουμε να δούμε.

    Η «Εκάβη στη Σκιά της Πολιτείας» δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη σκηνική ανάγνωση του έργου του Ευριπίδη. Η δραματουργική σύνθεση του τραγικού ποιητή με την αλληγορία του Σπηλαίου του Πλάτωνα δημιουργεί ένα νέο επίπεδο ανάγνωσης. Η τραγωδία παύει να αφορά μόνο την πτώση μιας βασίλισσας και γίνεται μια αναζήτηση της ίδιας της αλήθειας.

    Ποιος βλέπει πραγματικά; Ποιος ζει μέσα στις σκιές;

    Άραγε η Εκάβη είναι εκείνη που παρασύρεται από τον πόνο της ή μήπως οι υπόλοιποι είναι εκείνοι που αδυνατούν να δουν την πραγματικότητα πίσω από τις συμβάσεις της εξουσίας; Όπως οι δεσμώτες του Σπηλαίου θεωρούν αληθινές τις σκιές που προβάλλονται μπροστά τους, έτσι και οι ήρωες της τραγωδίας μοιάζουν να εγκλωβίζονται στις δικές τους βεβαιότητες. Η Εκάβη, έχοντας χάσει πλέον τα πάντα, δεν έχει λόγο να αυταπατάται. Όταν δεν έχει απομείνει τίποτα, ίσως τότε μόνο αποκαλύπτεται η αλήθεια.

    Η σκηνοθετική σύλληψη αξιοποιεί με εξαιρετική ευφυΐα τον ίδιο τον χώρο του αρχαίου θεάτρου. Η Εκάβη βρίσκεται χαμηλά, στην ορχήστρα. Η βασίλισσα έχει ήδη πέσει από τη θέση της, κυριολεκτικά και συμβολικά. Το παλάτι της έχει μετατραπεί σε τόπο πένθους.

    Επάνω, στη σκηνή, βρίσκονται οι άνδρες. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του κάθονται γύρω από ένα τραπέζι. Είναι το τραπέζι της συντροφιάς (συν+τροφη), αλλά ταυτόχρονα και το τραπέζι λήψης αποφάσεων. Εκεί όπου η εξουσία οργανώνεται συλλογικά. Εκεί όπου αποφασίζονται οι ζωές των άλλων.

    Κάτω, η Εκάβη αποφασίζει μόνη. Δύο κόσμοι που δεν συναντιούνται ποτέ;

    Ανάμεσά τους στέκεται ο Χορός. Στο κατώφλι. Ούτε μέσα ούτε έξω. Ούτε με τους νικητές ούτε αποκλειστικά με τους ηττημένους. Οι γυναίκες στην αρχαία τραγωδία ανήκουν στον οἶκο, οι άνδρες στον δήμο. Ο Χορός βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στις δύο αυτές σφαίρες. Είναι ο ενδιάμεσος χώρος, εκεί όπου γεννιέται ο συλλογικός στοχασμός και η ανθρώπινη αγωνία.

    Εξαιρετικά ευρηματική υπήρξε η χρήση της μάσκας. Στην αρχή όλοι φορούν μάσκες. Όταν όμως η Εκάβη φορά τη δική της, οι υπόλοιποι τις αφαιρούν. Σαν να συμβαίνει μια παράδοξη αντιστροφή. Η μάσκα δεν κρύβει πλέον την αλήθεια· αντίθετα την αποκαλύπτει. Ποιος είναι τελικά ο πραγματικός εαυτός; Εκείνος που παρουσιάζουμε στους άλλους ή εκείνος που εμφανίζεται μόνο όταν καταρρεύσουν όλα όσα μας όριζαν;

    Η αναφορά στο αρχαίο θέατρο δεν λειτουργεί ως απλή αισθητική επιλογή. Οι μάσκες επαναφέρουν τη συλλογική μνήμη της τραγωδίας, ενώ τα πρόσωπα που παραμένουν ανέκφραστα αναγκάζουν το βλέμμα να στραφεί στο σώμα. Κάθε κίνηση, κάθε στάση, κάθε ανάσα αποκτά ιδιαίτερο βάρος.

    Ο Χορός υπήρξε από τα πιο δυνατά στοιχεία της παράστασης. Οι Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Θεοδοσία Σαββάκη, Ερατώ Πίσση και Βιργινία Ταμπαροπούλου, χωρίς σχεδόν καμία έκφραση στο πρόσωπο, κατάφεραν να εκφράσουν όλη τη διαδρομή του ανθρώπινου πόνου. Τα σώματά τους μιλούσαν αδιάκοπα. Με μάτια διαρκώς ανοιχτά, σχεδόν ακίνητα πρόσωπα και μια απόλυτα συγχρονισμένη κίνηση, άλλοτε λειτουργούσαν ως πέντε ξεχωριστές υπάρξεις και άλλοτε ως μία ενιαία ανθρώπινη συνείδηση. Ανώνυμες και ταυτόχρονα πανανθρώπινες.

    Τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου συμπλήρωναν αυτή την αίσθηση. Η Εκάβη εμφανίζεται με ένα μακρύ ένδυμα, του οποίου η απόληξη θυμίζει αίμα. Σαν να κουβαλά πάνω της όχι μόνο το αίμα των παιδιών της, αλλά και ολόκληρου του Τρωικού Πολέμου. Αντίθετα, ο Χορός και η Πολυξένη κινούνται μέσα σε αέρινα υφάσματα και τούλια που δημιουργούν μια συνεχή αμφιβολία: ανήκουν ακόμη στον κόσμο των ζωντανών ή έχουν ήδη περάσει απέναντι; Οι άνδρες με πιο βαριά και αυστηρά ενδύματα.

    Οι σκιές των νεκρών ενισχύουν ακόμη περισσότερο αυτή τη διαρκή συνομιλία ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο.

    Η Μαρία Σαββίδου ερμηνεύει μια Εκάβη βαθιά ανθρώπινη. Δεν είναι μόνο η βασίλισσα που έχασε τον θρόνο της. Είναι η μητέρα που έχασε τα παιδιά της, η γυναίκα που έχασε κάθε σημείο αναφοράς. Η εκδίκηση δεν παρουσιάζεται ως ηθική επιλογή αλλά ως η τελευταία δυνατότητα δράσης ενός ανθρώπου που δεν έχει πλέον τίποτα να χάσει. Προσπαθεί να σώσει την Πολυξένη. Αποτυγχάνει. Μαθαίνει για τη δολοφονία του Πολύδωρου. Και τότε η οργή γίνεται η μοναδική κινητήρια δύναμη που της απομένει. Όταν έχουν χαθεί τα πάντα, ακόμη και η εκδίκηση μοιάζει να γίνεται ένας τρόπος να διατηρηθεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

    Η Πολυξένη της Πολυξένης Παπακωνσταντίνου αποπνέει μια σχεδόν μεταφυσική γαλήνη. Δεν αντιμετωπίζει τον θάνατο ως ήττα αλλά ως επιλογή απέναντι στην ατίμωση. Η στάση της υπενθυμίζει ότι η ελευθερία υπήρξε πάντοτε θεμελιώδης αξία του ελληνικού πολιτισμού. Η φράση «Ελευθερία ή Θάνατος» της Επανάστασης αποκτά εδώ μια βαθύτερη ανθρωπολογική διάσταση, αποδεικνύοντας πως η ανάγκη του ανθρώπου να επιλέγει την αξιοπρέπεια απέναντι στην υποδούλωση διαπερνά τους αιώνες.

    Οι Αντώνης Γιαννακός, Γιώργος Δάμπασης, Νίκος Καρδώνης, Νέστωρ Κοψιδάς και Άρης Τρουπάκης, φορώντας τις μάσκες τους, υπηρετούν με συνέπεια την ιδέα της συλλογικής εξουσίας. Δεν λειτουργούν τόσο ως αυτόνομα πρόσωπα όσο ως εκφραστές ενός μηχανισμού που αποφασίζει για τις τύχες των ανθρώπων.

    Η πρωτότυπη μουσική του Θοδωρή Αμπαζή, με τους μουσικούς επί σκηνής –τον Γιώργο Κοκκινάρη στο κοντραμπάσο, τον Άγγελο Παππά στην ηλεκτρική κιθάρα και τον Ιάκωβο Παυλόπουλο στα κρουστά– δεν συνοδεύει απλώς τη δράση. Συνομιλεί μαζί της, δημιουργώντας μια δεύτερη αφήγηση που εντείνει τη δραματική ένταση.

    Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου και η κινησιολογία του Camilo Betancor ολοκληρώνουν μια παράσταση υψηλής αισθητικής, στην οποία κάθε σκηνικό στοιχείο υπηρετεί έναν κοινό στόχο: να οδηγήσει τον θεατή πέρα από το προφανές.

    Ίσως, τελικά, αυτή να είναι και η μεγαλύτερη επιτυχία της παράστασης. Δεν επιχειρεί να απαντήσει ποιος έχει δίκιο. Αντίθετα, μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε αν όσα θεωρούμε βεβαιότητες είναι πράγματι η αλήθεια ή απλώς οι σκιές που έχουμε συνηθίσει να κοιτάζουμε.

    Και όταν ανάψουν τα φώτα και φύγουμε από το θέατρο, το ερώτημα παραμένει: αν βγαίναμε κι εμείς από το δικό μας σπήλαιο, θα αντέχαμε άραγε το φως;

    Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

    30.06.2026, Σουλούκος Σωτήρης «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας: Κριτική Παράστασης», allaboutarts.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

     

     

  • Είδαμε: “Εκάβη” του Ευριπίδη- Στη σκιά της Πολιτείας”, σε σκηνοθεσία Στ. Λιβαθινού | Θυμός & εκδίκηση έναντι της τραγικότητας

    Η Εκάβη, η τραγωδία που έγραψε ο Ευριπίδης και διδάχθηκε το 427 π.Χ., μαζί με την Ανδρομάχη και τις Τρωάδες, συνθέτουν το τρίπτυχο των ευριπίδειων τραγωδιών που θέτουν τις συνέπειες του Τρωικού πολέμου από την πλευρά των ηττημένων. Η συγκεκριμένη τραγωδία λαμβάνει χώρα στο στρατόπεδο των Αχαιών στα παράλια της Θράκης, αμέσως μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Κεντρικό πρόσωπο είναι η αιχμάλωτη βασίλισσα της κατεστραμμένης Τροίας, που εμφανίζεται στο πρώτο μέρος του έργου να πενθεί για την επικείμενη θυσία της κόρης της Πολυξένης και στο δεύτερο μέρος να τυφλώνει τον βασιλιά της Θράκης, Πολυμήστορα, παίρνοντας εκδίκηση για τον θάνατο του γιου της Πολύδωρου.

    Το κείμενο δεν διαθέτει έναν ενιαίο μύθο βάσει του οποίου χτίζεται μια τραγική ιστορία. Αντίθετα, παρακολουθούμε δύο διακριτές ιστορίες, όπου η καθεμία θα μπορούσε να αποτελέσει μια αυτόνομη τραγωδία. Συνδετικός κρίκος είναι το κεντρικό πρόσωπο σε αμφότερες, η έκπτωτη βασίλισσα της Τροίας. Η αδιάλειπτη παρουσία της στη σκηνή υποδηλώνει ότι πέρα των “γενικότερων” θεμάτων -πόλεμος, προσφυγιά, ελευθερία, σκλαβιά- κατά κύριο λόγο πρόκειται για μια ιστορία προσωπική, της μητέρας που πενθεί, όχι για τη δική της μοίρα, αλλά για τον χαμό των παιδιών της.

    Σε αυτόν τον θεματικό πυρήνα στάθηκε και η δουλειά του Στάθη Λιβαθινού. Στη δική του πρόταση η δίπτυχη δομή του έργου εξελίσσεται σε δύο επίπεδα, γύρω (ή και πάνω) από ένα μοναστηριακό τραπέζι που είναι τοποθετημένο στο πάνω μέρος της σκηνής και στο χαμηλότερο επίπεδο, που είναι ολότελα άδειο από αντικείμενα. Στο πρώτο συναντάμε τους άντρες, Έλληνες νικητές του Τρωικού Πολέμου (Οδυσσέας, Αγαμέμνονας κ.ά.), ψηλά τοποθετημένοι αντίστοιχα σαν το βάθρο της νίκης. Από εκεί καθορίζουν τις τύχες των υπόδουλων πια κατοίκων της Τροίας, με τρόπο σχεδόν αλαζονικό, χωρίς οίκτο και συμπόνοια, αδιαφορώντας ακόμα και αν πρόκειται για την ικεσία μιας μάνας, που εν προκειμένω είναι η πρώην βασίλισσα. Στο δεύτερο δεσπόζει η φιγούρα της Εκάβης (αρχικά και με την κόρη της), εκείνης που κάποτε είχε τα πάντα, τώρα ο κενός χώρος θα γεμίσει με τα κουφάρια των παιδιών της.

    Στη λιτή, διόλου, ωστόσο, απλοϊκή του εκδοχή ο Λιβαθινός επιλέγει να μιλήσει για τα θέματα του δικαίου, του αδίκου, του ευμετάβολου των δύο εννοιών με τρόπο πρωτίστως συμβολικό. Χρησιμοποιώντας μοτίβα από τον Πλάτωνα (Μύθος του Σπηλαίου), αλλά και τον Σαίξπηρ υποφωτίζει τις δύο έννοιες, παρουσιάζοντας τους ήρωες του να φορούν μάσκες -βασικό στοιχείο της αλλαγής-, υποδηλώνοντας την ευκολία που συχνά και κατά τα συμφέροντα οι παραπάνω έννοιες αναπροσαρμόζονται και ανάλογα με τις συνθήκες αλλάζουν περιεχόμενο. Αυτό δεν είναι απόρροια του πραγματικού εαυτού, αλλά εκείνου που τεχνηέντως παρουσιάζεται στους άλλους. Οι νεκροί ως σκιές και φαντάσματα επιστρέφουν αλλά δεν οδηγούν την Εκάβη στο φως, σε ένα άλλο επίπεδο, “ιδανικό”, αλλά τη βυθίζουν στο σκοτάδι, στα ενστικτώδη μύχια, εκεί που κυριαρχεί η εκδίκηση. Είναι η μόνη, εξάλλου, που δεν φοράει μάσκα, δεν προσποιείται, θα ξεγυμνώνει την ανθρώπινη φύση σε όλο το μεγαλείο, δεν θα συγκρατήσει τα κατώτερα ένστικτα, θα τα αφήσει να αναδυθούν και να ξεδιπλωθούν πλήρως. Έχουμε γυμνή και απροκάλυπτη την εικόνα ενός “πραγματικού” εαυτού.

    Ασφαλώς η ιδέα της καθολικής χρήσης μάσκας (στην αρχαιότητα ήταν ζήτημα πρακτικό, καθότι τρεις μόνο άρρενες ηθοποιοί έπαιζαν όλους τους ρόλους) επιφέρει και έναν δικαιολογημένο αντίλογο, καθώς οι εκφράσεις του προσώπου, το βλέμμα είναι πρωταρχικά στοιχεία της συναισθηματικής εκδήλωσης, της έντασης, της οργής, της ηρεμίας. Στην περίσταση η δύναμη που απορρέει από αυτά ήταν αποκλειστικό αποτέλεσμα της κίνησης και τη φωνής, στερώντας από τη συγκίνηση και βέβαια την τραγικότητα.

    Η Μαρία Σαββίδου ήταν μια Εκάβη πληθωρική, που όσο περνούσε η ώρα έμπαινε βαθύτερα στον ρόλο, για να γίνει τελικά επιβλητική, δεσπόζουσα στη σκηνή, θυμωμένη, μαινόμενη και εκδικητική, λιγότερο όμως συντετριμμένη και συγκινητική ως θρηνούσα μητέρα. Καλά δουλεμένες και εντός του γενικού πλαισίου οι ερμηνείες των Νίκου Καρδώνη – Ταλθύβιος, Αρη Τρουπάκη – Αγαμέμνων, Αντώνη Γιαννακού – Πολύδωρος, Γιώργου Δάμπαση – Οδυσσέας, Νέστωρος Κοψιδά – Πολυμήστωρ. Η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου – Πολυξένη ήταν λιγότερο πειστική ως κόρη που θυσιάζεται, επιτηδευμένα τραγική, δεν ενέπνεε συγκίνηση για τον επικείμενο χαμό της. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες οι ερμηνείες του πενταμελούς Χορού των κοριτσιών, που σκηνικά ήταν τοποθετημένες στο μεταίχμιο των δύο επιπέδων, θυμίζοντας παραμυθένιες νεράιδες αλλά και σύγχρονες πρόσφυγες (Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη, Βιργινία Ταμπαροπούλλου). Στα συν η αισθαντική μουσική του Θοδωρή Αμπαζή, που συμπορεύτηκε με τη σκηνική δράση και τα ταιριαστά κοστούμια της Ελένη Μανωλοπούλου.

    01.07.2026, Ρουμπής Νίκος «Είδαμε: “Εκάβη” του Ευριπίδη- Στη σκιά της Πολιτείας”, σε σκηνοθεσία Στ. Λιβαθινού | Θυμός & εκδίκηση έναντι της τραγικότητας», www.debop.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Περί Θεάτρου – Ο Γιάννης Γαβρίλης γράφει για την παράσταση της Τραγωδίας του Ευριπίδη ‘’Εκάβη – στη Σκιά της Πολιτείας’’

    Παραστάθηκε στις 25 και 26 Ιουνίου στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, ως η τελευταία θεατρική παράσταση πριν κλείσει για τις προγραμματισμένες εργασίες αποκατάστασης του και στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων της Ακαδημίας Αθηνών. Σε συν -παραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου και της εταιρίας ‘’Λυκόφως’’.

    Πως να ξεκινήσω (με απασχόλησε ιδιαιτέρως), για να αναφερθώ σε παράσταση η οποία παρουσιάστηκε σε ένα κατάμεστο Ηρώδειο και που εμείς οι θεατές,’’ Ενεοί’’ παρακολουθήσαμε.
    Βρεθήκαμε στο κοίλον του Ηρωδείου, προσηλωμένοι (κάτι όχι και τόσο σύνηθες) στην παράσταση της Τραγωδίας του Ευριπίδη ‘’ Εκάβη’’ που διδάχτηκε ανάμεσα στο 425 και 423 π.Χ. και κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου και εν έτει 2026 και εποχή καλοκαιρινή, να επιβάλλεται ο Ευριπίδειος λόγος καθώς και η αιτία που ο ποιητής την έγραψε. Η Αθηναϊκή Πολιτεία βρίσκεται λίγο πριν από την πλήρη κατάρρευση.

    Μια καθ’ όλα άψογη παράσταση Αρχαίας Τραγωδίας παρακολουθήσαμε (μαζί μας και κάποιες χιλιάδες θεατών) στο ενεργειακό Ηρώδειο, στις δυο αυτές ημέρες του Ιουνίου, καθώς ταυτίστηκε με τον χώρο, η απόδοση της σημαντικής και με τόσα μηνύματα (που ταιριάζουν και στην εποχή μας) αυτής Τραγωδίας.

    Σκηνοθετικά, εκφραστικά και εικαστικά να επιβάλλεται η παράσταση και με τον τίτλο να συμπληρώνεται και να γίνεται ‘’Εκάβη – στη Σκιά της Πολιτείας’’. Έτσι, προετοιμάζει τον θεατή για μια διαφορετικής προβολής απόδοση της συγκεκριμένης Τραγωδίας που δεν ανεβαίνει συχνά, όπως άλλες παρόμοιες.

    Ο κ. Λιβαθινός με την συμβολή της στενής του συνεργάτιδας Έλσας Ανδριανού, παραλλήλισαν κειμενικά και δραματουργικά, την Ευριπίδεια γραφή με την Πλατωνική ‘’Αλληγορία του Σπηλαίου’’ (έβδομο βιβλίο της ‘’Πολιτείας’’), ανακαλύπτοντας κατά την μελέτη της, πως η φιλοσοφικής δομής υπόθεση της και θεωρώντας πως ο κόσμος των ‘’σκιών’’ που πραγματεύεται ο Πλάτωνας, βάζοντας τον Σωκράτη να συνομιλεί με τον Γλαύκωνα, μπορεί να συνυπάρξει με τις ‘’σκιές’’ το ‘’φάντασμα’’ ή τις ‘’ψευδαισθήσεις’’ που παρουσιάζονται από τον Ευριπίδη (κατά την άποψη των δημιουργών της τωρινής παράστασης) σε απόλυτο βαθμό.

    Ο κ. Λιβαθινός και η κ. Ανδριανού θεώρησαν ότι παραστατικά μπορούσε να ταυτιστεί η Πλατωνική Φιλοσοφία με την Ευριπίδεια παράσταση της υπαρκτής αλήθειας και της φανταστικής, της μη πραγματικότητας που αποτυπώθηκε και στην ερμηνεία των ηθοποιών.

    Παρατηρήσαμε στη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού (με βοηθό του την Ηλέκτρα Μαγγίνα) την τάση του προς την προβολή του σωματικού Θεάτρου, που σε αυτή του την παράσταση την έκανε εφικτή μέσω της συνεργασίας του με τον Ουρουγουανό δάσκαλο κίνησης και μάσκας (εκτός από ηθοποιός, ακροβάτης, μουσικός και χορογράφος) Καμίλο Μπετανκόρ.

    Οι ηθοποιοί είχαν διδαχτεί έναν ιδιαίτερο τρόπο κίνησης και χρήσης μάσκας (προσωπεία) που αυτή τη χρήση σκεφτόταν ο κ. Λιβαθινός να χρησιμοποιήσει σε παράσταση του και θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή, αναφερόμενος και στο ότι οι μάσκες χρησιμοποιούντο και στις παραστάσεις της Αρχαιότητας. Ανάλογα με την ψυχική κατάσταση του ήρωα, αυτή εκφραζόταν στη συγκεκριμένη παράσταση, με την τοποθέτηση του σώματος (ένα στυλιζάρισμα υπήρχε) και όχι με τις εκφράσεις του προσώπου, που εδώ τα πρόσωπα των ηθοποιών καλύπτονταν από μάσκες.

    Περίτεχνες, πρέπει να ομολογήσω, (κατασκευή μασκών Εργαστήριο Δήμητρα Καίσαρη) αν και δημιουργούσαν ένα σχετικό πρόβλημα, από μεριάς ακουστικής στην εκφορά του λόγου που ακουγόταν υπόκωφα παρ’ όλη τη χρήση χειλοφώνων. (σ.σ. – Στο αρχαίο Ελληνικό Θέατρο συναντάμε τη μάσκα ως χρηστικό εργαλείο, που παρέχει τη δυνατότητα στους τρεις ηθοποιούς να υποδύονται πολλούς ρόλους, εξυπηρετώντας με αυτό τον τρόπο την θεατρική οικονομία. Εξάλλου σ’ ένα θέατρο, που είχε την ιδιαιτερότητα να στελεχώνεται αποκλειστικά με άνδρες ηθοποιούς, η μάσκα έλυνε και το πρόβλημα της ερμηνείας των γυναικείων ρόλων).

    Οι ηθοποιοί, γνωστοί μας καθώς ανήκουν στην πάγια ομάδα του κ. Λιβαθινού, ήταν απόλυτα πειστικοί, αφού είχαν δουλέψει επί μήνες, φανερό δε ότι πίστεψαν απόλυτα σε αυτή την ιδιαίτερη υπόκριση που καλέστηκαν να παραστήσουν, πρόσωπα μυθολογικά που ο Ευριπίδης τους έδωσε ζωή, τους έδωσε λόγο ύπαρξης.

    Σημαντικότατες και επιβλητικές ερμηνείες και με σημαντική επίσης απεύθυνση, φανερό πάθος και σοβαρή εκπαίδευση από τους Αντώνη Γιαννακό (Πολύδωρος), Γιώργο Δάμπαση (Οδυσσέας), Νίκο Καρδώνη (Ταλθύβιος), Νέστωρα Κοψιδά (Πολυμήστωρ), Πολυξένη Παπακωνσταντίνου (Πολυξένη), Άρη Τρουπάκη (Αγαμέμνων), Μαρία Σαββίδου (υπερβατική η ερμηνεία της ως Εκάβη!) και ο χορός από τις εξαιρετικές καλλίφωνες ηθοποιούς που μας εντυπωσίασε η δουλειά που έκαναν και στην πολυφωνική απόδοση Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη, Βιργινία Ταμπαροπούλου.

    Όλα λειτούργησαν άψογα, όλα δημιουργήθηκαν με έμπνευση, όλα αποδόθηκαν με υπευθυνότητα και την πρέπουσα σοβαρότητα.

    Οι μουσικές επιβλητικές και απαιτητικές ως προς την ερμηνεία τους, συνθέσεις του Θοδωρή Αμπαζή, (Βοηθός Γιώργος Καρούμπαλος) που τα μουσικά μέρη ερμηνευτήκαν από τρεις επί σκηνής μουσικούς (Γιώργος Κοκκινάρης, κοντραμπάσο, Άγγελος Παππάς, ηλεκτρική κιθάρα, Ιάκωβος Παυλόπουλος, κρουστά).

    Το λειτουργικό σκηνικό όπως και τα γυναικεία φορέματα στο χρώμα του γκρίζου σε αντίθεση με τις αυστηρές στρατιωτικές στολές των ανδρών ηθοποιών, ταιριασμένα απόλυτα με την όλη ατμόσφαιρα της οδύνης και της άκρατης εκδίκησης, της Ελένης Νικολοπούλου (βοηθός Έμιλυ Κουκουτσάκη).

    Ατμοσφαιρικός και ο σχεδιασμός των φωτισμών του έμπειρου Αλέκου Αναστασίου.

    Μια παράσταση Αρχαίας Τραγωδίας που μας προσέφερε την θεατρική αρτιότητα, την ερμηνευτική πειστικότητα και προσήλωση, την εις βάθος μελέτη του Ευριπίδειου κειμένου, σε συνάρτηση με την ‘Αλληγορία του σπηλαίου’’ της Πλατωνικής ‘’Πολιτείας’’, τη ρέουσα και κατανοητή μετάφραση του Αρχαίου κειμένου, την δραματουργική και σκηνοθετική σοβαρότητα που πρέπει να υπάρχει για το ανέβασμα Αρχαίας Τραγωδίας και χωρίς να καταφεύγει σε περιττούς και ανούσιους νεοτερισμούς.

    Από τους μελετητές του γενικότερου έργου του Ευριπίδη, η συγκεκριμένη Τραγωδία έχει χαρακτηριστεί, ως ‘’ Μελέτη πάνω στα όρια της ψυχικής αντοχής, μέσα στο πλαίσιο της οδύνης και της αγριότητας που γεννά ο Πόλεμος’’.Σε αυτό το σημείο θα ανατρέξω στο ‘’Θεατρικό Λεξικό – Πρόσωπα και Πράγματα στο Παγκόσμιο Θέατρο’’ που εξέδωσε μέσω του εκδοτικού οίκου ‘’Κέδρος’’, ο Αλέξης Σολωμός. Γράφει για την Τραγωδία ‘’Εκάβη’’.

    … Από την αρχή ακόμη του έργου βρίσκουμε την Εκάβη «στο μη περαιτέρω του ανθρώπινου πόνου. Κι ωστόσο, η δραματική εξέλιξη θα στοιβάξει πάνω στο γέρικο κορμί της κι άλλες συμφορές. Η οδυνηρή της πορεία δε θα τελέψει, παρά μονάχα όταν από θύμα γίνει θύτης, παίρνοντας στα χέρια της το Δίκιο που φαίνεται να το ’χουνε ξεχάσει θεοί και άνθρωποι.».

    Επίσης αρκετοί διαχρονικοί μελετητές, αναφέρουν για την Ευριπίδεια αυτή Τραγωδία πως…

    ‘’δεν ανταποκρίνεται στη δομική συνταγή του Αριστοτέλη, που απαιτεί ενιαίο μύθο, με έκθεση, δέση και λύση. Αντιθέτως, το έργο είναι χωρισμένο σε δύο ευδιάκριτα μέρη, κάτι που το θεώρησαν (οι μελετητές) δομικό ελάττωμα (έλλειψη δραματικής ενότητας) μιλώντας επικριτικά για «δίπτυχη» δομή’’.

    Και πράγματι. Η πλοκή της Τραγωδίας (όπως την θέλησε και την έγραψε ο Ευριπίδης) αποτελείται από δυο ιστορίες και μάλιστα, έχει αναφερθεί πως η καθεμία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής Τραγωδίας.

    Για να γίνει πλέον κατανοητή η πλοκή και τα προαναφερθέντα, παραθέτω την υπόθεση της ‘’Εκάβης’’.

    Οι Αχαιοί επιστρέφουν στην Ελλάδα μετά την πτώση και την άλωση της Τροίας, εγκλωβίζονται όμως τα καράβια τους, στην Χερσόνησο της Θράκης λόγω άπνοιας.

    Χάραμα. Εμφανίζεται το φάντασμα του Πολύδωρου (που ο Ευριπίδης τον παρουσιάζει ως γιο της Εκάβης και όχι της Λαοθόης όπως αναφέρεται στην ‘’Ιλιάδα’’ που τον σκότωσε ο Αχιλλέας) και αφηγείται την δολοφονία του και το πέταμα του νεκρού του σώματος στη θάλασσα, από τον Πολυμήστορα, τον βασιλιά της Θράκης, που σε αυτόν τον είχε εμπιστευτεί όταν ξεκίνησε η πολιορκία της Τροίας, μαζί με πολύ χρυσάφι για να γλυτώσει στην περίπτωση που η Τροία κυριευόταν.

    Κι ακόμη προαναγγέλλει την επιθυμία των Αχαιών να θυσιαστεί η Πολυξένη, κόρη της Εκάβης στο μνημείο του Αχιλλέα. Αναστατωμένη η Εκάβη, που είχε δει φρικτό όνειρο για τον χαμό και των δυο τελευταίων παιδιών της.

    Όλα θα επαληθευτούν. Ο Οδυσσέας θα αρπάξει την παρθένα Πολύξένη για να την οδηγήσει στην σφαγή της, παρά τα παρακάλια της Εκάβης.

    Η σκηνή που ακολουθεί και ο διάλογος μεταξύ μητέρας και κόρης από τις κορυφαίες στην Αρχαία Τραγωδία. Η ίδια η νεαρή κόρη επιμένει να οδηγηθεί στον θάνατο. Με αξιοπρέπεια και χωρίς φόβο, ακολουθεί τον Οδυσσέα στον δρόμο προς την θυσία της.

    «Κι αν κλαίω με θρήνους κι αναστεναγμούς, είναι για σένα τη δυστυχισμένη μάνα, όμως τη δική μου τη ζωή, που είναι μια προσβολή και μια ντροπή, δεν την κλαίω πια: ανώτερη για μένα τύχη είναι ο θάνατός μου». (στίχοι 212 – 215).

    Ο κήρυκας των Αχαιών, Ταλθύβιος έρχεται και με θαυμασμό περιγράφει την γενναιότητα και την αξιοπρεπή στάση της Πολυξένης προς τους σφαγείς της, με ψηλά το κεφάλι τους αποκαλύπτει τα στήθη της και τον λαιμό της και τους λέει εκεί να χτυπήσουν χωρίς ενοχές.

    Η απελπισμένη Εκάβη, στέλνει μια από τις Τρωαδίτισσες να φέρει νερό από την θάλασσα, για να πλύνει και να στολίσει το σώμα προς ταφή της Πολυξένης.

    Η Τρωαδίτισσα επιστρέφει από την ακρογιαλιά, κρατώντας ένα άλλο νεκρό σώμα. Ήταν του Πολύδωρου που το είχε ξεβράσει το κύμα. Γοερός ο θρήνος της Εκάβης, έτσι όπως αγκαλιάζει το νεκρό σώμα. Είναι σίγουρη πλέον ότι ο φονιάς του παιδιού της είναι ο κάποτε φίλος, ο Πολυμήστορας.

    Ακούγοντας τον θρήνο της ο Αγαμέμνωνας την πλησιάζει και την ρωτά γιατί κλαίει και οδύρεται έτσι. Η Εκάβη τον παρακαλεί να την αφήσει να εκδικηθεί τον θύτη Πολυμήστορα. Ο Αγαμέμνωνας συναινεί με τον όρο όμως ότι δεν θα μάθει κανείς πως συναίνεσε.

    Η Εκάβη στέλνει μήνυμα στον Πολυμήστορα πως πρέπει να έρθει μαζί και με τους δυο γιούς του, για να την συναντήσει που έχει κάτι σημαντικό να του ανακοινώσει.
    Εκείνος καταφθάνει γεμάτος από ψεύτικη συμπόνια για τον χαμό του Πρίαμο και για τις τόσες συμφορές της Εκάβης. Σε ερώτηση της, αν είναι καλά ο Πολύδωρος, εκείνος ψευδόμενος απάντα πως χαίρει άκρας υγείας και ευτυχεί.

    Η Εκάβη παραπλανώντας τον οδηγεί στην σκηνή της για να του αποκαλύψει που έχει κρύψει αμύθητους θησαυρούς.

    Και επέρχεται η τιμωρία. Οι Τρωαδίτισσες σκοτώνουν μπροστά στα μάτια του τα παιδιά του και η Εκάβη στη συνέχεια, τον τυφλώνει.

    Με ουρλιαχτά γοερά καταριέται τις φόνισσες Τρωαδίτισσες και την ικανοποιημένη για την εκδίκηση της Εκάβη.

    Στον Αγαμέμνονα που έρχεται ξανά, του λέει πως σκότωσε τον Πολύδωρο προς χάριν των Αχαιών. Ο Αγαμέμνονας όμως δεν πείθεται και δικαιώνει την Εκάβη για την ανελέητη εκδίκηση της.

    Ο Πολυμήστορας όμως γνωρίζει έναν χρησμό. Η Εκάβη θα χαθεί. Ο ίδιος ο Αγαμέμνονας θα σκοτωθεί από το τσεκούρι της Κλυταιμνήστρας, αφού αυτή πρώτα σκοτώσει την Κασσάνδρα.

    Ούριος άνεμος φύσηξε και τα πλοία των Αχαιών αποπλέουν.

    Ο δε Πολυμήστορας, κατ’ εντολή θα εγκαταλειφθεί σε ένα ερημονήσι.

    29.06.2026, Γαβρίλης Γιάννης «Περί Θεάτρου – Ο Γιάννης Γαβρίλης γράφει για την παράσταση της Τραγωδίας του Ευριπίδη ‘’Εκάβη – στη Σκιά της Πολιτείας’’», all4fun.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

     

  • «Εκάβη»: Τι συμβαίνει όταν στερείς τη δικαιοσύνη από έναν άνθρωπο;

    Ο Στάθης Λιβαθινός παρουσιάζει μια ευρηματική «Εκάβη» στο Ηρώδειο, συνδέοντας τον Ευριπίδη με την Πολιτεία του Πλάτωνα και τη σύγχρονη έννοια της δικαιοσύνης.

    Ο Λιβαθινός ολοκληρώνει με αξιώσεις το εγκάρσιο ταξίδι του πάνω στη μελέτη της Εκάβης.

    Λίγο πριν οι πύλες του Ηρωδείου κλείσουν για τις εργασίες αποκατάστασής του, ο Στάθης Λιβαθινός, πιστός στην ανάδειξη γυναικείων αρχέτυπων ηρωίδων, φέρνει στη σκηνή την ευριπίδεια Εκάβη εξερευνώντας τα στάδια της μεταστροφής μιας άλλοτε ισχυρής και δίκαιης γυναίκας σε αυτόκλητο τιμωρό. Συνοδοιπόρο σε αυτή την πορεία επιλέγει αποσπάσματα από την «Πολιτεία του Πλάτωνα», ως μέσο στοχασμού πάνω στην αντίληψη της δικαιοσύνης και πως αυτή εγκαθιδρύει μια ιδανική κοινωνία. Η σκηνοθεσία της παράστασης διακλαδίζεται γύρω από τον Μύθο του Σπηλαίου, που συναντάμε στο 7ο βιβλίο της Πολιτείας, δημιουργώντας μια σκηνική παραμόρφωση. Οι νεκροί σαν φαντάσματα επισκέπτονται την Εκάβη που αναγκάζεται να βγει από το σπήλαιο των δικών της ψευδαισθήσεων και να διαλέξει όχι την πορεία προς το φως αλλά την κατάδυση στο σκοτάδι της εκδίκησης.

    Μια γυναίκα σύμβολο που είδε την πόλη της να καίγεται, τον άντρα της να πεθαίνει και τα παιδιά της το ένα μετά το άλλο να αφανίζονται. Στην προσπάθεια της να πείσει τους ισχυρούς να λυπηθούν την κόρη της Πολυξένη έρχεται αντιμέτωπη με την αλαζονεία του πολέμου. Οι ικεσίες της στον Οδυσσέα συντρίβονται πάνω στη δημαγωγία ενός άντρα που κάποτε την παρακάλεσε για τη ζωή του. Η εμφάνιση του Οδυσσέα με καλυμμένο το δεξί του χέρι, σύμβολο ικεσίας, δεν αφήνει στην Εκάβη την παραμικρή ελπίδα να αλλάξει τη γνώμη των Ελλήνων να θυσιάσουν την κόρη της. Ωστόσο η Εκάβη αντιπροτείνει λογικά επιχειρήματα ζητώντας έλεος, στοιχείο κάθε κοινωνίας που θέλει να λέγεται δίκαιη.

    Ο Λιβαθινός σε όλο το έργο συνδιαλέγεται με τις έννοιες του δικαίου και της δικαιοσύνης, προβάλλοντας τες – πολύ εύστοχα – ως διαφορετικές καταστάσεις που μεταβάλλονται και επαναπροσδιορίζονται ανάλογα με τις συνθήκες.

    Έχοντας ο σκηνοθέτης στις αποσκευές του την 5ωρη «Iλιάδα», που παρουσιάστηκε στην Πειραιώς 260 το 2013, αλλά και το υποδειγματικό πρόσφατο «Τρίτο Στεφάνι» ολοκληρώνει μια άτυπη τριλογία πάνω στη μελέτη της Εκάβης, ως σύμβολο μιας γυναίκας δυνατής, αναμφίβολα τραγικής ηρωίδας που ορθώνει το ανάστημά της σε έναν κόσμο που τους κανόνες έχουν ορίσει οι άντρες. Το αντίτιμό αυτής της παρρησίας είναι δυσβάστακτο, όμως η μοίρα του κάθε ανθρώπου, κατά τον Ευριπίδη, δεν είναι ανεξάρτητη της βούλησης του και η Εκάβη έχοντας χάσει τα πάντα επιλέγει συνειδητά τον δρόμο της εκδίκησης και από απελπισμένη μητέρα μεταμορφώνεται σε επίγειο θεό.

    Η μεταστροφή της δεν είναι παράλογη ούτε βεβιασμένη. Τίποτα εύκολο δεν υπάρχει σε αυτή τη διαδρομή και αυτό ο Λιβαθινός το έχει καταφέρει μέσα από μια δεμένη σκηνοθεσία που κλιμακώνεται από τη συγκλονιστική ερμηνεία της Μαρίας Σαββίδου που επιβλήθηκε του ιερού χώρου. Τα όρια ανάμεσα στο ανθρώπινο και το εφικτό δοκιμάζονται από την απώλεια και την ταπείνωση που γεύεται η Εκάβη. Δεν είναι πια βασίλισσα, ούτε σύζυγος, ούτε καν μάνα. Είναι άνθρωπος που ο πόνος την οδηγεί στο φόνο αθώων.

    Έχει σημασία, ειδικά στις ημέρες μας, να σημειώσουμε πόσο οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την κακοποίηση, τη δολοφονία παιδιών, εκτός του ειδεχθούς της πράξης, ως το απόλυτο τέλμα μιας κοινωνίας. Πώς μια γυναίκα εκδικείται σκοτώνοντας παιδιά. Το είδαμε στη Μήδεια. Το βλέπουμε και στην Εκάβη που αφαιρεί τη ζωή των δύο γιων του βασιλιά της Θράκης, Πολυμήστορα, αφού
    προηγουμένως εκείνος είχε φονεύσει τον γιο της Πολύδωρο, που μαζί με τον Πρίαμο του είχαν εμπιστευτεί.

    Ο χαμός του γιου της πυροδοτεί την οργή της που μέσα από την άδικη πράξη της γεύεται τη δικαίωση. Ο φόρος που πληρώνει είναι βαρύς. Δεν είναι μόνο ηθικός ή κοινωνικός. Ο Λιβαθινός φοράει σε όλους τους ήρωες του μάσκες – προσωπεία. Σε όλους, εκτός, από την Εκάβη. Σε μια εποχή βαρβαρότητας και ισοπέδωσης παραμένει η μόνη που διατηρεί την ανθρώπινη ευαλωτότητά της. Όταν όμως διαπράττει φόνο επιτρέποντας στην οδύνη να επισκιάσει την κρίση της αποποιείται την ταυτότητά της και γίνεται μια άλλη, μία σαν όλους τους άλλους. Όπως βγάζει τους οφθαλμούς από τον Βασιλιά Πολυμήστορα, αφαιρώντας του την όραση, και η ίδια με την πράξη της στερείται την πνευματική της όραση.

    Ο Στάθης Λιβαθινός κατέθεσε μια ευρηματική Εκάβη ανακαλύπτοντας συνδέσεις με την Πολιτεία του Πλάτωνα, χωρίς, να αλλοιώνεται το αρχικό κείμενο ούτε να αλλάζει η βασική δομή του. Γύρω από την αγαπημένη του ηρωίδα θέτει συνεχώς ερωτήματα για την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και την ανθρώπινη δικαίωση, σε μια εγκάρσια μελέτη πάνω στην Εκάβη.

    Η χρήση μάσκας, δια χειρός Δήμητρας Καίσαρη, εκτός της σύνδεσης με τα πρώτα χρόνια της αρχαίας τραγωδίας, δημιουργούσε μια κλιμάκωση των συναισθημάτων που λειτουργούσε προσθετικά στην αντίληψη του μεγέθους του αρχαίου δράματος. Επιπλέον, η αντίθεση της εικόνα μέσω ενός σταθερού προσωπείου με την έκρηξη των συναισθηματικών εκρήξεων έδινε ακόμη περισσότερο βάθος στις ερμηνευτικές περιοχές. Η πρωτότυπη μουσική σύνθεση του Θοδωρή Αμπαζή, με τους μουσικούς επί σκηνής: Γιώργος Κοκκινάρης, Άγγελος Παππάς, Ιάκωβος Παυλόπουλος, έδωσαν ένα ροκ ύφος στην παράσταση.

    Οι ερμηνείες

    Οι ηθοποιοί απόλυτα συνεπείς, δεν απέδωσαν απλώς τους ρόλους τους αλλά λειτούργησαν ως ένα σώμα. Θυμίζοντας θύματα πολέμου (Πολύδωρος – Αντώνης Γιαννακός, Πολυξένη – Πολυξένη Παπακωνσταντίνου)

    Σύγχρονους πρόσφυγες (Τρωάδες – Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη, Βιργινία Ταμπαροπούλλου)

    Μακελάρηδες (Αγαμέμνων – Άρης Τρουπάκης)

    Πολιτικούς (Οδυσσέας – Γιώργος Δάμπασης), αλλά και κήρυκες (Ταλθύβιος – Νίκος Κορδώνης) εξέφρασαν την συλλογικό τραύμα ενός πολέμου αλλά και τον παραλογισμό που αναπόφευκτα οδηγεί στην αποκτήνωση του ανθρώπου.

    29.06.2026, Δρίβα Ειρήνη «Εκάβη: Τι συμβαίνει όταν στερείς τη δικαιοσύνη από έναν άνθρωπο;», blackbook.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

     

  • «Είδαμε και προτείνουμε: Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας στο Ηρώδειο»

    Η «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας» του Στάθη Λιβαθινού αποτέλεσε μια μεγάλη θεατρική στιγμή και έναν ιδανικό αποχαιρετισμό του Ηρωδείου πριν από το κλείσιμό του για τις εργασίες αναστήλωσης. Η παράσταση συνδύασε τον λόγο του Ευριπίδη με τη φιλοσοφική σκέψη της Πολιτείας του Πλάτωνα και ανέδειξε με δύναμη τη διαχρονική σύγκρουση ανάμεσα στη δικαιοσύνη, την εκδίκηση, τη βία και την ανθρώπινη ευθύνη.

    Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού είχε σαφή καλλιτεχνική ταυτότητα, υψηλή αισθητική και απόλυτη συνοχή. Κάθε σκηνή υπηρετούσε το κεντρικό νόημα του έργου και κάθε σκηνική εικόνα λειτουργούσε με ακρίβεια και ουσία.

    Οι ερμηνείες είχαν ποιότητα, ένταση και αλήθεια. Η Μαρία Σαββίδου παρέδωσε μια σπουδαία Εκάβη, γεμάτη πόνο, αξιοπρέπεια και τραγική δύναμη. Ο Αντώνης Γιαννάκος ως Πολύδωρος, η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου ως Πολυξένη, ο Γιώργος Δαμπάσης ως Οδυσσέας, ο Νίκος Καρδώνης ως Ταλθύβιος, ο Άρης Τρουπάκης ως Αγαμέμνων και ο Νέστορας Κοψιδάς ως Πολυμήστωρ συγκρότησαν ένα εξαιρετικό καστ με ουσιαστικές και απόλυτα ισορροπημένες ερμηνείες. Ο Χορός, με τις Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελέμε, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη και Βιργινία Ταμπαρόπουλου, πρόσφερε ρυθμό, εκφραστικότητα και συγκίνηση, αποτελώντας οργανικό μέρος της δραματουργίας.

    Οι μάσκες αποτέλεσαν ένα από τα πιο δυνατά σκηνικά στοιχεία της παράστασης. Ενίσχυσαν τον συμβολισμό του έργου, ανέδειξαν τη διαχρονικότητα της τραγωδίας και υπενθύμισαν ότι η βία, η εξουσία και η ανθρώπινη ύβρις αλλάζουν πρόσωπα, αλλά όχι ουσία.

    Η κορύφωση της παράστασης άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα. Το γέλιο της Εκάβης έσκισε τον αέρα του Ηρωδείου και προκάλεσε ανατριχίλα σε ολόκληρο το θέατρο. Η απόλυτη σιωπή των θεατών επιβεβαίωσε τη δύναμη αυτής της τελευταίας σκηνής.

    Η τελευταία θεατρική παράσταση πριν από την αναστήλωση του Ηρωδείου άξιζε τον ιστορικό χαρακτήρα της. Η «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας» πρόσφερε υψηλή αισθητική, σπουδαίες ερμηνείες, σκηνοθετική πληρότητα και βαθύ προβληματισμό. Η αυλαία έπεσε σε έναν χώρο που αποτελεί διαχρονικό σύμβολο του ελληνικού πολιτισμού, αφήνοντας την προσδοκία να επιστρέψει σύντομα ανανεωμένος και εξίσου ζωντανός.

    28.06.2026, Χ.Α. «Είδαμε και προτείνουμε: Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας στο Ηρώδειο», theatromusicbooks.blogspot.com

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Ποια είναι η «φωνή» του Χορού στην “Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας” και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα; Οι πέντε ερμηνεύτριες μας απαντούν

    Η Άννα Μάγκου, η Λίλλυ Μελεμέ, η Θεοδοσία Σαββάκη, η Ερατώ Πίσση και η Βιργινία Ταμπαροπούλου απαντούν στο ελc

    Ο Στάθης Λιβαθινός επιστρέφει στην αρχαία τραγωδία, με την παράσταση «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας» μαζί με τη σταθερή ομάδα συνεργατών του στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, σε συμπαραγωγή με την εταιρεία παραγωγής Λυκόφως, και στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων της Ακαδημίας Αθηνών (1926-2026). Η παράσταση αποκτά ξεχωριστό συμβολικό και ιστορικό βάρος, καθώς αποτελεί την τελευταία θεατρική παραγωγή που θα παρουσιαστεί στον εμβληματικό χώρο του Ωδείου Ηρώδου Αττικού πριν από την έναρξη των εργασιών ανακαίνισής του, την Πέμπτη 25 και την Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026.

    Η «Εκάβη» του Ευριπίδη, γραμμένη στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, αποτυπώνει έναν κόσμο σε κρίση, όπου το δίκαιο και οι ηθικές αξίες έχουν καταρρεύσει. Μέσα σε αυτό το τοπίο βίας και απώλειας, η άλλοτε κραταιά Εκάβη, συντετριμμένη από την απώλεια και εκτεθειμένη στην ιστορική βία, έρχεται αντιμέτωπη με τη διάλυση κάθε σταθεράς του κόσμου της. Βασίλισσα, μητέρα, αιχμάλωτη, φέρει πάνω στο σώμα της τα ίχνη του πολέμου και της ανθρώπινης ωμότητας ενώ, μέσα στην αποσάθρωση κάθε έννοιας δικαίου, οδηγείται σταδιακά σε μια οριακή κατάσταση όπου ο πόνος, η εκδίκηση, η ηθική και η δικαιοσύνη απλώς συγχέονται. Απέναντι σε αυτή τη συντριβή, τα αποσπάσματα από την «Πολιτεία του Πλάτωνα» φέρνουν μια διαφορετική οπτική: το δίκαιο ως βάση μιας αρμονικής κοινωνίας και την αλήθεια ως κάτι που ξεπερνά τα φαινόμενα.

    Άξονας της σκηνοθεσίας είναι συγκεκριμένα «Ο μύθος του Σπηλαίου» – η εμβληματική πλατωνική αλληγορία για την πλάνη, τη γνώση και τη δυνατότητα αφύπνισης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Εκάβη φωτίζεται εκ νέου, σε έναν κόσμο όπου, πέρα από τους αθώους νεκρούς, κανείς δεν μένει ηθικά αλώβητος. Μέσα από αυτή τη συνάντηση τραγωδίας και φιλοσοφίας, η παράσταση μετατρέπεται σε πεδίο στοχασμού, όπου αναμετρώνται τα όρια της επίγνωσης, του ανθρώπινου μέτρου και της ευθύνης. Η «Εκάβη» του Ευριπίδη αναδεικνύει με συγκλονιστικό τρόπο τον ανθρώπινο πόνο και τη μεταμόρφωση της οδύνης σε εκδίκηση, μέσα στο σκοτεινό τοπίο μετά τον Τρωικό πόλεμο. Μια διαχρονική τραγωδία που φωτίζει τα όρια της δικαιοσύνης και της ηθικής σε συνθήκες απόλυτης καταστροφής.

    Ο Χορός στην αρχαία τραγωδία εκφράζει τη συνείδηση της κοινότητας. Το ελc θέτει το ερώτημα προς τον Χορό: Ποια είναι η «φωνή» του στην “Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας” και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα; Η Άννα Μάγκου, η Λίλλυ Μελεμέ, η Θεοδοσία Σαββάκη και η Βιργινία Ταμπαροπούλου απαντούν:

    Άννα Μάγκου

    «Οι Τρωάδες στην «Εκάβη-Στη σκιά της Πολιτείας» δεν είναι απλώς θεατές των γεγονότων. Εκφράζουν τη συλλογική εμπειρία του πόνου, του ξεριζωμού και της ήττας που έφερε ο πόλεμος. Ο Χορός θρηνεί μαζί με την Εκάβη και γίνεται το στήριγμά της στις τραγικές απώλειες των παιδιών της. Είναι η φωνή της συλλογικής μνήμης. Υπενθυμίζει τη χαμένη δόξα της Τροίας και τις συνέπειες του πολέμου για τους απλούς ανθρώπους, ιδιαίτερα για τις γυναίκες και τα παιδιά. Αναδεικνύει ζητήματα δικαιοσύνης, εξουσίας, εκδίκησης και ανθρώπινης βαρβαρότητας. Το έργο γενικότερα παρουσιάζει πώς ο πόλεμος μπορεί να οδηγήσει στην αποκτήνωση του ανθρώπου.

    Οι Τρωάδες θυμίζουν τους σημερινούς ανθρώπους που βιώνουν πολέμους και προσφυγιά, απώλεια οικογένειας και πατρίδας, βία εναντίον αμάχων, αίσθημα αδυναμίας απέναντι στις αποφάσεις των ισχυρών. Όταν ο Χορός μιλά για τον πόνο των ηττημένων και των αθώων θυμάτων, εκφράζει μια πραγματικότητα που συναντάμε ακόμη και σήμερα σε πολλές εμπόλεμες περιοχές του κόσμου. Η φωνή του Χορού είναι η φωνή των ανυπεράσπιστων θυμάτων του πολέμου. Ακριβώς γι’ αυτό εξακολουθεί να συγκινεί και να προβληματίζει το σύγχρονο κοινό περισσότερο από 2.400 χρόνια μετά τη συγγραφή του έργου».

    Λίλλυ Μελεμέ

    «Στην παράστασή μας η “φωνή” του Χορού των Τρωάδων είναι η φωνή μιας κοινωνίας που καταρρέει. Θύματα αλλά και ζωντανοί μάρτυρες οι ίδιες ενός ανόητου, καταστροφικού πολέμου, που διέλυσε ανεπανόρθωτα, εν μία νυκτί, την πραγματικότητά τους, βρίσκονται τώρα αιχμάλωτες και εγκλωβισμένες σε ένα δυστοπικό μεταίχμιο ζωής, όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια εκμηδενίζεται και οι αξίες έχουν προ πολλού εκφυλιστεί. Μετατρέπουν τον προσωπικό τους πόνο σε συλλογική μαρτυρία, απέναντι στην αυθαιρεσία και τον εγωισμό της εξουσίας και καταγγέλουν με τον δικό τους τρόπο την απόλυτη απουσία της δικαιοσύνης και την ανικανότητα της πολιτείας να προστατεύσει αποτελεσματικά αυτούς που βρίσκονται σε αδυναμία.

    Σε έναν τέτοιο κόσμο, όπου οι νόμοι “διαστέλλονται” επικίνδυνα προς όφελος των ισχυρών, το συμφέρον κυριαρχεί και η ηθική συνείδηση και το αίσθημα ευθύνης απουσιάζουν, η φωνή των γυναικών της Τροίας γίνεται κραυγή αγωνίας και ταυτόχρονα αμείλικτο λάκτισμα αφύπνισης και προειδοποίησης προς όλους μας, υπενθυμίζοντάς μας, ακατάπαυστα, την ανάγκη για ενεργητική αντίσταση και αντίδραση, ως πολίτες, απέναντι σε φαινόμενα αυταρχισμού, ασυδοσίας, βίας, αδικίας και διαφθοράς που εμφανίζονται, δυστυχώς, όλο και πιο συχνά στις μέρες μας».

    Ερατώ Πίσση

    «Κατά τη γνώμη μου κάθε παράσταση αποτελεί μια μικρή έρευνα πάνω στο θέμα του Χορού. Η έρευνα αυτή πέρα από την δραματουργική ανάλυση που απαιτείται, επιτρέπει και λειτουργείες διαισθητικές μιας και η αινιγματική φύση του Χορού είναι διαχρονική. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς τί είδους σκηνικό πλάσμα είναι αυτό, από πού παίρνει αφορμή να μιλήσει, με τι συνομιλεί, και πώς κινείται; Στη δική μας παράσταση ο Χορός έχει λοιπόν κάποιες ιδιαιτερότητες, όπως ο αριθμός των ατόμων που τον αποτελούν – πέντε- , που οδηγεί μοιραία σε μια εξατομίκευση, στη σκιαγράφηση δηλαδή μιας προσωπικότητας για το κάθε μέλος του Χορού που καταλήγουν τελικά στο να προσομοιάζουν με κομμάτια της συνείδησης του πρωταγωνιστή- ή καλύτερα, μοιάζουν με ψυχικές απολήξεις της Εκάβης- διαφορετικές, δηλαδή, εκφάνσεις της.

    Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι η Κίνηση του Χορού προέκυψε από αυτοσχεδιασμό και ακόμα και στην παράσταση διατηρεί εν μέρει, τη δυνατότητά του αυτή, υποχρεώνει τον Χορό στην επί της ουσίας παρουσία στο εδώ και τώρα της σκηνικής πράξης, και άρα η εξατομίκευση αυτή εντείνεται ακόμα περισσότερο και δίνει χώρο στο απρόβλεπτο. Φυσικά, ο Χορός μετά από την σχετικά κοινή πορεία που έχει με τον πρωταγωνιστή- στη περίπτωσή μας, στην πορεία προς τη διάλυση των πλατωνικών ψευδαισθήσεων και την ανάγκη να δούμε κατά πρόσωπο τη φύση του Ανθρώπου-, στο τέλος θα τον αποχωριστεί θα τον αφήσει μόνο του θηρίο και ώριμος πια θα ακολουθήσει τον δρόμο της κοινότητας. Εκεί λοιπόν θεωρώ ότι έγκειται το επίκαιρο της “φωνής” του Χορού που προτείνει η παράστασή μας».

    Θεοδοσία Σαββάκη

    «Πρόκειται για ελεύθερους ανθρώπους, οι οποίοι εδώ κι ελάχιστα εικοσιτετράωρα έχουν έξαφνα υποδουλωθεί. Γυναίκες που αφότου είδαν τους αγαπημένους τους δολοφονημένους και την πόλη τους καμένη, πάρθηκαν ως λάφυρα, από άντρες που έτυχε να εξουσιάζουν ως “νικητές” μια δεδομένη στιγμή. Συνιστούν λοιπόν, μια βιασμένη, σοκαρισμένη, νεοσύστατη κοινότητα, κι αποφασίζουν να συσπειρωθούν και να αυτενεργήσουν ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη. Μια δικαιοσύνη που δεν θα τους δώσει πίσω την ελευθερία τους, επιμένει όμως, σε έναν αξιακό κώδικα, ο οποίος τιμά ιδέες της υγιούς πτυχής του ανθρώπινου πολιτισμού -όπως αυτές της φιλίας και του σεβασμού προς το νεκρό σώμα. Και το κάνουν με το ύστατο μέσο που τους απομένει σε αυτό το κτηνώδες καθεστώς, στη γλώσσα των ισχυρών, δηλαδή με δολερή βία, σκηνοθετώντας συνειδητά εφιάλτη μέσα στον εφιάλτη.

    Το αίτημα για συσπείρωση-από-τα-κάτω, για αλληλεγγύη και για πίστη σε αξίες ιερές (φτιαγμένες για να ενώνουν αντί να διχάζουν), παραμένει επιτακτικά επίκαιρο, όσο η Γη κυβερνάται από παράφρονες που νομοθετούν και δικάζουν, ενώ οι ίδιοι σφαγιάζουν σαδιστικά ολόκληρους λαούς. Η λειτουργία του Χορού, καθώς και του «αγώνα λόγων», στην τραγωδία, αποτελούν νομίζω πολύτιμη μαγιά και για τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική ζωή, όπου τόσο η έννοια της κοινότητας όσο κι εκείνη του διαλόγου αποδυναμώνονται στοχευμένα».

    Βιργινία Ταμπαροπούλου

    «Στην παράσταση “Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας”, ο Χορός δεν λειτουργεί μόνο ως ομάδα αιχμάλωτων Τρωάδων γυναικών, αλλά ως η φωνή των απλών ανθρώπων που βιώνουν τις συνέπειες της εξουσίας, του πολέμου και των πολιτικών αποφάσεων. Εκφράζει τον πόνο, τον φόβο, την αγωνία για το μέλλον, αλλά και τον ηθικό προβληματισμό απέναντι στην αδικία και τη βία.

    Η “φωνή” του Χορού θυμίζει ότι πίσω από τις μεγάλες ιστορικές και πολιτικές συγκρούσεις υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν. Σχολιάζει τα γεγονότα, συμπάσχει με την Εκάβη και αναδεικνύει τη διάλυση των αξιών και της κοινωνικής συνοχής που προκαλεί ο πόλεμος. Το μήνυμά του είναι ιδιαίτερα επίκαιρο σήμερα, καθώς σε έναν κόσμο όπου συνεχίζονται πόλεμοι, προσφυγικές κρίσεις και κοινωνικές ανισότητες, οι απλοί πολίτες εξακολουθούν να πληρώνουν το τίμημα αποφάσεων που λαμβάνονται από ισχυρούς. Ο Χορός γίνεται έτσι η φωνή κάθε κοινωνίας που ζητά δικαιοσύνη, ανθρωπιά και σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μέσα από αυτόν, η τραγωδία του Ευριπίδη ξεπερνά τα όρια της αρχαιότητας και συνομιλεί άμεσα με τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου.

    24.06.2026, elc team «Ποια είναι η «φωνή» του Χορού στην “Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας” και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα; Οι πέντε ερμηνεύτριες μας απαντούν», elculture.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Νέστωρ Κοψιδάς: «…οι βεβαιότητες αμφισβητούνται και οι οπτικές πολλαπλασιάζονται…»

    «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας» στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού

    To Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων της Ακαδημίας Αθηνών (1926-2026), παρουσιάζει, με αγγλικούς υπέρτιτλους, την παράσταση «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας», σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, την Πέμπτη 25 και την Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026.

    Η «Εκάβη» του Ευριπίδη, γραμμένη στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, αποτυπώνει έναν κόσμο σε κρίση, όπου το δίκαιο και οι ηθικές αξίες έχουν καταρρεύσει. Μέσα σε αυτό το τοπίο βίας και απώλειας, η άλλοτε κραταιά Εκάβη, συντετριμμένη από την απώλεια και εκτεθειμένη στην ιστορική βία, έρχεται αντιμέτωπη με τη διάλυση κάθε σταθεράς του κόσμου της. Βασίλισσα, μητέρα, αιχμάλωτη, φέρει πάνω στο σώμα της τα ίχνη του πολέμου και της ανθρώπινης ωμότητας ενώ, μέσα στην αποσάθρωση κάθε έννοιας δικαίου, οδηγείται σταδιακά σε μια οριακή κατάσταση όπου ο πόνος, η εκδίκηση, η ηθική και η δικαιοσύνη απλώς συγχέονται.

    Απέναντι σε αυτή τη συντριβή, τα αποσπάσματα από την «Πολιτεία του Πλάτωνα» φέρνουν μια διαφορετική οπτική: το δίκαιο ως βάση μιας αρμονικής κοινωνίας και την αλήθεια ως κάτι που ξεπερνά τα φαινόμενα. Άξονας της σκηνοθεσίας είναι συγκεκριμένα «Ο μύθος του Σπηλαίου» – η εμβληματική πλατωνική αλληγορία για την πλάνη, τη γνώση και τη δυνατότητα αφύπνισης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Εκάβη φωτίζεται εκ νέου, σε έναν κόσμο όπου, πέρα από τους αθώους νεκρούς, κανείς δεν μένει ηθικά αλώβητος.

    Μέσα από αυτή τη συνάντηση τραγωδίας και φιλοσοφίας, η παράσταση μετατρέπεται σε πεδίο στοχασμού, όπου αναμετρώνται τα όρια της επίγνωσης, του ανθρώπινου μέτρου και της ευθύνης.

    Η «Εκάβη» του Ευριπίδη αναδεικνύει με συγκλονιστικό τρόπο τον ανθρώπινο πόνο και τη μεταμόρφωση της οδύνης σε εκδίκηση, μέσα στο σκοτεινό τοπίο μετά τον Τρωικό πόλεμο. Μια διαχρονική τραγωδία που φωτίζει τα όρια της δικαιοσύνης και της ηθικής σε συνθήκες απόλυτης καταστροφής.

    Η παράσταση αποκτά ξεχωριστό συμβολικό και ιστορικό βάρος, καθώς αποτελεί την τελευταία θεατρική παραγωγή που θα παρουσιαστεί στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού πριν από την έναρξη των εργασιών ανακαίνισής του.

    Πριν ακόμα ξεκινήσουν οι τελικές πρόβες στον εμβληματικό χώρο, ο ηθοποιός της παράστασης Νέστωρ Κοψιδάς μίλησε μαζί μας.

    Πολυμήστωρ· ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους χαρακτήρες της «Εκάβης». Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στην προσέγγιση του ρόλου;

    «Ο Πολυμήστωρ είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο σκοτεινά και αντιπαθητικά πρόσωπα της ευριπίδειας τραγωδίας. Τον χαρακτηρίζουν η απληστία, η αχαριστία, η έπαρση και κυρίως ο δόλος. Είναι ένας άνθρωπος που προδίδει την εμπιστοσύνη εκείνων που τον ευεργέτησαν και φτάνει στο πιο ακραίο έγκλημα: τη δολοφονία του νεότερου γιου της Εκάβης και του Πριάμου, του Πολύδωρου. Η πράξη του αυτή δεν υπαγορεύεται από κάποια ανάγκη επιβίωσης ούτε από κάποιο υψηλό ιδανικό. Φαίνεται να γεννιέται από τη γοητεία που ασκεί πάνω του ο χρυσός, από την επιθυμία να αποκτήσει πλούτο και δύναμη. “Τυφλωμένος” από τη λάμψη του χρυσού, χάνει κάθε ηθικό προσανατολισμό και μετατρέπεται σε δολοφόνο ενός παιδιού που του είχε εμπιστευθεί η οικογένειά του.

    Για τον λόγο αυτό, η τιμωρία του μοιάζει εκ πρώτης όψεως δίκαιη. Η Εκάβη και οι αιχμάλωτες Τρωάδες παίρνουν εκδίκηση με τρόπο σκληρό και αμείλικτο. Ο Πολυμήστωρ χάνει κυριολεκτικά το φως του και οι δύο γιοι του δολοφονούνται μπροστά του. Η αντιστροφή είναι συγκλονιστική: εκείνος που στέρησε τη ζωή από ένα παιδί, χάνει τα δικά του παιδιά· εκείνος που ήταν ηθικά τυφλός, καταδικάζεται και σε σωματική τύφλωση. Διαβάζοντας την τραγωδία, ο θεατής εύκολα παρασύρεται σε μια αυθόρμητη αντίδραση: “καλά του έκαναν”. Η δικαιοσύνη φαίνεται να αποκαθίσταται.

    Η πρόκληση, όμως, για μια σύγχρονη σκηνική ανάγνωση είναι πολύ μεγαλύτερη. Μπορεί ένα τόσο αρνητικό πρόσωπο να δικαιωθεί, έστω και κατά κάποιον τρόπο; Μπορούμε να του δώσουμε μια θέση, όσο μικρή κι αν είναι, στην καρδιά μας; Όχι, βέβαια, για να αθωώσουμε τις πράξεις του, αλλά για να αναζητήσουμε τον άνθρωπο πίσω από το έγκλημα.

    Ίσως το κλειδί βρίσκεται στο ευρύτερο πλαίσιο του έργου. Ο Ευριπίδης δεν ενδιαφέρεται μόνο για την ατομική ευθύνη. Πίσω από τις πράξεις των ηρώων του διακρίνεται, διαρκώς, η καταστροφική δύναμη του πολέμου. Ο μεγάλος ένοχος είναι ο πόλεμος και η κατάχρηση της εξουσίας. Οι νικητές Έλληνες έχουν ήδη καταστρέψει ολοκληρωτικά την Τροία, χρησιμοποιώντας και οι ίδιοι τον δόλο. Έχουν ισοπεδώσει μια πόλη, έχουν αφανίσει οικογένειες, έχουν μετατρέψει ελεύθερους ανθρώπους σε σκλάβους. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον βίας, φόβου και ηθικής αποσύνθεσης, οι ανθρώπινες συνειδήσεις αλλοιώνονται».

    Η παράσταση επιχειρεί έναν διάλογο ανάμεσα στον Ευριπίδη και τον Πλάτωνα. Πώς επηρεάζει αυτή η συνάντηση τραγωδίας και φιλοσοφίας τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται ο Πολυμήστωρ στη σκηνή;

    «Η σκηνή του Πολυμήστορα και ο τρόπος που παρουσιάζεται δεν επηρεάζεται άμεσα αλλά περισσότερο έμμεσα από τον διάλογο που επιχειρεί η παράσταση ανάμεσα στον Ευριπίδη και τον Πλάτωνα. Δεν ακούμε, δηλαδή, πλατωνικά κείμενα μέσα σε αυτή τη συγκεκριμένη σκηνή -αυτά εμφανίζονται σε άλλα σημεία της παράστασης. Παρ’ όλα αυτά, η παρουσία τους λειτουργεί σαν ένα υπόβαθρο που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο θεατής προσλαμβάνει όσα βλέπει.

    Αυτό συμβαίνει γιατί η σκηνή του Πολυμήστορα αγγίζει πολύ καθαρά θεματικές που συναντάμε και στον Πλάτωνα. Ερωτήματα όπως τι είναι δίκαιο, ποιος έχει το δικαίωμα να το ασκεί και μέχρι πού μπορεί να φτάσει η εφαρμογή της δικαιοσύνης, δεν τίθενται θεωρητικά αλλά προκύπτουν μέσα από τις ίδιες τις πράξεις των ηρώων.

    Έκανε σωστά η Εκάβη που προχώρησε σε μια τόσο βίαιη και ακραία εκδίκηση; Ή μήπως η πράξη της ξεπερνά τα όρια του δικαίου; Από την άλλη πλευρά, ο Πολυμήστορας τι ελαφρυντικά μπορεί να έχει, αν έχει; Μπορεί μια πράξη προδοσίας και απληστίας να δικαιολογήσει μια τόσο σκληρή τιμωρία; Και, τελικά, ποιος είναι εκείνος που ορίζει το μέτρο της δικαιοσύνης μέσα σε μια τέτοια σύγκρουση;

    Όλα αυτά τα ερωτήματα ανοίγουν τον χώρο για διαφορετικές αναγνώσεις της σκηνής και των προσώπων. Και αυτό ακριβώς είναι και μια βασική λειτουργία της φιλοσοφίας: δεν δίνει μία τελική απάντηση, αλλά δημιουργεί ένα πεδίο στοχασμού όπου οι βεβαιότητες αμφισβητούνται και οι οπτικές πολλαπλασιάζονται.

    Σε ένα πιο άμεσο επίπεδο, η αλληγορία του Σπηλαίου του Πλάτωνα που χρησιμοποιείται στην παράσταση συνδέεται καθαρά με το ζήτημα της τύφλωσης του Πολυμήστορα. Όχι μόνο της κυριολεκτικής τύφλωσης που υφίσταται στη σκηνή, αλλά και μιας προϋπάρχουσας ηθικής και πνευματικής τύφλωσης, που αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο και τις πράξεις του.

    Ακόμη και η τελική του μεταμόρφωση, όταν εμφανίζεται σχεδόν ως “πεφωτισμένος” προφήτης, μπορεί να ιδωθεί μέσα από ένα πλατωνικό πρίσμα, σαν μια αμφίσημη στιγμή ανάμεσα στην αποκάλυψη και την ειρωνεία.

    Έτσι, συνολικά, το πλατωνικό υλικό δεν λειτουργεί απλώς ως σχόλιο πάνω στον Ευριπίδη, αλλά ως ένα πλέγμα αναφορών που φωτίζει εκ των υστέρων τα μεγάλα ηθικά και πολιτικά ερωτήματα της τραγωδίας».

    Η αντιπαράθεση Πολυμήστορα και Εκάβης αποτελεί μία από τις πιο σκληρές συγκρούσεις του έργου. Ποια στοιχεία αυτής της σχέσης θεωρείτε ότι αγγίζουν περισσότερο τον σύγχρονο θεατή;

    «Σχεδόν όλα. Εκείνο, όμως, που με αγγίζει περισσότερο είναι η κατάρρευση και του τελευταίου οχυρού που είχε απομείνει στην Εκάβη: της φιλίας και της εμπιστοσύνης. Έχει ήδη χάσει την πατρίδα της, τον άνδρα της, τα παιδιά της, τη θέση της, την ελευθερία της. Κι όμως, η μεγαλύτερη ίσως πληγή έρχεται από έναν άνθρωπο που θεωρούσε φίλο και σύμμαχο. Ο Πολυμήστορας δεν της στερεί απλώς έναν ακόμη γιο· με τον φόνο του Πολύδωρου σβήνει, ουσιαστικά, και το τελευταίο ίχνος συνέχειας του οίκου των Πριαμιδών. Δεν πρόκειται μόνο για μια μητρική απώλεια, αλλά για τον αφανισμό ενός ολόκληρου γένους, μιας ολόκληρης ιστορίας.

    Αυτός ο απόλυτος κλονισμός εξηγεί και τη μεταμόρφωση της Εκάβης. Ο Ευριπίδης δεν την παρουσιάζει ως μια μονοδιάστατη ηρωίδα, αλλά ως έναν άνθρωπο που, έχοντας χάσει τα πάντα, φτάνει στα άκρα. Ο θεατής μπορεί να μη συμφωνεί με τις πράξεις της, μπορεί ακόμη και να τρομάζει από αυτές, όμως δύσκολα μένει ασυγκίνητος μπροστά στη διαδρομή που την οδηγεί εκεί. Η τραγωδία μάς αναγκάζει να αναρωτηθούμε πόσο ανθεκτικός μπορεί να παραμείνει ο άνθρωπος όταν καταρρεύσουν όλα τα ηθικά και συναισθηματικά του στηρίγματα.

    Παράλληλα, το έργο θίγει ζητήματα που παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρα: τον ηθικό μαρασμό που γεννά η απληστία, τη διαφθορά της εξουσίας, την κατάχρηση δύναμης από τους νικητές, αλλά και την εύθραυστη φύση της δικαιοσύνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και ο ίδιος ο Πολυμήστορας, παρά τη συμμαχία του με τους Έλληνες, γίνεται, τελικά, θύμα της ίδιας λογικής ισχύος που πίστεψε ότι μπορούσε να υπηρετήσει προς όφελός του. Στον κόσμο της τραγωδίας, η εξουσία δεν προστατεύει κανέναν οριστικά.

    Ίσως γι’ αυτό, το έργο εξακολουθεί να συγκινεί. Οι εικόνες ξεριζωμένων ανθρώπων, πολέμων, προσφύγων και οικογενειών που αφανίζονται δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν· είναι, δυστυχώς, και δικές μας εικόνες· πολύ πρόσφατες και πολύ οικείες. Ο σύγχρονος θεατής αναγνωρίζει στην Εκάβη τον πόνο όσων χάνουν όχι μόνο τους αγαπημένους τους αλλά και τον ίδιο τους τον κόσμο.

    Εξάλλου, αυτό είναι, ίσως, το γνώρισμα κάθε πραγματικά κλασικού έργου: η ικανότητά του να αντέχει στον χρόνο, επειδή μιλά για καταστάσεις και ερωτήματα που αφορούν πάντα και παντού τον άνθρωπο. Και η “Εκάβη” είναι ακριβώς ένα τέτοιο έργο».

    Ο Πολυμήστωρ καταλήγει να τιμωρείται, αλλά ταυτόχρονα εκφωνεί έναν προφητικό λόγο για το μέλλον. Πώς διαχειρίζεστε σκηνικά αυτή τη μετάβαση από τον θύτη στον άνθρωπο που αποκτά μια σχεδόν τραγική διάσταση;

    «Αυτή η ανατροπή στο τέλος της τραγωδίας είναι για μένα από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές του αρχαίου δράματος. Αν θέλαμε να το πούμε χαριτολογώντας, θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε σαν ένα είδος “τρέιλερ” για μια επόμενη τραγωδία, αφού μέσα σε λίγους στίχους προαναγγέλλονται γεγονότα που θα απασχολήσουν ολόκληρο τον μυθολογικό και δραματικό κόσμο που ακολουθεί.

    Αν, όμως, το δούμε πιο σοβαρά, θεωρώ ότι η προφητεία λειτουργεί ως προέκταση της τιμωρίας του Πολυμήστορα. Η τιμωρία του δεν περιορίζεται, πλέον, στη σωματική του τύφλωση ή στην απώλεια των παιδιών του· αποκτά μια μεταφυσική διάσταση. Έχει κανείς την αίσθηση ότι ο Πολυμήστορας βρίσκεται ήδη σε μια ιδιότυπη επικοινωνία με τον Άδη· σαν να έχει περάσει ένα αόρατο κατώφλι ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και στον κόσμο των νεκρών. Μέσα στο σκοτάδι στο οποίο είναι πλέον καταδικασμένος να ζει, κουβαλά ως τελευταία και πιο βαριά αποσκευή αυτή τη γνώση του μέλλοντος· μια γνώση που δεν μπορεί ούτε να αποφύγει ούτε να αλλάξει.

    Η προφητεία του δεν αφορά μόνο την Εκάβη. Προβλέπει τη δική της μεταμόρφωση, σχεδόν την υπέρβασή της από το ανθρώπινο στο μυθικό, αλλά και τους μελλοντικούς φόνους της Κασσάνδρας και του Αγαμέμνονα από τα χέρια της Κλυταιμνήστρας. Έτσι, η τραγωδία ανοίγει ξαφνικά το βλέμμα της προς έναν πολύ ευρύτερο ορίζοντα. Το τέλος δεν μοιάζει με τέλος· μοιάζει με την αρχή μιας νέας αλυσίδας δεινών που θα συνεχίσει να γεννά βία, αίμα και εκδίκηση.

    Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη σκηνή τόσο συναρπαστική για εμάς στην πρόβα. Δοκιμάσαμε πολλές διαφορετικές εκδοχές για τον τρόπο με τον οποίο εκφέρεται η προφητεία. Από έναν Πολυμήστορα σχεδόν δαιμονικό, εκδικητικό και χαιρέκακο, που αντλεί μια τελευταία ικανοποίηση μέσα από τη γνώση της επερχόμενης συμφοράς, μέχρι έναν Πολυμήστορα βαθιά μαρτυρικό, σχεδόν συμπονετικό, έναν άνθρωπο που μέσα από τον πόνο του αποκτά μια παράδοξη διαύγεια, σχεδόν σαν μορφή αγίου ή προφήτη. Και για να είμαι ειλικρινής, ακόμη δεν έχουμε καταλήξει απόλυτα.

    Αυτό, όμως, είναι κάτι που με γοητεύει ιδιαίτερα. Μου αρέσει όταν ένα έργο αφήνει ανοιχτές πολλές αναγνώσεις και όταν διαφορετικές εκδοχές μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοαναιρούνται. Ο Στάθης, ως σκηνοθέτης, διαθέτει ακριβώς αυτή την ποιότητα: δεν βιάζεται να κλείσει τα νοήματα, αλλά αφήνει χώρο στην αμφισημία και στην αναζήτηση. Αυτό κάνει τη δημιουργική διαδικασία εξαιρετικά ζωντανή και ενδιαφέρουσα.

    Ακόμη δεν έχουμε κάνει πρόβα στο Ηρώδειο. Είμαι, όμως, βέβαιος ότι όταν βρεθούμε εκεί, ο ίδιος ο χώρος θα αρχίσει να υπαγορεύει πράγματα. Υπάρχουν θέατρα που απλώς φιλοξενούν μια παράσταση και υπάρχουν θέατρα που συνομιλούν μαζί της. Το Ηρώδειο ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Κουβαλά μνήμη, ιστορία και μια σχεδόν υλική αίσθηση συνέχειας με το παρελθόν. Πιστεύω ότι όταν συναντηθεί με το έργο, θα αναδείξει νέες πτυχές του και θα μας οδηγήσει σε επιλογές που σήμερα ίσως δεν μπορούμε ακόμη να φανταστούμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να το ακούσουμε και να προσπαθήσουμε να ανταποκριθούμε σε αυτά που θα μας ζητήσει». […]

    24.06.2026, Κουλουβάρης Γιώργος Σ. «Νέστωρ Κοψιδάς: …οι βεβαιότητες αμφισβητούνται και οι οπτικές πολλαπλασιάζονται…», Ναυτεμπορική

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Ο Στ. Λιβαθινός στο iefimerida για την τελευταία θεατρική παράσταση στο Ηρώδειο, πριν κλείσει για εργασίες

    Ο Στάθης Λιβαθινός επιστρέφει στην αρχαία τραγωδία, με τη σταθερή ομάδα συνεργατών του, με μια νέα, μεγάλη θεατρική παραγωγή υψηλών καλλιτεχνικών προδιαγραφών.

    To Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, σε συμπαραγωγή με την εταιρεία παραγωγής Λυκόφως, και στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων της Ακαδημίας Αθηνών (1926-2026), παρουσιάζει την παράσταση «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας», σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, την Πέμπτη 25 και την Παρασκευή 26 Ιουνίου.

    Η τελευταία θεατρική παράσταση που θα δούμε στο Ηρώδειο

    Η παράσταση αποκτά ξεχωριστό συμβολικό και ιστορικό βάρος, καθώς αποτελεί την τελευταία θεατρική παραγωγή που θα παρουσιαστεί στον εμβληματικό χώρο του Ωδείου Ηρώδου Αττικού πριν από την έναρξη των εργασιών ανακαίνισής του.

    Λίγο πριν την πρεμιέρα της, ο Στάθης Λιβαθινός μιλά στο iefimerida για την παράσταση, το θέατρο και τον ρόλο του στην Ακαδημία Αθηνών.

    Όπως αναφέρει, αυτή τη φορά το στοίχημα της ομάδας του είναι ιδιαίτερα μεγάλο, γιατί και ο τρόπος παρουσίασης της τραγωδίας αποτελεί ένα δημιουργικό αίνιγμα.

    «Εργαστήκαμε πολύ πάνω στη χρήση της μάσκας, των προσωπείων δηλαδή, σε συνεργασία με τον σπουδαίο Αργεντινό καλλιτέχνη Camilo Betancor. Το αποτέλεσμα θα είναι μια παράσταση που, ακόμη και αισθητικά, δεν θα θυμίζει τίποτα από όσα έχουμε κάνει μέχρι σήμερα», τονίζει ο Στάθης Λιβαθινός.

    Η «Εκάβη» του Ευριπίδη, γραμμένη στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, αποτυπώνει έναν κόσμο σε κρίση, όπου το δίκαιο και οι ηθικές αξίες έχουν καταρρεύσει. Μέσα σε αυτό το τοπίο βίας και απώλειας, η άλλοτε κραταιά Εκάβη, συντετριμμένη από την απώλεια και εκτεθειμένη στην ιστορική βία, έρχεται αντιμέτωπη με τη διάλυση κάθε σταθεράς του κόσμου της. Βασίλισσα, μητέρα, αιχμάλωτη, φέρει πάνω στο σώμα της τα ίχνη του πολέμου και της ανθρώπινης ωμότητας ενώ, μέσα στην αποσάθρωση κάθε έννοιας δικαίου, οδηγείται σταδιακά σε μια οριακή κατάσταση όπου ο πόνος, η εκδίκηση, η ηθική και η δικαιοσύνη απλώς συγχέονται.

    Απέναντι σε αυτή τη συντριβή, τα αποσπάσματα από την «Πολιτεία του Πλάτωνα» φέρνουν μια διαφορετική οπτική: το δίκαιο ως βάση μιας αρμονικής κοινωνίας και την αλήθεια ως κάτι που ξεπερνά τα φαινόμενα. Άξονας της σκηνοθεσίας είναι συγκεκριμένα «Ο μύθος του Σπηλαίου» – η εμβληματική πλατωνική αλληγορία για την πλάνη, τη γνώση και τη δυνατότητα αφύπνισης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Εκάβη φωτίζεται εκ νέου, σε έναν κόσμο όπου, πέρα από τους αθώους νεκρούς, κανείς δεν μένει ηθικά αλώβητος.

    «Η Εκάβη αντιπαρατίθεται ισότιμα στον κόσμο των ανδρών και πληρώνει βαρύ τίμημα»

    Μιλώντας στο iefimerida ο Στάθης Λιβαθινός για τη σύνδεση της «Εκάβης» του Ευριπίδη με την «Πολιτεία» του Πλάτωνα αναφέρει τα εξής:

    «Το ένα έργο συναντά κατά κάποιον τρόπο το άλλο, καθώς στην Εκάβη το ζήτημα του δικαίου και της δικαιοσύνης κατέχει κεντρική θέση. Πρόκειται για ένα θέμα που, κατά τη γνώμη μου, απασχολούσε τόσο τον ίδιο τον Ευριπίδη όσο και την εποχή του. Βέβαια, δεν αλλοιώσαμε καθόλου το έργο του Ευριπίδη, τα στοιχεία που προσθέσαμε είναι ελάχιστα και λειτουργούν περισσότερο ως προεκτάσεις των γραμμών που ήδη υπάρχουν στο κείμενο, φωτίζοντας ορισμένες πτυχές του. Δεν παρεμβαίνουν στη βασική δομή του έργου ούτε μεταβάλλουν τον πυρήνα του».

    «Η σύνδεση της Εκάβης με την έννοια της πολιτείας»

    «Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό έργο, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται η μορφή της Εκάβης. Για εμάς, το πρόσωπο αυτό έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Η σύνδεση της Εκάβης με την έννοια της πολιτείας και της δικαιοσύνης μάς βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα όσα θέλει να μας πει το έργο για την ηθική και την ανθρώπινη στάση απέναντι στην αδικία. Ωστόσο, θα ήθελα πρώτα να σας μιλήσω για την ίδια την Εκάβη.

    Η σημασία της για μένα συνδέεται με μια άτυπη, κρυμμένη τριλογία που διατρέχει τη δουλειά μου. Για πρώτη φορά εγώ και η ομάδα μου συναντήσαμε την Εκάβη όταν παρουσιάσαμε την «Ιλιάδα» του Ομήρου το 2013. Εκεί υπήρχε ήδη η μορφή της Εκάβης, την οποία ερμήνευε η Μαρία Σαβίδου. Στη συνέχεια ακολούθησε το |Τρίτο Στεφάνι|, όπου επίσης συναντούμε μια εξαιρετικά δυνατή γυναικεία μορφή και τώρα αυτή η πορεία ολοκληρώνεται με την ίδια την «Εκάβη» του Ευριπίδη. Ίσως είναι σύμπτωση, ίσως και όχι, αλλά και στις τρεις αυτές περιπτώσεις τον ρόλο ερμήνευσε η Μαρία Σαβίδου. Με έναν τρόπο πραγματοποιήσαμε μια βαθιά μελέτη πάνω σε αυτό το υλικό και πάνω σε αυτή τη γυναικεία μορφή.

    Η Εκάβη δεν είναι απλώς μια απελπισμένη μητέρα. Είναι μια γυναίκα με τεράστια εσωτερική δύναμη, γεμάτη πάθος, πόνο και έντονα συναισθήματα. Αντιπαρατίθεται ισότιμα στον κόσμο των ανδρών και πληρώνει βαρύ τίμημα γι’ αυτό».

    Μέσα από αυτή τη συνάντηση τραγωδίας και φιλοσοφίας, η παράσταση μετατρέπεται σε πεδίο στοχασμού, όπου αναμετρώνται τα όρια της επίγνωσης, του ανθρώπινου μέτρου και της ευθύνης.

    Η «Εκάβη» του Ευριπίδη αναδεικνύει με συγκλονιστικό τρόπο τον ανθρώπινο πόνο και τη μεταμόρφωση της οδύνης σε εκδίκηση, μέσα στο σκοτεινό τοπίο μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Μια διαχρονική τραγωδία που φωτίζει τα όρια της δικαιοσύνης και της ηθικής σε συνθήκες απόλυτης καταστροφής.

    100 χρόνια Ακαδημία Αθηνών

    Η παράσταση πραγματοποιείται στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων της Ακαδημίας Αθηνών (1926-2026), μέλος της οποίας είναι ο Στάθης Λιβαθινός.

    Η Ακαδημία Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της Ολομέλειας της 5ης Δεκεμβρίου 2024, εξέλεξε τον σκηνοθέτη Στάθη Λιβαθινό ως τακτικό μέλος της, στην προκηρυχθείσα έδρα «Θεατρική Τέχνη», στη Β’ Τάξη των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών.

    «Το θέατρο χρειάζεται ζωντανούς ανθρώπους, με όρεξη, πάθος και σωστή εκπαίδευση»

    Η «Εκάβη» του Ευριπίδη αναδεικνύει με συγκλονιστικό τρόπο τον ανθρώπινο πόνο και τη μεταμόρφωση της οδύνης σε εκδίκηση, μέσα στο σκοτεινό τοπίο μετά τον Τρωικό Πόλεμο

    Τι σημαίνει για τον Στάθη Λιβαθινό να είναι τακτικό μέλος στην Ακαδημία Αθηνών; «Δεν το σκέφτομαι ιδιαίτερα», απαντά μιλώντας στο iefimerida.

    «Είναι κάτι εντελώς καινούριο για μένα. Νιώθω σαν πρωτοετής στην Ακαδημία. Η Ακαδημία αποτελεί τον σημαντικότερο πνευματικό θεσμό της χώρας. Βρίσκομαι ανάμεσα σε ανθρώπους εξαιρετικά μορφωμένους, ταλαντούχους και σημαντικούς και αυτό είναι μεγάλη τιμή για μένα. Ταυτόχρονα, αποτελεί και μια πρόκληση, να μπορέσω να προσφέρω κάτι στο θέατρο, αλλά και να εξελιχθώ ο ίδιος μέσα από αυτή τη συνύπαρξη.

    Ελπίζω να σταθώ αντάξιος αυτών των ανθρώπων και να βοηθήσω το θέατρο από τη δική μου πλευρά όσο μπορώ. Όχι ότι το θέατρο χρειάζεται ιδιαίτερη βοήθεια. Αυτό που χρειάζεται είναι ζωντανούς ανθρώπους, με όρεξη, πάθος και σωστή εκπαίδευση. Όταν υπάρχουν αυτά τα στοιχεία, το κοινό θα βρεθεί και το θέατρο θα συνεχίσει να ανανεώνεται και να εξελίσσεται».

    24.06.2026, Πουλοπούλου Κατερίνα «Ο Στ. Λιβαθινός στο iefimerida για την τελευταία θεατρική παράσταση στο Ηρώδειο, πριν κλείσει για εργασίες», www.iefimerida.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Ο Αρης Τρουπάκης στην «Εφ.Συν.»: «Το πιο επικίνδυνο είναι η αδράνεια μπροστά στο άδικο»

    Ο ηθοποιός που θα υποδυθεί τον Αγαμέμνονα στην «Εκάβη», μεθαύριο και την Παρασκευή στο Ηρώδειο, μιλά για το δίκαιο, την εξουσία και το πολιτικό θέατρο

    Είναι χρόνια από τους βασικούς ηθοποιούς-συνεργάτες του Στάθη Λιβαθινού και τώρα πρωταγωνιστής στην «Εκάβη–Στη σκιά της Πολιτείας», σε σκηνοθεσία και δραματουργία του τελευταίου, ερμηνεύοντας τον Αγαμέμνονα.

    Ο Αρης Τρουπάκης έχει σκηνοθετήσει και ο ίδιος, ωστόσο τώρα καλείται να ενσαρκώσει έναν ήρωα της αρχαιότητας, που στη συγκεκριμένη τραγωδία ξέρει τι είναι σωστό, αλλά υπολογίζει συσχετισμούς, συμφέροντα, στρατόπεδα και κόστος. Ο Λιβαθινός στην «Εκάβη» του Ευριπίδη έχει συμπεριλάβει και αποσπάσματα από την «Πολιτεία» του Πλάτωνα με τον μύθο του Σπηλαίου. Και έτσι ξεκινά και η δική μας συζήτηση: Ευριπίδης, Πλάτων, δίκαιο, θύματα, θύτες, θεσμοί, πόλεμος, αδράνεια, ευθύνη. Και, κάπου εκεί, το θέατρο ξαναγίνεται αυτό που οφείλει να είναι: όχι κήρυγμα ή στείρος διδακτισμός, αλλά ένας τρόπος να καταλάβουμε γιατί ο άνθρωπος επαναλαμβάνει όσα ισχυρίζεται πως απεχθάνεται.

    Στον Ευριπίδη, και ειδικά στην «Εκάβη», τι δίκαιο τίθεται τελικά;

    Τίθεται και μάλιστα σε πολλαπλά επίπεδα. Το δίκαιο του ηττημένου, το δίκαιο του ξένου, το δίκαιο των γυναικών, το πολεμικό δίκαιο. Τι κάνουμε με τους ηττημένους; Πώς τους ορίζουμε; Πώς ορίζουμε τις γυναίκες; Ο Πολυμήστορας φιλοξενεί τον γιο της Εκάβης και τον σκοτώνει όταν μαθαίνει ότι οι Τρώες έχασαν, για να πάρει την περιουσία του. Αρα το ερώτημα δεν είναι απλώς «τι είναι δίκαιο». Είναι: Το δίκαιο τίνος; Ποιο δίκαιο υπερισχύει;

    Εδώ μπαίνει και ο Πλάτων;

    Νομίζω πως κάπου εδώ κολλάει η «Πολιτεία». Εκεί, σχεδόν σε όλα τα βιβλία, το μόνιμο ερώτημα είναι τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε δίκαιο. Ο Ευριπίδης ζει την παρακμή μιας δημοκρατίας. Είναι ο άνθρωπος που είδε τη δημοκρατία να φθίνει, που είδε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και τα παρεπόμενά του. Ο Πλάτωνας έρχεται ακόμα αργότερα, έχοντας ζήσει και τη φθορά της Δημοκρατίας της Αθήνας. Αρα η συνομιλία τους έχει ενδιαφέρον γιατί και οι δύο ρωτούν για το δίκαιο ως παθόντες, όχι ως οραματιστές.

    Η τραγωδία, όμως, δεν ρωτά μόνο. Παίρνει θέση. Ο Ευριπίδης συγκρούεται με τους συγχρόνους του.

    Ετσι ακριβώς είναι. Ο Ευριπίδης έχει τεράστια τόλμη. Δεν θέτει το ερώτημα θεωρητικά, σαν να λέει «για εσένα τι είναι το δίκαιο;». Το βάζει μέσα σε αίμα, σε ήττα, σε πόλεμο, σε γυναίκες αιχμάλωτες, σε παιδιά νεκρά.

    Μπορείς να μου περιγράψεις μία πράξη δικαίου για σένα;

    Μπορώ να σου πω δύο αντιδιαστελλόμενες πράξεις δικαίου. Πράξη δικαίου είναι να μπει ένας εγκληματίας στη φυλακή. Πράξη δικαίου ήταν και ο πατέρας που σκότωσε εκείνον που θεωρούσε υπεύθυνο για τον φόνο του γιου του. Το αν συμφωνούμε με κάτι τέτοιο είναι η επόμενη, οδυνηρή κουβέντα. Αλλά και οι δύο ένα δίκαιο υπερασπίζονται. Η Εκάβη τιμωρεί με τον φρικτότερο τρόπο εκείνον που είναι φονιάς του γιου της. Το έργο, όμως, δεν μας αφήνει να βολευτούμε ούτε με το θύμα ούτε με τον θύτη. Ως γνήσια τραγωδία, μας αναγκάζει να δούμε ότι ο κόσμος οδηγείται και σε αγριότητα.

    Σήμερα πώς μιλάμε για τα θύματα χωρίς να τα αγιοποιούμε, αλλά και χωρίς να τα εγκαταλείπουμε όταν η οργή τους μας φέρνει σε αμηχανία;

    Υπάρχει αγιοποίηση των θυμάτων, υπάρχει εργαλειοποίηση, υπάρχει και θυματοποίηση των θυμάτων. Υπάρχει και το «έφταιγες που σε βίασα, γιατί ντύθηκες προκλητικά». Το ζούμε και τώρα, και με την υπόθεση Λιγνάδη και με τη Γάζα, τα Τέμπη κ.λπ. Δεν νομίζω ωστόσο πως υπήρξε ποτέ ιστορικά υπόθεση στην οποία ο θύτης να μην παρουσιάστηκε ως θύμα και το θύμα να μην παρουσιάστηκε περίπου ως φταίχτης. Εδώ θεωρητικά έρχεται ο ρόλος μιας συντεταγμένης κοινωνίας και μιας θεσμοθετημένης Δικαιοσύνης: να μη μένουν όλα στο έλεος της δημοφιλίας, της συγκυρίας, της πολιτικής χρήσης.

    Αρα είναι χρέος και της κοινωνίας να αποδίδει/διεκδικεί δίκαιο;

    Δεν θα το έλεγα χρέος. Θα το έλεγα συνέπεια μιας συνθήκης που έχουμε υπογράψει: ότι θα ζούμε μαζί και δεν θα σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον. Επειδή ως ανθρώπινα όντα δεν μπορούμε να λύσουμε μόνοι μας αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα, θεσμοθετήσαμε κάτι που λέγεται Δικαιοσύνη. Το αν ανταποκρίνεται στον ρόλο της είναι άλλη κουβέντα. Αλλά οι θεσμοί έρχονται για να απαντήσουν σε ζητήματα που κανένας άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να απαντήσει.

    Μήπως όμως οι θεσμοί έχουν μετατραπεί σε αποποίηση ευθύνης;

    Δεν θεωρώ τον εαυτό μου εκτός θεσμού. Είμαι υπεύθυνος για το αν κάτι θεσμικό ή μη λειτουργεί. Οι κοινωνίες είναι υπεύθυνες για το τι θέλουν να κάνουν. Αν δεν είναι, τότε είμαστε υπάλληλοι κάποιου Μέγα Σατράπη που αποφάσισε για εμάς. Δεν θα έπρεπε να είμαστε.

    Πάμε στον Αγαμέμνονα. Τι είναι πιο επικίνδυνο: η βία που ασκεί ως νικητής ή η πολιτισμένη αδράνειά του μπροστά στο άδικο;

    Υπάρχει η προφανής βία: είναι ο νικητής και μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, ειδικά πάνω σε γυναίκες, όπως η Κασσάνδρα που τη μεταχειρίζεται αισχρά. Ομως ο Ευριπίδης το πάει ένα βήμα παραπέρα. Ο Αγαμέμνων είναι φυλακισμένος από τη φύση, γιατί δεν φυσάει και δεν μπορεί να φύγει από την Τροία. Και η πλήξη για ένα τέρας είναι επικίνδυνο πράγμα. Ο,τι ένστικτο υπάρχει μέσα του μεγεθύνεται. Είναι όλοι κολλημένοι εκεί και αυτό κάνει τα πάντα πιο επικίνδυνα.

    Τον αντιμετωπίζεις ως ηγέτη, ως διαχειριστή ερειπίων ή ως άνθρωπο που προσπαθεί να βολέψει τη δική του εξουσία μέσα στο χάος;

    Το τρίτο είναι μια πολύ καλή εκδοχή. Είναι ένας ηγέτης που προσπαθεί να βρει ισορροπία μέσα σε απόλυτο χάος, να κοιτάξει και το δικό του όφελος, αλλά και να αποδοθεί ένα είδος δικαίου. Το έγκλημα του Πολυμήστορα τον σοκάρει. Ενας άνθρωπος που έχει ζήσει δέκα χρόνια πόλεμο και έχει σκοτώσει ξαφνικά σοκάρεται από έναν αναίτιο φόνο. Νιώθει τα χέρια του βαμμένα με αίμα που δεν το θέλει.

    Αν τον φέρναμε στη σημερινή εξουσία;

    Υπάρχει μια τραγική διαφορά: Οι ηγέτες του ιλιαδικού κύκλου έπρεπε να είναι πρώτοι στη μάχη. Ο Αγαμέμνων δικαιούται να έχει λόγο, γιατί έχει πληγές πάνω του. Δεν είναι ο τύπος με τη γραβάτα που δίνει διαταγές από ένα γραφείο. Πολέμησε με το σώμα του. Από την άλλη, ως άνθρωπος που προσπαθεί καθημερινά να πάρει αποφάσεις κρατώντας ισορροπίες, σαφώς μας αφορά. Η τραγωδία μάς θυμίζει πως το δίκαιο δεν είναι ποτέ αθώα λέξη…

    Τον συμπαθείς;

    Τον συμπαθώ, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Η δουλειά μου είναι να μπω στη θέση του ανθρώπου που παίζω. Δεν θέλω ο θεατής να τον συμπαθήσει. Θέλω να τον καταλάβει. Οχι να τον δικαιολογήσει. Η «Μήδεια» δεν υπάρχει για να πούμε «καλά έκανε και σκότωσε τα παιδιά». Υπάρχει για να καταλάβουμε σε ποια θέση βρέθηκε, από ποιες συνθήκες.

    Αυτός είναι και ο πολιτικός ρόλος του θεάτρου;

    Για μένα, ναι. Είναι ο μόνος τρόπος που ξέρω να διδάσκει χωρίς να διδάσκει. Το θέατρο δείχνει ότι τα πράγματα έχουν αιτίες. Αν μείνουμε μόνο στο αν μας αρέσουν ή όχι, δεν θα καταλάβουμε ποτέ τίποτα. Και θα είμαστε καταδικασμένοι να τα επαναλάβουμε.

    Και στο πλατωνικό σπήλαιο; Πού είμαστε σήμερα; Μέσα ή έξω;

    Ο άνθρωπος εκπαιδεύεται από γεννησιμιού του να μένει στο σπήλαιο, να μην αναλάβει ποτέ ευθύνη. Εκπαιδεύεται με απίστευτα πεισματικό τρόπο να μένει στη σκιά. Χρειάζεται τεράστια προσπάθεια για να κοιτάξεις έξω από το σπήλαιο. Το βασικό πολιτικό και υπαρξιακό διακύβευμα είναι να έχεις το κουράγιο να δεις την αλήθεια σε σένα και γύρω σου. Χρειάζεται παιδεία για να βλέπεις γενναία τα πράγματα. Από μικρό παιδί εκπαιδεύεσαι στο «μην τυχόν»: μην τυχόν και αναλάβεις ευθύνη, μην τυχόν και δεις ότι τίποτα δεν σου ανήκει, μην τυχόν και δεις ότι η καλοσύνη δεν είναι αξεσουάρ.

    23.06.2026, Ράλλη Νόρα «Ο Αρης Τρουπάκης στην «Εφ.Συν.»: «Το πιο επικίνδυνο είναι η αδράνεια μπροστά στο άδικο», Εφημερίδα των Συντακτών

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Νίκος Καρδώνης στο Tetragwno: «Η οθόνη του υπολογιστή θα μπορούσε να είναι ο “τοίχος” του σπηλαίου. Ζούμε μια απίστευτη φρεναπάτη»

    Πόσο ελεύθερος είναι τελικά ο άνθρωπος; Με αφορμή την παράσταση «Εκάβη, στη σκιά της Πολιτείας», ο Νίκος Καρδώνης μιλά στο Tetragwno για τη δικαιοσύνη, την απώλεια, τις ψηφιακές ψευδαισθήσεις και τον ρόλο του θεάτρου σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς.

    Λίγες ημέρες πριν από την παρουσίαση της παράστασης στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στην τελευταία θεατρική παραγωγή που θα φιλοξενήσει ο ιστορικός χώρος προτού κλείσει για τις εργασίες ανακαίνισής του, ο ηθοποιός καταθέτει σκέψεις για την ανθρώπινη σύνδεση, την αλήθεια και την ανάγκη να κοιτάξουμε ξανά τον κόσμο με καθαρό βλέμμα.

    Η «Εκάβη» μιλά για έναν κόσμο όπου οι ηθικές βεβαιότητες καταρρέουν. Πιστεύετε ότι ζούμε κι εμείς σε μια εποχή όπου το δίκαιο και το άδικο γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα;

    Πιθανόν το μεγάλο πρόβλημά μας να μην είναι το δυσδιάκριτο ανάμεσα στο άδικο και το δίκαιο, αλλά στην εφαρμογή αυτών των δύο εννοιών. Όπως και στην εποχή του Ευριπίδη, όταν οι αξίες και οι θεσμοί καταρρέουν, η ευθύνη για την επιλογή του «ευ πράττειν» είναι άκρως προσωπική υπόθεση.

    Στην παράσταση συναντιέται ο Ευριπίδης με τον Πλάτωνα και την «Αλληγορία του Σπηλαίου». Ποια είναι η μεγαλύτερη πλάνη μέσα στην οποία θεωρείτε ότι ζει σήμερα η κοινωνία μας;

    Η αλληγορία του μύθου του σπηλαίου με τις σκιές, τους δεσμώτες και το φως του ήλιου είναι ανατριχιαστικά διαχρονική. Η οθόνη του υπολογιστή θα μπορούσε να είναι ο «τοίχος» του σπηλαίου. Ζούμε μια απίστευτη φρεναπάτη πιστεύοντας ότι έχουμε μια απόλυτα σφαιρική εντύπωση του κόσμου, ενώ στην πραγματικότητα είμαστε δέσμιοι των αλγορίθμων. Μας εκτρέφουν στην κυριολεξία με χιλιάδες άχρηστες πληροφορίες, καθιστώντας μας σε μια αέναη πνευματική νάρκωση.

    Διανύουμε μια απέραντη μοναξιά, μπερδεύοντας τα likes και τις εικονικές επαφές με την ουσιαστική ανθρώπινη σύνδεση. Η επιτυχία και η κοινωνική καταξίωση εξαρτώνται από το ψηφιακό φαίνεσθαι. Ηλιοβασιλέματα με φίλτρα, χαμόγελα με λεύκανση, σώματα σμιλευμένα, φανταστικά σπίτια, υποσχέσεις για αιώνια νιάτα… Πόση ευτυχία στριμωγμένη σε ένα story…

    Η Εκάβη είναι μια γυναίκα που χάνει τα πάντα και καλείται να ξαναορίσει τον εαυτό της. Πιστεύετε ότι οι μεγάλες απώλειες αποκαλύπτουν τελικά ποιοι πραγματικά είμαστε;

    Η Εκάβη, όταν ακυρώνεται ως βασίλισσα, μάνα και σύζυγος, στο τέλος κυριεύεται από ένα αρχέγονο ένστικτο για επιβίωση και μεταμορφώνεται σε κτήνος διψασμένο για εκδίκηση. Η απώλεια μπορεί να μας ξυπνήσει πλευρές που αγνοούσαμε μέχρι τότε ή να ανακαλύψουμε δυνάμεις που δεν ξέραμε ότι είχαμε. Υπό αυτή την έννοια, η απώλεια δεν σε αποκαλύπτει, αλλά σου δίνει το έναυσμα να ξανασυστηθείς με τον ίδιο σου τον εαυτό.

    Σήμερα διδάσκετε σε νέους ηθοποιούς. Τι σας δίνουν οι νεότερες γενιές και τι πιστεύετε ότι αναζητούν περισσότερο μέσα από την τέχνη;

    Διδάσκοντας τα τελευταία τρία χρόνια σε δραματική σχολή, αντιλαμβάνομαι ότι οι νέοι έχουν ανάγκη να εκφράσουν χιλιάδες πράγματα, αλλά δεν ξέρουν τον τρόπο. Ζουν, δυστυχώς, σε μια εποχή που δεν τους οξύνει τη φαντασία ούτε τους ωθεί να χρησιμοποιήσουν το σώμα τους σαν εκφραστικό μέσο.

    Θα έλεγα ότι είναι περισσότερο «ομιλούντα κεφάλια», παγιδευμένα από την υπερβολική σκέψη που δεν τους αφήνει να ακούσουν το ένστικτό τους. Λόγω της εύκολης αναγνωρισιμότητας από την τηλεόραση, οι νέοι δεν έχουν ξεκάθαρα κριτήρια για την ενασχόλησή τους με την τέχνη του θεάτρου. Σε άλλες περιπτώσεις παιδιών, η θεατρική τέχνη λειτουργεί σαν εκτόνωση και απόδραση από την ασφυκτική καθημερινότητα.

    Σε μια εποχή κυριαρχίας της εικόνας και της ταχύτητας, ποιος πιστεύετε ότι παραμένει ο ρόλος του θεάτρου; Μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως χώρος ουσιαστικού διαλόγου;

    Σε εποχές που το «scrolling» και το AI είναι αυτονόητα όπως η αναπνοή μας, ο ρόλος του θεάτρου ολοένα και είναι πιο δύσκολος. Ο θεατής κινδυνεύει να ξεχάσει πώς να επιβραδύνει τους ρυθμούς του, πώς να επικεντρώνεται σε μια συγκεκριμένη ιστορία για δύο ώρες και πώς να ακούει την υποκειμενική θέση του ήρωα ακόμη κι αν διαφωνεί μαζί του.

    Στο θέατρο, ηθοποιός και κοινό μοιράζονται κοινή ανάσα και χωροχρόνο. Τα συναισθήματα σωματοποιούνται, αφυπνίζοντας συνειδήσεις σχεδόν αντανακλαστικά. Σαφώς δεν είναι δεδομένο ότι αυτό συμβαίνει πάντα, γιατί τελευταία έχει μια τάση ελιτισμού που εμποδίζει τον θεατή να συν-κινηθεί. Όταν όμως συμβαίνει από κάποιους δημιουργούς, η μαγεία μένει ανεξίτηλη στο μυαλό και στην καρδιά του θεατή.

    Η παράσταση ανεβαίνει στο Ηρώδειο λίγο πριν κλείσει για τις εργασίες ανακαίνισής του. Τι συμβολίζει για εσάς αυτή η τελευταία θεατρική συνάντηση με έναν τόσο ιστορικό χώρο;

    Αν και η χαρά είναι τεράστια που παίζω για τρίτη φορά στο Ηρώδειο, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν είχα ποτέ «χωρολαγνεία», αν είναι δόκιμος ο όρος. Είτε παίζω σε ένα black box είτε παίζω στην Επίδαυρο, η ενέργεια και το πάθος για αυτό που κάνω είναι τα ίδια. Η κλίμακα του χώρου απλά αλλάζει. Κι εδώ που τα λέμε, καλό είναι που και που οι ιστορικοί χώροι να «ξεκουράζονται» από τον βομβαρδισμό του σύγχρονου πολιτισμού.

    Έχετε υπηρετήσει το θέατρο ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, σκηνογράφος και ως δάσκαλος. Ποια από αυτές τις ιδιότητες σας έχει φέρει πιο κοντά στην ουσία της τέχνης;

    Τίποτα από όλα αυτά. Αυτό που με φέρνει πιο κοντά στην ουσία της τέχνης θα έλεγα πως είναι ότι είμαι παρατηρητής της ζωής. Οι υπόλοιπες ιδιότητες είναι απλά αποτέλεσμα του πώς φιλτράρω την καθημερινότητα και του πώς γίνομαι θεατής του εαυτού μου, που είναι και το δυσκολότερο. Είναι αδύνατον να ασχοληθείς με μια τόσο ανθρωποκεντρική τέχνη αν δεν τη συσχετίζεις πάντα με τη ζωή, η οποία εμπεριέχει τέχνη. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τη δεις με καθαρό βλέμμα.

    Τι σας ανησυχεί περισσότερο όταν σκέφτεστε την Ελλάδα του 2026 και τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας δίνει ελπίδα;

    Έννοιες όπως η ελευθερία του λόγου, η δημοκρατία, το νομικό και ανθρώπινο δίκαιο, η woke agenda, παίρνουν διαστάσεις τερατογένεσης και, ακόμα χειρότερα, η ανοχή στο «τέρας». Επειδή όλα είναι κορεσμένα, μου δημιουργούν μια αίσθηση ματαιότητας. Βέβαια, κάποιες μικρές πράξεις από ανθρώπους μέσα στη μέρα που δηλώνουν ευγένεια και πολιτισμό μού χαρίζουν μικρές αναλαμπές ελπίδας.

    Αν ο θεατής φεύγοντας από την «Εκάβη» κρατήσει μία μόνο σκέψη ή ένα μόνο ερώτημα, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;

    «Θνητός ελεύθερος ούτε ένας δεν υπάρχει. Ή δούλος των χρημάτων θάναι ή της τύχης ή της πολιτείας. Η πλειοψηφία ή του νόμου το γράμμα θα τον εμποδίζει να ενεργήσει σύμφωνα με τη γνώμη του». Με αυτά τα λόγια της Εκάβης θα ήθελα να φύγει ο θεατής.

    22.06.2026, Αντωνιάδης Λάζαρος «Νίκος Καρδώνης στο Tetragwno: Η οθόνη του υπολογιστή θα μπορούσε να είναι ο “τοίχος” του σπηλαίου. Ζούμε μια απίστευτη φρεναπάτη», tetragwno.gr

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Στάθης Λιβαθινός: «Η Εκάβη ακολουθεί μια μαύρη οδό δίχως επιστροφή»

    Μιλήσαμε με τον καταξιωμένο σκηνοθέτη λίγο πριν την πρεμιέρα της παράστασης στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού

    Ο Στάθης Λιβαθινός ανεβάζει την «Εκάβη» του Ευριπίδη στο Ηρώδειο, την τελευταία παράσταση αρχαίου θεάτρου στον ιστορικό αυτό χώρο, προτού κλείσει, στο τέλος Ιουνίου, για τις εργασίες αποκατάστασής του. Με αυτή την αφορμή, μιλήσαμε μαζί του για τη δική του προσέγγιση της ηρωίδας, για τη συνομιλία του κειμένου με την «Πολιτεία» του Πλάτωνα, για τη διαφορά ανάμεσα στο δίκαιο και στο δικαίωμα, που είναι εμφανής στο έργο, για τη θυσία της Πολυξένης και για τους άντρες του κειμένου.

    Συνέντευξη με τον Στάθη Λιβαθινό για την Εκάβη του Ευριπίδη που ανεβάζει στο Ηρώδειο

    ―Γιατί επιλέξατε να ανεβάσετε τώρα την «Εκάβη», μια τραγωδία που δεν ανεβαίνει πολύ συχνά και που μας μεταφέρει και στο στρατόπεδο των ηττημένων;

    Την Εκάβη ως ηρωίδα την έχουμε επισκεφθεί με την ομάδα και με τη Μαρία Σαββίδου τρεις φορές. Κάνουμε ένα εγκάρσιο ταξίδι στο υλικό της, ξεκινώντας από την αρχετυπική Εκάβη της «Ιλιάδας», περνώντας από την Εκάβη του «Τρίτου Στεφανιού» –το οποίο πιστεύω ότι έχει άμεση σχέση με τα μυθολογικά και τα αρχαία υλικά– και φτάνοντας στην «Εκάβη» του Ευριπίδη, με την οποία καταπιάνομαι πρώτη φορά, μαζί με τη συνεργάτιδά μου Έλσα Ανδριανού. Άλλωστε η ενασχόλησή μου με την αρχαία τραγωδία είναι πολύ μετρημένη και, θέλω να πιστεύω, ιδιαίτερα προσεκτική.

    Η Εκάβη, μέσα από τη Σαββίδου, αρχίζει να περιέχει στοιχεία που με ενδιαφέρουν. Όχι μόνο ένα γήινο, μητρικό στοιχείο, αλλά και ένα βαθιά δραματικό. Μεταφέρει το έντονο συναισθηματικό φορτίο που της εμπιστεύεται ο Ευριπίδης, αλλά και την τεράστια μοναξιά που έχουν οι ήρωες, οι οποίοι ακολουθούν τη μαύρη οδό. Και χρησιμοποιώ τον όρο «μαύρη οδός» γιατί νομίζω ότι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που πραγματεύεται το έργο είναι η δικαιοσύνη και η διαφορά ανάμεσα στο δίκαιο και στο δικαίωμα. Πρόκειται για δύο θεμελιώδεις αξίες που διέπουν –ή θα έπρεπε να διέπουν– μια κοινωνία. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η διαφορά ανάμεσά τους είναι τεράστια.

    Στην εποχή μας οι δύο έννοιες έχουν μπερδευτεί πολύ, σε σημείο η μία να υποκαθιστά την άλλη. Στην περίπτωση της Εκάβης, θα της έδινε κανείς μεγάλο δίκιο βλέποντας πώς εκδικείται και πώς βάφει τα χέρια της με αίμα. Νομίζω όμως ότι πρόκειται για μια οδό με τεράστιο τίμημα και αδιανόητη μοναξιά.

    Όσο για το ότι η τραγωδία αυτή αφορά το βασίλειο των ηττημένων, αυτό δεν το επέλεξα εγώ. Το κάνει ο Ευριπίδης. Ξεφλουδίζει την ύπαρξη και περνά από το ένα επίπεδο στο άλλο. Ξαφνικά οι νικημένοι μπορεί να γίνουν κι αυτοί βίαιοι και να το δικαιολογήσουν ως την εκδίκησή τους. Και οι νικητές παραμένουν νικητές μόνο όσο κρατάει μια σκιά. Έπειτα από λίγο θα έχουν την τύχη του Αγαμέμνονα, η οποία είναι γνωστή και όχι από τις καλύτερες. Το λέει και ο ίδιος ο Ευριπίδης: «στο τέλος θα γυρίσεις πίσω και θα σε περιμένει το τσεκούρι».

    ―Πώς προσεγγίζετε την κεντρική σας ηρωίδα;

    Είναι μια γυναίκα μόνη μέσα σ’ έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, ο οποίος γνωρίζει να συνδιαλέγεται κυρίως προς το συμφέρον του. Θεωρώ ότι είναι ένα ακόμη έργο που κάνω ως ύμνο στη γυναίκα και στη γυναικεία φύση, η οποία μου προκαλεί πάντα δέος και θαυμασμό, καθώς είναι ατελεύτητη, απροσμέτρητη, τεράστια.

    Στην περίπτωση της Εκάβης, η δική μου προσέγγιση έχει να κάνει με μια ζωή σε πέντε εφιάλτες. Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η δομή του έργου. Τα χτυπήματα που δέχεται διαδέχονται το ένα το άλλο και, ως συνήθως στην τραγωδία, ξεπερνούν την ανθρώπινη αντοχή, ενώ οι έννοιες του σωστού και του λάθους γίνονται σχετικές. Το μίσος, η ήττα, η βαθιά πληγή και ο θυμός κατακλύζουν την ψυχή αυτής της γυναίκας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καταφύγει στο αιματηρό δικαίωμα.

    Βλέπει λοιπόν κανείς ότι ο Ευριπίδης δεν δίνει ποτέ λύσεις. Θέτει μοιραία ερωτήματα, που μόλις προσπαθήσεις να τα απαντήσεις, γίνεσαι στήλη άλατος. Όταν στερείς από τον άνθρωπο την ελπίδα και κάθε έννοια δικαιοσύνης, του δίνεις το ελεύθερο να μπει στην περιοχή του δικαιώματος. Και τότε έρχεται η καταστροφή.

    ―Εσείς δικαιολογείτε τα εγκλήματά της;

    Καθόλου. Δεν μπορώ να κάνω κάτι που δεν κάνει ο συγγραφέας. Ο Ευριπίδης δεν διαπραγματεύεται καμία απάντηση. Κι αυτό δείχνει πόσο προχωρημένη είναι η σκέψη του και πόσο συνομιλεί με τους επόμενους αιώνες. Στο κείμενο καταδικάζει την Εκάβη σε έναν δρόμο χωρίς επιστροφή, τον δρόμο της εκδίκησης.

    Αυτή είναι η μία πλευρά των πραγμάτων. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, με την οποία μας βοηθά ο Πλάτωνας να προσεγγίσουμε το έργο: η ιστορία των σκιών και των ψευδαισθήσεων. Είναι αλήθεια πως, ακόμη και στην έσχατη στιγμή της ζωής, ο άνθρωπος κρατιέται από το ψέμα και την ψευδαίσθηση. Όταν τελειώνουν οι ψευδαισθήσεις, τότε ξεκινά αυτό που θα ονομάζαμε τραγική ύπαρξη και μεταμόρφωση του ανθρώπου.

    Ο κόσμος των σκιών, που πραγματεύεται ο Πλάτωνας στο σπήλαιο των ψευδαισθήσεων, είναι ένας κόσμος τον οποίο ο Ευριπίδης καταστρέφει βήμα βήμα μέσα στο έργο, με κορυφαία σημεία του την εμπιστοσύνη και τη φιλία.

    ―Αυτός είναι και ο τρόπος που το έργο αυτό συνομιλεί με την «Πολιτεία» του Πλάτωνα, όπως φαίνεται και από τον υπότιτλό του «Στη σκιά της Πολιτείας»;

    Ο Ευριπίδης συνδιαλέγεται ισότιμα με τον κόσμο των σκιών και με τον κόσμο των εικόνων και των ζωντανών. Αρκεί να πούμε ότι το έργο ξεκινά με ένα φάντασμα. Οι σκιές επανέρχονται διαρκώς και, όπως και στον Πλάτωνα, παίζουν καθοριστικό ρόλο.

    ―Και φτάνουμε στους άντρες της παράστασης. Από τη μία έχουμε τον Πολυμήστορα, που την προδίδει, κι από την άλλη τον Αγαμέμνονα, που τη βοηθάει…

    Ο Ευριπίδης είναι ένας θεατρικός συγγραφέας που δεν βλέπει μόνο τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά διερευνά και το γιατί και το πώς. Αυτό τον φέρνει πολύ κοντά στο σύγχρονο θέατρο. Οι άντρες αυτού του έργου είναι, νομίζω, ταυτόχρονα δικαιολογημένοι και βαρύτατα εκτεθειμένοι, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη σύγχρονη ζωή. Βρίσκονται αντιμέτωποι με άλυτα διλήμματα λόγω της τραγικής τους θέσης.

    Στην περίπτωση του Αγαμέμνονα, είναι γνωστό τι έχει προηγηθεί. Το κύρος, η βασιλεία και τα κατορθώματα ανήκουν πλέον στο παρελθόν και τώρα έρχεται η ώρα των μικροσυμφερόντων και των μικρών συνδιαλλαγών. Και μέσα σ’ αυτές τις συνδιαλλαγές χάνονται νέοι άνθρωποι.

    ―Εννοείτε την Πολυξένη;

    Ναι. Αναφορικά με τη θυσία της Πολυξένης, είναι αδύνατο να μη μιλήσει κανείς για ηρωισμό. Την υποδύεται, παρεμπιπτόντως, η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, η οποία πρόσφατα τιμήθηκε με το βραβείο νέας ηθοποιού της Ελληνικής Ένωσης Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών για την παράσταση «Τουραντό». Η Πολυξένη δεν βρίσκει νόημα σε μια αναξιοπρεπή ζωή, έτσι επιλέγει, πληρώνοντας η ίδια –το τονίζω, η ίδια– το τίμημα και όχι βάζοντας άλλους να το πληρώσουν. Μιλά τη γλώσσα μιας ακέραιης νιότης, σου δίνει το δικαίωμα, ίσως για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή σου, να μιλήσεις ασυμβίβαστα. Η πράξη της Πολυξένης μπορεί να έχει θάνατο μέσα της, αλλά είναι μια πράξη φωτεινή. Κι εμένα με ενδιαφέρει το φως. Θέλω επίσης να προσθέσω κάτι γι’ αυτή την οικογένεια. Για την Εκάβη, μια μάνα που έχει χάσει πενήντα παιδιά, και την Πολυξένη. Είναι μια οικογένεια με τρομερό τσαγανό και με πολύ μεγάλη δύναμη. Είναι οι υπόδουλοι που κανείς δεν θα ήθελε να έχει υποδουλώσει.

    ―Η Πολυξένη έχει κι έναν αδερφό, τον Πολύδωρο, ο οποίος δολοφονείται, και μάλιστα από ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης, τον Πολυμήστορα.

    Ναι, τον υποδύεται ο Αντώνης Γιαννακός, ένας πολύ ταλαντούχος ηθοποιός της νεότερης γενιάς και μαθητής μου από τη σχολή του Εθνικού. Είναι δύο αδέλφια που αποδεικνύουν ότι ο συγγραφέας μάς υποβάλλει τη σκέψη μιας νεότερης γενιάς, η οποία αγωνιά, φέρνει ελπίδες και προσδοκίες στη ζωή, αλλά πέφτει θύμα μιας τεράστιας βαρβαρότητας.

    ―Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιείτε μάσκες. Πώς σκοπεύετε να τις διαχειριστείτε σκηνικά;

    Η μάσκα είναι ένα εκφραστικό μέσο ιδιαίτερο, δυναμικό και μοναδικό, το οποίο θέλω εδώ και πάρα πολλά χρόνια να ερευνήσω. Είπα να ασχοληθώ κι εγώ, αργά ή γρήγορα, μαζί με τον συνεργάτη μου Καμίλο Μπετανκόρ, τον εξαίρετο Αργεντινό δημιουργό.

    Η μάσκα είναι σύμφυτη με την αρχαία τραγωδία και υπάρχει λόγος γι’ αυτό, που δεν έχει να κάνει μόνο με το πρόσωπο, τη μεγάλη απόσταση ή τη φωνή. Νομίζω ότι η μάσκα προσφέρει μια μεγέθυνση των συναισθημάτων, που αφορά την ίδια την τραγωδία. Γιατί τα μεγέθη της είναι πέρα απ’ τα όρια. Δεν είναι τυχαίο ότι σε μια εποχή που οι άνθρωποι διέθεταν τέτοιες σωματικές και φωνητικές δυνατότητες χρησιμοποιούσαν μάσκες. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον εκφραστικό μέσο, που μπορεί να φτάσει μέχρι και στον θεατή στην τελευταία κερκίδα.

    ―Εδώ ο Χορός αποτελείται μόνο από γυναίκες;

    Ακριβώς. Είναι όλες γυναίκες, εξαίρετες ηθοποιοί και καλλίφωνες, καθώς ο Θοδωρής Αμπαζής, που υπογράφει τη μουσική, έχει σχεδιάσει μια πολύ απαιτητική σύνθεση.

    Νομίζω ότι ο Ευριπίδης επιφυλάσσει για τον Χορό σ’ αυτό το έργο μια πολύ ενδιαφέρουσα θέση, η οποία δεν είναι καθόλου περιγραφική. Ο τρόπος με τον οποίο είναι φτιαγμένη η αρχαία τραγωδία δίνει πάντοτε στον Χορό τη θέση ενός τρίτου ματιού, που πολλές φορές λυτρώνει, γιατί είναι αδύνατο να αντέξουμε τόση συναισθηματική πίεση για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

    ― Μπορεί η παράσταση αυτή να παρουσιάζεται στο Ηρώδειο, αλλά εγώ θα ήθελα να να θυμηθείτε την πρώτη σας εμπειρία στην Επίδαυρο.

    Η πρώτη μου εμπειρία ήταν ως βοηθός σκηνοθέτη του Σταύρου Ντουφεξή, του αείμνηστου, στις «Ικέτιδες». Ως θεατής πήγαινα από πολύ μικρός, καθώς είμαι ανιψιός του Μάνου Κατράκη και έβλεπα τις παραστάσεις του θείου μου.

    ―Επομένως έχετε βιώσει το δέος αυτού του χώρου αρχικά ως θεατής και αργότερα ως δημιουργός.

    Το δέος υπάρχει πάντα, είναι αυτονόητο όταν βλέπεις κάτι που σε ξεπερνάει. Εδώ όμως πρέπει να σημειώσω κάτι άλλο: βλέποντας το είδος αυτό και τον τρόπο που επέλεξαν οι αρχαίοι να το παρουσιάζουν, καταλαβαίνει κανείς πως οι σημερινοί ηθοποιοί χρειάζονται ειδική προετοιμασία για να αντεπεξέλθουν. Το ότι στη χώρα που γεννήθηκε το αρχαίο δράμα δεν υπάρχει ειδική σχολή όπου σκηνοθέτες και ηθοποιοί να σπουδάζουν σύγχρονες μεθόδους επικού και τραγικού θεάτρου είναι κάτι που πραγματικά με κάνει να γελάω και να κλαίω ταυτόχρονα. Μια εξειδικευμένη σχολή θεωρώ πως είναι απαραίτητη.

    ―Είστε ο πρώτος ακαδημαϊκός στην έδρα της Θεατρικής Τέχνης της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία άλλωστε στηρίζει και το ανέβασμα της «Εκάβης», στο πλαίσιο των εορτασμών των 100 της χρόνων. Μπορείτε να κάνετε έναν απολογισμό του πρώτου χρόνου σας εκεί;

    Είναι μια εξαιρετικά τιμητική θέση. Όχι για μένα, αλλά για το θέατρο που αντιπροσωπεύω. Κυρίως όμως αποτελεί μια πρόκληση να δημιουργήσεις κάτι. Γιατί, επιτέλους, η Ακαδημία έδωσε μια θέση στη θεατρική τέχνη αυτή καθεαυτήν.

    Στις πρωτοβουλίες που έχω πάρει μέχρι στιγμής θα μπορούσα να αναφέρω τις 11 υποτροφίες που τρέχουν για πρώτη φορά για νέους ηθοποιούς, σκηνοθέτες, σκηνογράφους και άλλες ειδικότητες του θεάτρου. Αλλά και η ψήφος που έδωσε η Ακαδημία στη δημιουργία κέντρου θεατρικής έρευνας, που δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Η ελπίδα μου είναι να δημιουργηθεί ένα γνήσιο κέντρο θεατρικής έρευνας, ώστε να βοηθήσει πρακτικούς και θεωρητικούς του τομέα να ερευνήσουν, να πειραματιστούν και να προχωρήσουν το θέατρο.

    ―Θεωρείτε ότι το θεατρικό κοινό έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια;

    Φυσικά. Όπως έχουμε αλλάξει κι εμείς. Και αλλάζει και προς το καλύτερο, αλλά και προς το χειρότερο σε κάποιες περιπτώσεις – όταν θέλει να ξεμπερδέψει γρήγορα με το θέατρο για να πάει κάπου αλλού. Γιατί έχει συνηθίσει να βλέπει σίριαλ, που κρατάνε περίπου μία ώρα μαζί με τις διαφημίσεις. Το θέατρο, όμως είναι μια άλλου είδους διαδικασία. Χρειάζεται χρόνο, απομόνωση, ησυχία, σου ζητά να κάνεις το ταξίδι χωρίς διάλειμμα για διαφημίσεις. Και νομίζω ότι έτσι πρέπει να παραμείνει. Γιατί το καλό θέατρο έρχεται για να καθρεφτιστεί στο κοινό και με τη σειρά του το κοινό να καθρεφτιστεί στη σκηνή. Και ο καθρέφτης αυτός πρέπει να είναι σωστός, δίκαιος, αληθινός κι όχι θαμπός.

    17.06.2026, Κοσκινά Νίκη-Μαρία «Στάθης Λιβαθινός: Η Εκάβη ακολουθεί μια μαύρη οδό δίχως επιστροφή», Athens Voice

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Μαρία Σαββίδου: «Είναι αγώνας και επίτευγμα να μη γινόμαστε κτήνη, απάνθρωποι»

    Η έμπειρη ηθοποιός και δασκάλα υποκριτικής μιλάει στο BHMAgazino για την παράσταση «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας», που ανεβαίνει στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Μια συζήτηση για τις ακραίες εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης, την ουσία της τέχνης του ηθοποιού και την παιδευτική αξία του θεάτρου.

    Συναντιόμαστε με τη Μαρία Σαββίδου σε έναν χώρο προβών, επί της οδού Καλλιδρομίου, στα Εξάρχεια. Την αμέσως προηγούμενη ημέρα, δυσκολευόμουν να την εντοπίσω, «είχα µε τους µαθητές µου την πτυχιακή τους παράσταση στο Μέγαρο». Αυτά για το Ωδείο Αθηνών, όπου εξακολουθεί να διδάσκει υποκριτική (είχε βρεθεί κατά το παρελθόν, επίσης, στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου).

    Το πρόσωπό της φωτίζεται όποτε μιλάει για «τα παιδιά» και η αλήθεια είναι ότι πολλά έχουν περάσει από τα χέρια της εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Αυτόν τον συγχρωτισμό τον αποκαλεί «χαρά και αποστολή της ζωής μου». Η Σαββίδου, μια έμπειρη και αξιόμαχη ηθοποιός, ερμήνευσε υπέροχα πριν από λίγους μήνες τον ρόλο της Εκάβης στο «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή. Και τώρα, πάλι με τον Στάθη Λιβαθινό, καθώς η ίδια ανήκει στη στενή ομάδα συνεργατών του σκηνοθέτη, αφήνει εκείνη την πληθωρική, νεοελληνική εκδοχή της Εκάβης και ετοιμάζεται να αναμετρηθεί με τη φοβερή, την αρχετυπική ηρωίδα του Ευριπίδη.

    Η παράσταση «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας» ανεβαίνει στο Ηρώδειο (στις 25 και 26 Ιουνίου, στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και του εορτασμού της εκατονταετηρίδας της Ακαδημίας Αθηνών) και θα είναι, μάλιστα, η τελευταία θεατρική παραγωγή εκεί προτού κλείσει για την προβλεπόμενη ανακαίνισή του. «Η συγκεκριμένη τραγωδία του Ευριπίδη ίσως μοιάζει να είναι δύο έργα μέσα σε ένα.

    Κι όμως, όσο πιο πολύ βυθίζομαι στο υλικό της, τόσο περισσότερο νιώθω την πρωτοποριακή της σύλληψη. Η Εκάβη είναι οριακή υπό την εξής έννοια: ξεκινά εκεί ακριβώς που οι άλλες τελειώνουν. Ομως, τι είναι αυτό που μετατρέπει την Εκάβη σε τέρας; Ο κυρίαρχος ρόλος της, ασφαλώς, είναι ο μητρικός. Υποφέρει από τα όσα συμβαίνουν εξαιτίας του πολέμου Αχαιών και Τρώων. Με τη δολοφονία του Πολύδωρου, ωστόσο, φαίνεται να βιώνει μια προδοσία διαφορετικής τάξεως.

    Προσβάλλεται και καταρρέει κάτι ανθρώπινο μέσα της, ακόμα πιο βαθιά, πυρηνικά θα έλεγα. Δεν πρόκειται μόνο για ηθική αλλά υπαρξιακή προδοσία, μια ρήξη ανείπωτη, ανεπανόρθωτη. Τότε είναι που η Εκάβη χάνει εντελώς την ταυτότητά της, την πίστη της, μια πίστη σχεδόν μεταφυσική, και αρχίζει να γίνεται εκείνη η τρομακτική σκύλα σύμφωνα με τον μύθο» εξηγεί στο ΒΗΜΑgazino η Σαββίδου.

    «Εχουμε κάθε λόγο να τη συμπονέσουμε, να ταυτιστούμε μαζί της. Ο Ευριπίδης, όμως, μας φέρνει αντιμέτωπους με τη μεταστροφή και την εκδίκηση της Εκάβης. Μας καλεί να σκεφτούμε το ακραίο. Διάβαζα και ξαναδιάβαζα, έκανα πίσω αναστατωμένη, είχα διαρκώς την αγωνία ότι βρισκόμουν μέσα σε κινηματογραφική ταινία του Ντέιβιντ Λιντς. Τι πιο διαχρονικό και τι πιο σύγχρονο! Στην περίπτωση της Εκάβης βλέπουμε, από τη μια μεριά, για ποια πράγματα είναι ικανός ο άνθρωπος που έχει χάσει τα πάντα και, από την άλλη, προβληματιζόμαστε έντονα για το κανονικό και το βίαιο. Στην εποχή μας, αυτή την ακραία και σκοτεινή εποχή, μπορούμε να αναλογιστούμε, μέσα από τη διαδρομή της Εκάβης, τι αγώνας και τι επίτευγμα είναι να μην καταλήγουμε κτήνη, να μη γινόμαστε απάνθρωποι» προσθέτει.

    Το δραματουργικό πλησίασμα του Λιβαθινού στην ευριπίδεια τραγωδία έχει ως κεντρικό άξονα τη συνομιλία με τον Πλάτωνα και, ειδικότερα, με τον περίφημο, αλληγορικό «Μύθο του Σπηλαίου». Κάπως έτσι, το δίκαιο και το άδικο, η πλάνη και η αλήθεια έρχονται και συμπλέκονται στοχαστικά επί σκηνής, «όπου θα είναι σαν να παρακολουθούμε έναν πολλαπλό εφιάλτη και όπου εμείς οι ηθοποιοί θα έχουμε τα προσωπεία μας, θα φοράμε μάσκες» συμπληρώνει η Σαββίδου.

    Καθοριστικά σημεία μιας σταθερής πορείας

    Γεννημένη και μεγαλωμένη στην Καβάλα, «σε μια οικογένεια της μεσαίας τάξης, ο πατέρας μου εκπαιδευτικός, η μητέρα μου τραπεζική υπάλληλος, χωρίς ιδιαίτερη επαφή με τα καλλιτεχνικά, αλλά υποστηρικτικοί σε ό,τι θέλησα να ακολουθήσω», η Σαββίδου γνώριζε ήδη από το Δημοτικό – «όπου υπήρξα πολύ τυχερή, είχα εμπνευσμένους δασκάλους» – ότι θα ταχθεί στο θέατρο.

    «Ναι, ακούγεται παράξενο, αλλά από τότε ήταν πεντακάθαρο σε εμένα. Απλώς δεν ήξερα από ποια πλευρά, αν θα είμαι πάνω, κάτω ή δίπλα στη σκηνή. Είναι στη φύση μου αυτό, νομίζω. Εννοείται ότι η βασική μου ιδιότητα είναι ηθοποιός. Ανέκαθεν, όμως, ήθελα να έχω μια σχέση με το όλον, όχι μόνο με τους ρόλους, αλλά και με τα έργα, τη θεατρική διαδικασία συνολικά. Με τον ίδιο τρόπο, φυσικά, προέκυψε και η διδασκαλία. Κατόπιν, ήρθε και η σκηνοθεσία στη ζωή μου. Γιατί σκηνοθετώ κιόλας. Οχι συστηματικά, αλλά το κάνω, και δεν το κάνω τυχαία. Το κάνω για παιδιά και εφήβους. Αυτό από μόνο του, οι παραστάσεις για μικρότερους και νεότερους θεατές, είναι το θέμα – και δεν υπάρχει σπουδαιότερο θέμα. Δεν ξεχνώ ποτέ ότι μια τέτοια παράσταση μπορεί να διαμορφώσει την πορεία ενός ανθρώπου, όπως ακριβώς συνέβη και σε εμένα» θυμάται συγκινημένη.

    Τη δική της πορεία καθόρισε η Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου κατά το διάστημα 2001-2007, με επικεφαλής τον Λιβαθινό, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Νίκου Κούρκουλου. «Μια εμπειρία σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα. Για εμένα, οι καλλιτεχνικές μου αποσκευές. Το να πω ότι με άλλαξε είναι λίγο, με έκανε ό,τι είμαι σήμερα. Αξέχαστη περίοδος, αυθεντικής δημιουργίας και πλήρους αφοσίωσης. Από τις πρόβες στις παραστάσεις και από τις παραστάσεις στις πρόβες, αδιάλειπτα, από το μεσημέρι μέχρι το βράδυ. Ηρθαμε σε επαφή με σημαντικούς ρώσους σκηνοθέτες και δασκάλους, με τη μεθοδολογία, τον πειραματισμό. Μια σταθερή ομάδα ηθοποιών ενηλικιωθήκαμε ως ερμηνευτικό σύνολο που εφευρίσκει τη δική του γλώσσα, τον δικό του σκηνικό κώδικα. Και αυτό δεν ήταν θεωρητικό, ήταν πρακτικό, ιδρώναμε κάθε μέρα. Εργάτες, με όλη τη σημασία της λέξης. Και πληρωνόμασταν για αυτό. Μόνο ένας δημόσιος οργανισμός θα μπορούσε να το εξασφαλίσει αυτό» σχολιάζει η Σαββίδου.

    Και κλείνει την κουβέντα μας η ίδια: «Κοιτάξτε, οι ηθοποιοί χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Αφενός, υπάρχουν αυτοί που θεωρούν ότι η διαδρομή τους έχει έναν στόχο, να γίνουν διάσημοι, να βγάλουν όσο περισσότερα χρήματα μπορούν, δηλαδή το “εγώ” ως αυτοσκοπός. Αφετέρου, υπάρχουν αυτοί που θεωρούν ότι η παρουσία τους στην υποκριτική έχει μια άλλη υφή, ότι το “εγώ” δεν είναι παρά ένα μέσο που, εφόσον καλλιεργείται και βαθαίνει, υπηρετεί όσο καλύτερα μπορεί κάτι που έχει γράψει κάποιος άλλος. Ο ρόλος είναι κάθε φορά ο άνθρωπος που υποστηρίζω στη σκηνή. Δίνω φωνή σε αυτόν τον άνθρωπο επειδή, χωρίς εμένα, δεν έχει φωνή. Αυτό σημαίνει ότι υπηρετώ κάποιον άλλον μέσα από εμένα, μέσα από την ψυχοσωματική μου συγκρότηση, δηλαδή μέσα από ένα “εγώ” που δεν είναι αυτοσκοπός. Το κοινό, ξέρετε, δεν θα έρθει να δει τη Σαββίδου, αλλά την Εκάβη, την Εκάβη όπως μπορεί ενδεχομένως να την υπηρετήσει η Σαββίδου. Αυτή είναι η τεράστια διαφορά. Κι αυτό είναι όλο».

    16.06.2026, Μπέκος Γρηγόρης «Μαρία Σαββίδου: Είναι αγώνας και επίτευγμα να μη γινόμαστε κτήνη, απάνθρωποι», Το Βήμα

     

    Για το link πατήστε εδώ