Αΐντα – Τζουζέπε Βέρντι

2017

Palais de la Monnaie 16, 17, 19, 20, 23, 25, 26, 28, 30, 31 Μαΐου 2017. 2, 4 Ιουνίου 2017

 

«Άμνερις: Και εγώ τον αγαπώ…. Εγώ, η κόρη του Φαραώ, είμαι αντίζηλός σου./ Αΐντα: Αντίζηλός μου! Ας είναι – Γιατί είμαστε ισάξιες…». Στο φόντο ενός πολέμου και πράξεων βίας, η Αΐντα είναι η ιστορία ενός συναρπαστικού και έντονου ερωτικού τριγώνου ανάμεσα στην Αιγύπτια πριγκίπισσα Άμνερι, τον Ρανταμές, έναν αξιωματικό, και την Αΐντα, μια Νούβια πριγκίπισσα που βρίσκεται φυλακισμένη και σκλαβωμένη. Οι ιστορικές σκηνές και τα θριαμβικά εμβατήρια, που έχουν κάνει δημοφιλή αυτή την όπερα, ακολουθούνται από τρυφερά αλλά δυναμικά ντουέτα και εσωστρεφείς στιγμές μεγάλης έντασης. Ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός, καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου της Ελλάδας, έρχεται σε μας για να ανεβάσει στη σκηνή την πρώτη του όπερα, την Αΐντα. Έχοντας επίγνωση της έντασης που υπάρχει στη Μεσόγειο αλλά και ζητημάτων που εγείρουν τον πατριωτισμό, τον αγώνα για την ελευθερία και την εξορία, προσεγγίζει τις διαφορετικές όψεις αυτής της όπερας στην οποία η προσωπική επιθυμία έρχεται αντιμέτωπη με το καθήκον και το προσωπικό πεπρωμένο με το συλλογικό.

Μετάφραση από τα Αγγλικά. Πηγή: www.lamonnaie.be

Μουσική Διεύθυνση: Alain Altinoglu | Samuel Jean
Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά: Alexander Polzin
Κοστούμια: Andrea Schmidt – Futterer
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Χορογραφία: Otto Pichler
Διεύθυνση χορωδίας: Martino Faggiani

 

Aida: Adina Aaron | Monica Zanettin
Ρανταμές: Andrea Caré | Gaston Rivero
Άμνερις: Nora Gubisch | Ksenia Dudnikova
Αμονάσρο: Δημήτρης Τηλιακός | Giovanni Meoni
Ράμφις: Giacomo Prestia | Mika Kares
Βασιλιάς: Enrico Iori
Ιέρεια: Tamara Banjesevic
Αγγελιαφόρος: Julian Hubbard

Συμφωνική ορχήστρα και χορωδία του La Monnaie
Διευθυντής: Maxim Kosinov

 
 
  • Το οπερατικό ντεμπούτο του Λιβαθινού με την «Αΐντα»

    Η «Κ» βρέθηκε στην πρώτη του Έλληνα σκηνοθέτη και μεταφέρει τις εντυπώσεις της

    «Ξεκίνησα να έρχομαι στην όπερα πριν από τον πόλεμο, αφού η γιαγιά μου ήταν συνδρομήτρια». Βρισκόμαστε στις Βρυξέλλες, στην προσωρινή στέγη της ιστορικής όπερας Λα Μονέ, σε ένα βιομηχανικό κτίριο στο κανάλι της πόλης, στην πρεμιέρα της νέας παραγωγής της «Αΐντα» του Βέρντι, Τρίτη 16 Μαΐου 2017. Δεν τολμώ να απευθύνω τον λόγο στην καλοστεκούμενη κυρία που κάθεται πίσω μου και μιλάει στη συνοδό της, μπορώ όμως εύκολα να τη φανταστώ να διαβάζει με ενδιαφέρον στο πρόγραμμα, όπως είδα να κάνουν πολλοί θεατές, τη βιογραφία του Στάθη Λιβαθινού, του Έλληνα σκηνοθέτη της παράστασης: σπούδασε στη Μόσχα, δρα στην Αθήνα και, αφού εντυπωσίασε την Ευρώπη με την «Ιλιάδα» του (2013), κλήθηκε να σκηνοθετήσει όπερα για πρώτη φορά.

    Στο τέλος της παράστασης το κοινό τον χειροκροτά θερμά, μαζί με όλους τους συντελεστές, η παράσταση είναι μια επιτυχία, ενώ και οι πρώτες κριτικές είναι στην πλειονότητά τους πολύ θετικές (forumopera, arts et lettres, le soir). Δύσκολα πιστεύει κανείς ότι ο Λιβαθινός σκηνοθετεί όπερα για πρώτη φορά ή έστω δεύτερη, αν μετρήσουμε και την οπερέτα «Πικνίκ» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, που παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής στην Αθήνα το 2014. Αν και η προσέγγισή του είναι αφαιρετική, αποκαθαρμένη από κάθε οριενταλιστική και αιγυπτιολογική αναφορά, μένει απόλυτα πιστός στο έργο, ιδίως μάλιστα στο ποιητικό κείμενο. Με αφορμή μια φράση της Αΐντα από τη Β΄ πράξη «Μια έρημος είναι η ζωή μου», ο σκηνοθέτης δημιουργεί μια έρημο μεταφορική και κυριολεκτική, αρχέγονη και διαχρονική.

    Πριν αρχίσει η όπερα, ακούγεται ο ήχος του ανέμου που παρασέρνει την άμμο στη σκοτεινή και ομιχλώδη σκηνή. Ο ίδιος άνεμος συνδέει τις διαφορετικές σκηνές, αποτρέποντας το χειροκρότημα και επιβάλλοντας τη δραματική συνέχεια της παράστασης. Όταν η ομίχλη διαλύεται, αποκαλύπτεται το σκηνικό: στο έδαφος ένας βράχος – εκπληκτικά κατασκευασμένος από τον εικαστικό Αλεξάντερ Πόλτσιν και εξαιρετικά φωτισμένος από τον Αλέκο Αναστασίου• στην οροφή, επικρέμαται απειλητική μια τεράστια τετράγωνη πλάκα που προοιωνίζεται το τέλος. Στο κέντρο της έχει ένα στρογγυλό άνοιγμα προς τον ουρανό. Η εικόνα είναι εξαιρετικά καλαίσθητη και παραπέμπει πολύ στην αισθητική του σουρεαλισμού. Τα ενδύματα είναι απλά και διαχρονικά, ενώ από την αρχαία Αίγυπτο έχει χρησιμοποιηθεί μόνο ο ζωομορφισμός, με μάσκες τσακαλιού ή πουλιών, που θυμίζουν Μαξ Έρνστ. Ο αρχιερέας Ράμφις μοιάζει βγαλμένος από εφιάλτη.

    Η σκηνική καθοδήγηση των πρωταγωνιστών ήταν εκφραστική χωρίς υπερβολές. Αρκετά ασυνήθιστες ήταν οι χορογραφίες και η κίνηση του πλήθους. Είδαμε τους άνδρες χορευτές να παρελαύνουν σαν μηχανικά στρατιωτάκια και τις γυναίκες χορεύτριες, δούλες όπως η Αΐντα, να κραυγάζουν από απόγνωση ποδοπατημένες στο έδαφος από τις Αιγύπτιες αφέντρες τους. Στον θρίαμβο της Β΄ πράξης δεν υπάρχει παρέλαση, αλλά βλέπουμε τη χορωδία να αντιδρά με επιφωνήματα παρακολουθώντας μια φανταστική παρέλαση προς κάθε κατεύθυνση – μια λύση παρόμοια με αυτήν δηλαδή που είδαμε το καλοκαίρι στο Ηρώδειο στην Δ΄ πράξη της «Κάρμεν», στη σκηνοθεσία του Στίβεν Λάνγκριτζ για την Εθνική Λυρική Σκηνή.

    Ιδιοφυές ήταν το τέλος. Αντί το ερωτευμένο ζευγάρι να κλειστεί στον υπόγειο τάφο και η Άμνερις να μείνει να θρηνεί από πάνω, οι πρωταγωνιστές έμειναν στο κέντρο του βράχου και η πλάκα κατέβηκε και κάλυψε όλη τη σκηνή μαζί με την Αμνέριδα, ενώ μέσα από το άνοιγμα οι πρωταγωνιστές έμοιαζαν να αναλήπτονται αφού τραγούδησαν για τις «ψυχές που οδηγούνται στο αιώνιο φως».

    Σε μουσικό επίπεδο η παραγωγή ήταν πολύ αξιόλογη. Η νευρώδης Αφροαμερικανίδα σοπράνο Αντίνα Ααρόν στον επώνυμο ρόλο ήταν ιδιαίτερα εκφραστική από κάθε άποψη και κέρδισε το ακροατήριο, ενώ στο πλάι της εντυπωσίασε ως Ρανταμές ο Iταλός τενόρος Αντρέα Καρέ. Σπουδαίες ερμηνείες είχαμε και από τη Γαλλίδα μεσόφωνο Νορά Γκουμπίς (Άμνερις) και από τον επίσης Έλληνα βαρύτονο Δημήτρη Τηλιακό, που ήταν ένας έξοχος, αρχοντικός Αμονάσρο. Πολύ καλοί και οι Τζάκομο Πρέστια (Ράμφις) και Ενρίκο Ιόρι (φαραώ), Ταμάρα Μπαντζέσεβιτς (ιέρεια) και Τζούλιαν Χάμπαρντ (αγγελιαφόρος). Εξαιρετικές η χορωδία και η ορχήστρα της όπερας, ενώ η διεύθυνση του Γαλλοαρμένιου Αλέν Αλτίνογλου ήταν εύστοχη και πολύ δυναμική. Να σημειώσουμε ότι και αυτός έχει μια έμμεση σχέση με την Ελλάδα, αφού οι Αλτίνογλου έφτασαν κατ’ αρχάς από την Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα, από όπου τη δεκαετία του 1950 έφυγαν για το Παρίσι.

    Η «Αΐντα» ήταν ο θριαμβικός αποχαιρετισμός στην προσωρινή όπερα, ένα κτίριο που θυμίζει λίγο την Πειραιώς 260, αλλά είναι πιο φροντισμένο. Υπήρχε διακριτική μικροφωνική εγκατάσταση, αφού δεν θα ήταν δυνατόν να ακούγονται οι τραγουδιστές στην ακουστικά ακατάλληλη αίθουσα. Αν και είναι πολύ φροντισμένη, ακόμα και αυτή περιορίζει τους αρμονικούς στις φωνές και τις αδειάζει από το βάθος τους. Αλλά η προσωρινή αυτή κατάσταση τελειώνει, αφού τον Σεπτέμβριο η όπερα θα ξαναλειτουργήσει ανακαινισμένη στην ιστορική της έδρα των Βρυξελλών.

    28.05.2017, Κιουσόπουλος Δημήτρης Γ. «Το οπερατικό ντεμπούτο του Λιβαθινού με την Αΐντα», Η Καθημερινή

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Σκηνοθετικό ντεμπούτο με «Αΐντα» για τον Στάθη Λιβαθινό

    Το έργο του Τζουζέπε Βέρντι “Αΐντα ” επέλεξε ο Στάθης Λιβαθινός για να κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στην όπερα.

    Πρεμιέρα έκανε στις Βρυξέλλες η «Αΐντα», το διάσημο έργο του Βέρντι που σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός (θα παίζεται ως και τις 4 Ιουνίου), έπειτα από ανάθεση που του έγινε από το διάσημο, ιστορικό θέατρο La Monnaie, έδρα της ομοσπονδιακής Όπερας του Βελγίου. Πρόκειται για το πρώτο έργο λυρικού ρεπερτορίου που ανεβάζει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και περιμένουμε με περιέργεια να μάθουμε ποιες είναι οι εντυπώσεις όσων είχαν την ευκαιρία να δουν την παράσταση.

    Το 1869, όταν ο Βέρντι ανέλαβε να γράψει τη μουσική για την «Αΐντα» (η πλοκή της οποίας αποδίδεται συνήθως στον φημισμένο γάλλο αιγυπτιολόγο Ογκίστ Μαριέτ), οι Γάλλοι είχαν ήδη κατασκευάσει τη Διώρυγα του Σουέζ, ο χεδίβης Ισμαήλ Πασάς προσπαθούσε να εδραιώσει την εξουσία του και τα εγκαίνια, με μια εντυπωσιακή πρεμιέρα, ενός πολυτελούς λυρικού θεάτρου στο Κάιρο έμοιαζαν ως ιδανική ευκαιρία για να νιώσει η αιγυπτιακή ελίτ ότι ακολουθεί επιτυχημένα το ευρωπαϊκό πρότυπο. Η μεγαλοπρεπής Όπερα του Καΐρου άνοιξε τελικά με άλλο έργο, όμως το 1871 ήρθε η σειρά της «Αΐντα». Ένα ερωτικό τρίγωνο με φόντο μια πολυτάραχη περίοδο του ένδοξου παρελθόντος της Αιγύπτου αποτέλεσε φυσικά ιδιοφυή επιλογή θέματος, όμως η ιστορία της νουβιανής σκλάβας κατάφερε πολύ περισσότερα από το να παρέχει απλώς το πλαίσιο για να στήνεται πλούσιο θέαμα. Η Αΐντα, ο Ρανταμές και η Άμνερις, μοιάζουν με ήρωες αρχαίου δράματος έτσι όπως έρχονται αντιμέτωποι με τις κοινωνικές περιστάσεις, τις αυταπάτες και τα πάθη τους, αλλά και με την ειμαρμένη, τους θεούς, το εγώ ή την κακοτυχία τους – καθένας μας δίνει στο αναπόφευκτο το όνομα που ο ίδιος επιλέγει. Η όπερα έγινε πολύ δημοφιλής χάρη στις εναλλαγές των περίτεχνων μελωδιών στη γνωστή σκηνή του θριάμβου, στα εσωστρεφή ντουέτα υψηλής έντασης, όπως για παράδειγμα το «O terra addio», καθώς επίσης και σε άριες σαν τη «Celeste Aida» και τη «Ritorna vincitor!». Η γεμάτη αντιθέσεις μουσική σύνθεση άγγιξε, σύμφωνα με τον Τόμας Μαν, «το θριαμβευτικό ιδεώδες της μουσικής, της τέχνης, της ανθρώπινης καρδιάς, την υψηλή και αδιάψευστη μετουσίωση της κακόγουστης ασχήμιας της πραγματικότητας».

    Ο Στάθης Λιβαθινός θέλησε, σύμφωνα με δηλώσεις του, να αφαιρέσει από το έργο τις παρωχημένες, εξωτικές αναφορές, και εκσυγχρόνισε, για τη δική του προσέγγιση, τον τόπο και τον χρόνο, τονίζοντας έτσι τα οικουμενικά στοιχεία του. Έχοντας διαμορφωθεί από την αρχαία τραγωδία αλλά και το ρωσικό θέατρο, βρήκε στην Αΐντα μια ποιότητα που αναζητά σε κάθε εγχείρημά του: την περιγραφή της ανθρώπινης συνθήκης με αμίμητη διεισδυτικότητα. Εξορίζοντας το αιγυπτιακό φολκλόρ και ντεκόρ αναδεικνύονται τα ανθρώπινα βάσανα και η καθολικότητα του δράματος που βιώνουν οι τρεις βασικοί χαρακτήρες. Γνωρίζοντας την τεταμένη ατμόσφαιρα που επικρατεί σήμερα στη λεκάνη της Μεσογείου, τους εθνικισμούς που ταλανίζουν την Ευρώπη, τον ατέλειωτο αγώνα για ελευθερία, την περιπέτεια των προσφύγων, την αναγκαστική εξορία, αναδεικνύει τις πλευρές του έργου που μιλούν για τη σύγκρουση της προσωπικής επιθυμίας με την αίσθηση του καθήκοντος, αλλά και για το ατομικό πεπρωμένο που παλεύει ενάντια στη συλλογική μοίρα, την κόντρα δηλαδή κάθε ανθρώπου ενάντια στα γρανάζια της Ιστορίας.

    17.05.2017, Νάστος Γιώργος «Σκηνοθετικό ντεμπούτο με «Αΐντα» για τον Στάθη Λιβαθινό», tospirto.net

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Στάθης Λιβαθινός: Βάπτισμα του πυρός στην όπερα με «Αΐντα» στις Βρυξέλλες

    Την όπερα ανεβάζει ο Στάθης Λιβαθινός από τις 16 Μαΐου μέχρι τις 4 Ιουνίου στο πλαίσιο της ανάθεσης που του έγινε από το διάσημο θέατρο La Monnaie

    Σε μια τέντα, στο Palais de la Monnaie που έχει μεταμορφωθεί σε αληθινό παλάτι της μουσικής, πίσω από ένα παλιό τελωνείο των Βρυξελλών, παρουσιάζεται η «Αΐντα», η όπερα που ανεβάζει ο Στάθης Λιβαθινός από την Τρίτη 16 Μαΐου μέχρι και τις 4 Ιουνίου, στο πλαίσιο της ανάθεσης που του έγινε από το διάσημο θέατρο La Monnaie.

    Είναι το πρώτο έργο λυρικού ρεπερτορίου που ανεβάζει ο έλληνας σκηνοθέτης και η τελευταία παραγωγή που κλείνει τον «εκτός έδρας» κύκλο των παραστάσεων. Φιλοξενείται στον προσωρινό αυτό χώρο, μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες που γίνονται στο εμβληματικό κεντρικό κτίριο.

    Ο κορυφαίος πολιτιστικός θεσμός που η καρδιά του χτυπά στο κέντρο της βελγικής πρωτεύουσας δίνει πάντα ευκαιρίες σε νέα πρόσωπα. Δεν παύει να πειραματίζεται με όλα τα είδη της τέχνης, χωρίς να θέτει περιορισμούς στην καλλιτεχνική έμπνευση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, όλα τα μεγάλα ονόματα της τέχνης έχουν περάσει τις «προοδευτικές» πόρτες του. Αυτή η συνθήκη λειτούργησε τέλεια και για τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου της Ελλάδας, που παίρνει τώρα το βάπτισμα του πυρός στον κόσμο της όπερας, αρκετά χιλιόμετρα μακριά από τη χώρα του.

    Είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε με τον σκηνοθέτη, κατά τη διάρκεια των προβών του έργου στις Βρυξέλλες. Ο ίδιος ομολογεί, στη συνέντευξη που μας παραχώρησε, ότι δεν έχει καθόλου άγχος για την παρθενική του εμφάνιση στον κόσμο του λυρικού θεάτρου. Δεν διστάζει να επισημάνει ότι το συγκεκριμένο έργο του Τζουζέπε Βέρντι δεν θα ήταν ποτέ η πρώτη του επιλογή, αλλά η πρόταση που του έγινε ήταν πολύ δελεαστική για να αρνηθεί. Το ρίσκο, όπως επισημαίνει, βρίσκεται κυρίως στη βελγική πλευρά, που του εμπιστεύτηκε αυτή την πολυδάπανη παραγωγή.

    Οι υπεύθυνοι του La Monnaie είχαν δει την «Ιλιάδα» του που περιόδευσε σε αρκετά μέρη στο εξωτερικό, τους άρεσε και έτσι του πρότειναν τη συνεργασία αυτή. Είχε καιρό μάλιστα να ανεβεί μια Αΐντα στο συγκεκριμένο θέατρο. έχουν περάσει 15 χρόνια από το τελευταίο ανέβασμα του συγκεκριμένου έργου του Βέρντι στο θέατρο των Βρυξελλών. Τότε την σκηνοθετική μπαγκέτα κρατούσε ο Μπομπ Γουίλσον και τη μουσική διεύθυνση είχε ο Αντόνιο Παπάνο.

    Σήμερα, ο Στάθης Λιβαθινός διαλέγει για την δική του προσέγγιση, έναν τόπο και ένα χρόνο σύγχρονο. Είναι μια απλή, σχεδόν μινιμαλιστική, αρκετά σωματική παράσταση, χωρίς τις γνωστές εξωτικές αναφορές, μακριά από το πολυφορεμένο αιγυπτιακό φολκλόρ και ντεκόρ. Αντίθετα αναδεικνύεται η αδελφική σχέση με την ελληνική τραγωδία, όσον αφορά τα ανθρώπινα βάσανα, η οποία υπογραμμίζεται στην παράσταση μέσα με την καθολικότητα του δράματος που βιώνουν οι τρεις βασικοί χαρακτήρες.

    Στο πλευρό του άλλοι δύο Έλληνες: Ο Δημήτρης Τηλιακός που ερμηνεύει τον Αμονάσρο και ο Αλέκος Αναστασίου στους φωτισμούς. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι παραστάσεις είναι sold out αρκετές μέρες πριν την πρεμιέρα.

    -Πότε γεννήθηκε η αγάπη σας για τον κόσμο της όπερας;
    Από μικρή ηλικία ήμουν «δέσμιος» της κλασικής μουσικής και των μπλουζ. Ο Βέρντι, για μένα, είναι ένα από εκείνα τα πνεύματα, που μας δίνουν λόγο να υπάρχουμε πάνω στη γη. Είναι μια μουσική μεγαλοφυΐα. Αυτό που διδάσκει, πέρα από την εξαίρετη μουσική του, είναι ο τρόπος της εξέλιξής του: ο άνθρωπος μπορεί να γερνάει σωματικά, αλλά εξελίσσεται πνευματικά. Μπορεί να ακούγεται αυτονόητο, αυτό που λέω, αλλά οι τελευταίες του όπερες, είναι η μία καλύτερη από την άλλη. Ό,τι έγραψε μετά την Αΐντα ήταν καλύτερο και ακόμη καλύτερο. Σήμερα, βλέπεις συνήθως το αντίθετο: οι ηλικιωμένοι δημιουργοί πάνε από το κακό στο χειρότερο.

    -Η αφετηρία σας είναι το θέατρο. Πού συναντήσατε την όπερα;
    Το ίδιο το θέατρο και ο εκπρόσωπός του, ο Πίτερ ντε Καλούβε μου εξήγησαν εξαρχής ότι με ήθελαν ως άνθρωπο του θεάτρου και με αυτή την «ταυτότητα» να καταπιαστώ με το συγκεκριμένο έργο. Δεν καινοτομώ με αυτό που κάνω εδώ στις Βρυξέλλες. Άλλωστε, η όπερα κατευθύνεται με γοργούς ρυθμούς προς τον κόσμο του θεάτρου, τα τελευταία χρόνια. Οι καλοί τραγουδιστές είναι πλέον και πολύ καλοί ηθοποιοί. Ήμουν τυχερός γιατί έχω στη διάθεσή μου ένα διεθνές καστ, μια ομάδα καλλιτεχνών που είναι πρόθυμοι να ανταποκριθούν με αυταπάρνηση στα θεατρικά τους καθήκοντα. Πέρα από αυτούς και οι υπόλοιποι συντελεστές είναι εξαιρετικοί. Και έχουμε κι έναν καταπληκτικό δραματουργό, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Βέρντι. Ό,τι κι αν ψάχνεις να βρεις, αν δεν το βρεις στο κείμενο, θα το συναντήσεις στην μουσική.

    -Τι σας ενδιέφερε στη συγκεκριμένη όπερα;
    Την Αΐντα την αγάπησα πολύ. Αυτό έγινε σταδιακά. Με συγκλόνισε. Κι αυτό το έργο, όπως και γενικά η όπερα, είναι φορτωμένο βέβαια από κλισέ. Ακούς Αΐντα και σου έρχονται στο μυαλό ελέφαντες. Εμείς με τους συνεργάτες που γνώρισα εδώ ξεκινήσαμε να δουλεύουμε, έχοντας στο μυαλό μας τι δεν θέλουμε να κάνουμε σ’ αυτό το ανέβασμα. Δεν είδαμε τη συγκεκριμένη ιστορία με έναν τρόπο πομπώδη όπως συνήθως αλλά τονίζοντας την εσωτερικότητά της. Το επίκεντρο ήταν το θανατηφόρο πρωταγωνιστικό τρίγωνο, που φλερτάρει από την αρχή με το θάνατο. Για μένα το έργο αυτό έχει να κάνει με το παιχνίδισμα με τη μοίρα και τον θάνατο. Πιστεύω λοιπόν ότι είναι λοιπόν πολύ πιο κοντά στον Μπέκετ, παρά στον ζωολογικό κήπο, που έχουμε συνηθίσει μέχρι σήμερα. Έχει μια τρομερή φράση η Αΐντα «Un deserto è la mia vita» δηλαδή «Η ζωή μου μια έρημος». Θεώρησα ότι αυτό είναι ένα από τα κλειδιά ανάγνωσης του έργου. Γιατί η ζωή μας, όπως και να το κάνεις, σιγά σιγά ερημώνει από αξίες και αισθήματα. Έκανα λοιπόν μια παράσταση έντονα συναισθηματική και πολύ σωματική.

    -Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίσατε σ’ αυτό το παρθενικό σας εγχείρημα;
    Το πιο σημαντικό για μένα είναι να ακούσω σωστά τον μεγαλοφυή δραματουργό, που λέγεται Βέρντι. Να καταλάβεις ποιος είναι ο στόχος του. Με επηρέασε πάρα πολύ επίσης ένα τεράστιο μέγεθος του εικοστού αιώνα: ο Νικολάους Αρνονκούρ. Έκανε μια ανάγνωση της Αΐντα, πολύ κοντά σ’ αυτά που πίστευα. Ότι πρόκειται δηλαδή για μια βαθύτατα εσωτερική και συναισθηματική ιστορία. Η απόδειξη είναι ότι οι ελάχιστες σκηνές πλήθους που έχει, είναι συμβολικές και κατά βάθος εσωτερικές και όχι κραυγαλέες.

    -Μου κάνει εντύπωση ότι κάνετε λίγο «πίσω», όσον αφορά τον σκηνοθετικό σας ρόλο. Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει πολλές σκηνοθεσίες και σκηνοθέτες να παρεμβαίνουν και να αλλάζουν ριζικά κυρίως την εικόνα αλλά και το περιεχόμενο σε γνωστά έργα του λυρικού θεάτρου.
    Ξέρετε γιατί το κάνω αυτό; Γιατί εδώ είναι άλλοι οι κανόνες του παιχνιδιού. Ο μουσικός έχει βάλει ήδη ένα όριο. Ψάχνει λοιπόν ο σκηνοθέτης να βρει την ελευθερία του, έξω από αυτό. Τη βρίσκει στο εικαστικό μέρος και στον εκσυγχρονισμό της όπερας. Όλο αυτό είναι ένας σκηνοθετικός πειρασμός, που τον κατανοώ, αλλά στην πραγματικότητα η ουσία βρίσκεται αλλού. Ο Βέρντι, άλλωστε, είναι βαθιά έντιμος απέναντι στα ανθρώπινα αισθήματα. Δηλαδή η μουσική του πάλλεται. Δεν κάνει τίποτε που να μην υπηρετεί το ουσιώδες. Είναι όλα ενταγμένα σ’ αυτόν τον προσανατολισμό, μέχρι και την τελευταία νότα. Ενώ θα μπορούσε, οποιαδήποτε στιγμή, να κάνει επίδειξη στυλ.

    -Το La Monnaie καλεί διαρκώς σκηνοθέτες και άλλους καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο να κάνουν ή να δουλέψουν σε παραστάσεις του. Θα μπορούσε το δικό μας Εθνικό Θέατρο να κάνει κάτι αντίστοιχο σε μια μόνιμη βάση;
    Το θέμα είναι ότι το βελγικό θέατρο δεν έχει ένα ρεπερτόριο, με αποτέλεσμα να μπορεί να κάνει αυτά τα ανοίγματα. Θα μου πείτε «Γιατί έχει το Εθνικό ρεπερτόριο;» (γέλια). Πρόθεσή μου είναι να φτιάξουμε ένα ρεπερτόριο σιγά-σιγά, μέχρι το 2019, που θα βρίσκομαι στην καλλιτεχνική διεύθυνση. Νομίζω ότι και ο Γιάννης Χουβαρδάς το προσπάθησε. Να γίνει δηλαδή ένα ρεπερτόριο από αξιόλογες παραστάσεις. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν και τα οικονομικά μεγέθη, που δεν επιτρέπουν πολλά πράγματα. Το κόστος αυτής της παραγωγής και μόνο αγγίζει το 1 εκατομμύριο Ευρώ, όταν ο ετήσιος προγραμματισμός του Εθνικού Θεάτρου είναι 6 εκατομμύρια Ευρώ! Οπότε καταλαβαίνετε πόσο δύσκολο είναι να κάνουμε εμείς κάτι τέτοιο.

    – Δεν είναι όμως αυτονόητο; Συμβαίνει παντού.
    Το αυτονόητο στη χώρα μας δεν είναι πάντα εφικτό. Ζούμε στη χώρα, που το αυτονόητο πρέπει να κατακτηθεί. Θέλω να καλέσω ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν στο Εθνικό Θέατρο στο μέλλον. Το έχω ήδη κάνει και θα συνεχίσω να το κάνω. Αυτό όμως που για μένα είναι ένα ανοικτό Εθνικό, δεν είναι απλώς ένα θέατρο που καλεί ξένους, αλλά που ανταλλάσσει πρόσωπα, παραστάσεις. Κάνει συμπαραγωγές. Για μένα ένα πετυχημένο Εθνικό Θέατρο, πρέπει ό,τι παίρνει, να το δίνει. Αυτή ήταν η λογική της συμπαραγωγής που κάναμε με το ρωσικό θέατρο Βαχτάνγκοφ. Ελπίζω και στο μέλλον να υπάρξουν ανάλογες συνεργασίες. […]

    16.05.2017, Μητρόπουλος Γιώργος «Στάθης Λιβαθινός: Βάπτισμα του πυρός στην όπερα με «Αΐντα» στις Βρυξέλλες», gr.euronews.com

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Le drame intime au cœur de la vision de Livathinos

    Aida – Bruxelles (La Monnaie)
    Il est devenu assez fréquent, dans les maisons d’opéra un peu branchées, de confier la mise en scène à des professionnels du théâtre ou du cinéma, c’est à dire à des gens qui n’ont pas l’expérience de la scène lyrique, et qui montrent bien souvent très peu de familiarité avec le répertoire. Certes, Stathis Livathinos est un homme de théâtre, et jusqu’ici, de théâtre seulement. Mais il fait preuve pour sa première réalisation à l’opéra, d’un très grand respect de l’esprit de l’œuvre, malgré quelques plages de liberté, dans un souci esthétique constant, le tout empreint d’une grande modernité. Sa vision d’Aida, dépouillée de tout folklore africain – qui s’en plaindra ? – recentre l’action sur les trois personnages du drame, leurs émotions, leurs contradictions et le caractère inextricable des situations intimes qui les conduit au drame final. Ainsi resserrée, la trame de l’œuvre prend un tour plus universel et susceptible de parler à chacun. Et c’est une grande réussite.

    Dans un décor unique, une sorte de rocher perdu au milieu de nulle part, qui pourrait aussi bien être le trône d’un royaume de science fiction, une île déserte au milieu des océans ou le lieu sacré d’un rite païen oublié, il va jouer tout le drame intime, laissant les espaces extérieurs à ce dispositif scénique pour les scènes de foule et les actions publiques. Au-dessus du décor, comme un menace permanente dès le premier tableau, plane déjà le couvercle de pierre qui se refermera sur les amants à la fin du spectacle.

    Du très large plateau, il tire un excellent parti : il y fait évoluer les chœurs, fort nombreux, auxquels il voue un travail relativement élaboré, et à qui on a encore adjoint 24 danseurs, tout ce petit monde particulièrement bien éclairé pour composer des tableaux de grande ampleur et d’une belle puissance dramatique. On regrettera cependant le port de masques qui n’aident pas à la propagation du son, de même qu’un rideau d’avant scène en tulle au début de l’acte II. Ces grands tableaux n’empêchent pas quelques moments d’humour et de dérision, comme lorsque les chœurs, par leur mouvements de tête et leurs regards, semblent suivre un défilé du 14 juillet pendant que les trompettes entament leur trop fameuse marche. Mais aussitôt après, par quelques détails, le manteau de Radamès maculé du sang de la victoire lors de son entrée à l’acte II, il exprime son horreur de la guerre et revient à des atmosphères plus sombres. Au fil du spectacle, l’émotion et la tension dramatique s’intensifient, avec pour point culminant le duo final et l’ascension quasi mystique des deux amants, un très beau moment de théâtre.

    Sur le plan musical, c’est à l’orchestre que reviennent d’abord les éloges. Galvanisée par son nouveau chef, la phalange de la Monnaie retrouve ici son meilleur niveau, celui du temps où elle était dirigée par Kazushi Ono. Il est évident qu’Alain Altinoglu a réussi son pari, et redonné aux musiciens bruxellois la fougue et l’enthousiasme qui leur a fait un temps défaut. Menant ses troupes avec rigueur et souplesse tout à la fois, le chef souligne sans emphase les ressorts dramatiques de la partition, lui apporte une grande cohérence esthétique et une très belle sensibilité musicale, sans faiblesse ni temps mort. La distribution, elle, est un peu inégale. Très émouvante dans le rôle titre, Adina Aaron fait preuve elle aussi d’une belle sensibilité mais la voix pourtant souple et ample montre hélas ses limites lorsqu’elle est à découvert dans l’air « Oh, patria mia, mai più ti rivedrò » un des sommets du rôle. Elle se rattrape bien vite dans le grand duo d’amour qui suit puis dans la scène finale « O terra, addio ».

    Pas tout à fait satisfaisante non plus, l’Amneris de Nora Gubisch, pourtant très convaincante scéniquement, manque de puissance et de mordant pour le rôle, qu’elle aborde avec un vibrato excessif vu l’âge du personnage, et une diction assez molle. L’excellent ténor Andrea Carè (Radamès) commence sa performance avec quelques faiblesses et des ports de voix désagréables dans son premier air Celeste Aida, mais cette impression est bien vite effacée par une très belle performance globale où l’émotion le dispute à la vaillance, et dans laquelle il parvient à rendre avec finesse tout le combat interieur de son personnage.

    Dimitris Tiliakos apporte au noble personnage d’Amonasro sa belle voix de baryton. Le metteur en scène a donné beaucoup de relief au rôle de Ramfis, qui par son costume de druide maléfique rappelle le père Fouras de Fort Boyard. Porté par une telle composition, Giacomo Prestia s’acquitte du rôle avec les honneurs. Mais Enrico Iori a bien du mal à s’imposer en Roi, tant la voix accuse de vibrato et d’imprécision. Les choeurs, fort sollicités, sont eux aussi particulièrement à l’honneur.

    Une deuxième distribution réunit dans les rôles principaux Monica Zanettin (Aida), Gaston Rivero (Radamès), Ksenia Dudnikova (Amneris), Giovanni Meoni (Amonasro) et Mika Karès (Ramfis).

    16.05.2017, Jottrand Claude «Le drame intime au cœur de la vision de Livathinos», www.forumopera.com

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθετεί Αΐντα στην όπερα la Monnaie

    Ακόμα και οι βίαιες αιματηρές μάχες στο πεδίο της μάχης φαίνονται ασήμαντες σε σχέση με την εσωτερική πάλη των πρωταγωνιστών.

    Ο Προοδευτικός και θεατρόφιλος Χεδίφης Ισμαήλ Ίμπν Ιμπραήμ Πασάς της Αιγύπτου είχε προικίσει μεταξύ άλλων τη πόλη του Καΐρου και με ένα μεγαλοπρεπές θέατρο, τα εγκαίνια του οποίου θέλησε να γίνουν με μεγάλη επισημότητα και με ανέβασμα μιας όπερας εθνικής όμως υπόθεσης. Έτσι ανέθεσε στο Γάλλο διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου του Καΐρου Μαριέτ-Μπεη την ανεύρεση της υπόθεσης και τη σύνθεση της μουσικής στο μαέστρο Βέρντι. H Aΐντα γράφτηκε το 1870 μέσα σε τέσσερις μήνες αλλά δεν πρόλαβε τα εγκαίνια του νέου μεγαλοπρεπούς θεάτρου του Καΐρου (1 Νοεμβρίου 1869), αλλά ούτε και τα εγκαίνια της διώρυγας του Σουέζ (17 Νοεμβρίου 1869). Ανέβηκε στη Σκάλα του Μιλάνου και μετά έγινε πασίγνωστη στην Ευρώπη.

    Η «Αΐντα» μεταφέρει τον θεατή στην αρχαία Αίγυπτο, την εποχή της παντοδυναμίας των Φαραώ. Πρόκειται για μια ιστορία ερωτικού πάθους και προδοσίας, γεμάτη συγκρούσεις και ανατροπές που αντανακλούσε τις πολιτικές αντιλήψεις του Βέρντι για την απελευθέρωση των ιταλικών κρατιδίων από τους Αυστριακούς. Στην υπόθεση του έργου η Αΐντα , θυγατέρα του βασιλιά της Αιθιοπίας, είναι σκλάβα της Αμνέριδας, της κόρης του βασιλιά της Αιγύπτου. Και οι δυο γυναίκες είναι ερωτευμένες με τον Ρανταμές, τον αρχιστράτηγο των Αιγυπτίων ο οποίος επιστρέφει νικητής από τον πόλεμο εναντίον της Αιθιοπίας. Υποκύπτοντας στις πιέσεις του πατέρα της, η Αΐντα κατορθώνει να αποσπάσει από τον ερωτευμένο Ρανταμές ένα στρατιωτικό μυστικό. Εξοργισμένη η Άμνερις τον κατηγορεί για προδοσία και ο γενναίος πολεμιστής καταδικάζεται σε θάνατο. Η όπερα έγινε γνωστή κυρίως για την περίφημη «σκηνή του θριάμβου»

    Ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθετεί για πρώτη φορά όπερα στο ιστορικό La Monnaie των Βρυξελλών διερευνώντας με τόλμη τις διαφορετικές όψεις ενός έργου στο οποίο συνυπάρχουν η επιθυμία της σύγκρουσης και η αίσθηση του καθήκοντος, οι μεμονωμένες τύχες των ανθρώπων και η συλλογική μοίρα. Ο Βέρντι αντιλήφθηκε όπως οι αρχαίοι συγγραφείς ότι “κάθε αληθινή γνώση της ανθρώπινης φύσης εξαρτάται από τη γνώση των ορίων που επιβάλλονται σε αυτήν». Ο Στάθης Λιβαθινός βρήκε άθικτη την ποιότητα και τη δύναμη των ελληνικών τραγωδιών, την ικανότητα να αντιπροσωπεύουν μέσα από ένα μύθο ή μια αληθινή ιστορία, τον ανθρώπινο πόνο με απαράμιλλη διεισδυτικότητα.

    Ο σκηνοθέτης και η ομάδα του ήθελαν να φτάσουν στην οικουμενικότητα του δράματος αφαιρώντας κάθε αναφορά σε εξωτικά στοιχεία. Εκτεθειμένους στη μοίρα τους, στην παρατήρηση της ιστορίας, σε ένα φανταστικό νησί με ένα βαρύ ουρανό επάνω τους που τονίζει την συντριπτική τους μοίρα. Ο ίδιος δηλώνει ότι θέλει να επικεντρωθεί στην εκφραστικότητα του σώματος των τραγουδιστών, στην «σαιξπηρική» αλήθεια του έργου, στην ισορροπία καθώς αυτή είναι η αληθινή έννοια της τέχνη και του θεάτρου, αυτό που κάνει την τέχνη να είναι κάτι περισσότερο από ψυχαγωγία, σε ένα πνευματικό περιεχόμενο μέσα στο οποίο συνδέονται η αγάπη, τα ανθρώπινα πάθη, ο λόγος και η μουσική.

    Η Aida απεικονίζει μια πολύ ανθρώπινη κατάσταση της αγάπης και το αποτύπωμα του πάθους, ενώ τα πράγματα φαίνεται να έχουν ήδη αποφασιστεί, και οι πρωταγωνιστές προσπαθούν να αγωνίζονται για να αψηφούν τη μοίρα τους. Αυτός ο αγώνας με το πεπρωμένο είναι πάντα μια υπαρξιακή στιγμή που κανείς δεν μπορεί να βγει νικητής.

    Εραστές, όπως ο Radames και η Aida είναι ανυπεράσπιστα, ευάλωτα όντα. Η Αΐντα είναι μια όπερα αντιηρωική και οι αυταπάτες που σχετίζονται με την αγάπη και τον ηρωισμό είναι κάποιες από τις πτυχές της. Ακόμα και οι βίαιες αιματηρές μάχες στο πεδίο της μάχης φαίνονται ασήμαντες σε σχέση με την εσωτερική πάλη των πρωταγωνιστών.

    Η Αΐντα ανεβαίνει στο la Monnaie στις 16 Μαΐου.

    09.05.2017, Μποζώνη Αργυρώ «Ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθετεί Αΐντα στην όπερα la Monnaie», www.thetoc.gr

    Για το link πατήστε εδώ

  • Στάθης Λιβαθινός: «Η όπερα βοηθά να καθαρίσει το αφτί»

    Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου μιλά για το ντεμπούτο του στο λυρικό θέατρο με την «Αΐντα» του Βέρντι που σκηνοθετεί στο φημισμένο La Monnaie των Βρυξελλών

    O Στάθης Λιβαθινός ανήκει στην κατηγορία των καλλιτεχνών που δεν θεωρούν τίποτε εύκολο. Το δηλώνει με αφορμή την επικείμενη σκηνοθεσία της «Αΐντα» του Βέρντι στο θέατρο La Monnaie των Βρυξελλών, η οποία κάνει πρεμιέρα στις 16 Μαΐου και σηματοδοτεί το ντεμπούτο του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου στην όπερα. Ο ίδιος έχει μεγαλώσει με πολλή μουσική. Μέσα από αυτό το πρίσμα το θεωρούσε φυσιολογικό να ασχοληθεί κάποια στιγμή με το είδος. Ίσως και να το είχε επιχειρήσει νωρίτερα, προσθέτει, αν το είχε φροντίσει ή αν είχε βρει χρόνο μέσα στις υπόλοιπες ασχολίες του.

    «Κάποια στιγμή ο Μύρων Μιχαηλίδης, ο τέως καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, μου είχε προτείνει μια συνεργασία, αλλά εκείνο τον καιρό έκανα άλλα πράγματα και δεν προλάβαινα» λέει χαρακτηριστικά. «Ήθελα να αφιερώσω χρόνο» συνεχίζει. «Όσο μπορεί να αφιερώσει κανείς χρόνο, βέβαια, αφού η όπερα είναι άσκηση αντοχής, καθώς πρέπει να γίνουν πολλά πράγματα σε λίγο χρόνο. Στο εξωτερικό υπάρχει τρομερή μεθοδολογία και προετοιμασία λεπτομερής, που είναι πολύ καλή άσκηση για έναν θεατρικό σκηνοθέτη».

    Η ικανοποίησή του για τη συνεργασία με το La Monnaie είναι έκδηλη. Όχι άδικα, αφού πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα λυρικά θέατρα της Ευρώπης, μια σκηνή «φορτισμένη» από τον ριζοσπαστισμό του αείμνηστου ιμπρεσάριου Ζεράρ Μορτιέ. Ο Στάθης Λιβαθινός σχολιάζει πως πρόκειται για ένα θέατρο «που προσφέρεται για γενναία λάθη αφού δεν βάζει στοιχήματα για να εντυπωσιάσει το κοινό…».

    Άρωμα Ελλάδας

    Πώς προέκυψε, άραγε, η συνεργασία; «Είδαν μια – δυο δουλειές μου και με βρήκαν. Γενικά, μιλούν με θεατρικούς σκηνοθέτες, τους ενδιαφέρει η θεατρική διαδικασία» λέει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Κάνει ειδική μνεία στους συνεργάτες του, ειδικά στον γάλλο, αρμενικής καταγωγής, αρχιμουσικό Αλέν Αλτίνογλου, τον οποίο χαρακτηρίζει «πολύ φωτεινό και ενδιαφέρον πρόσωπο». Πρόκειται, άλλωστε, για μια παραγωγή με έντονο ελληνικό χρώμα, αφού τον ρόλο του Αμονάσρο ερμηνεύει ο διεθνής έλληνας βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός, ενώ τους φωτισμούς υπογράφει ο Αλέκος Αναστασίου.

    Ο Στάθης Λιβαθινός προαναγγέλλει μια ανάγνωση της «Αΐντα» κάπως διαφορετική από τη συνηθισμένη. «Οι περισσότερες παραστάσεις της συγκεκριμένης όπερας που είδα βασίζονται λίγο-πολύ σε ένα κλειδί μεγαλοπρέπειας και μιας πομπώδους εμφάνισης των πραγμάτων. Αυτό το στοιχείο δεν με ενδιαφέρει» ξεκαθαρίζει. «Αν μπορώ να μιλήσω ουσιαστικά», προσθέτει, «μια συνάντηση πολύ βαθιά για εμένα, η οποία έχει γίνει από τα μικρά μου χρόνια αλλά τώρα κατέκτησε πολύ μεγαλύτερο βάθος, είναι αυτή με τη μεγαλοφυΐα του Βέρντι. Με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο συνθέτης την τραγικότητα της ζωής». Στο πλαίσιο αυτό, ο σκηνοθέτης λέει πως ο χρόνος έχει εντυπώσει ένα κλισέ επάνω στην «Αΐντα» το οποίο ενδεχομένως δεν έχει απόλυτη σχέση με τις προθέσεις του Βέρντι. «Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί ένας σκηνοθέτης να κάνει κάτι μεγαλοφυές, πρωτότυπο, θεαματικό και υπέροχο, γιατί πάνω απ’ όλα η όπερα είναι μουσική, αλλά για εμένα το στοίχημα στο συγκεκριμένο έργο παίζεται και σε άλλα επίπεδα…».

    Τι εννοεί; Λέει πως το θέμα είναι το πώς κατανοεί ο Βέρντι την ανθρώπινη περιπέτεια επάνω στη γη. Μιλά στη θεατρική γλώσσα: «Για εμένα έργα όπως η “Αΐντα” είναι η συνάντηση του Σαίξπηρ με τον Μπέκετ στη μουσική» σχολιάζει και αποκαλύπτει πως και ο σκηνικός χώρος που θα δημιουργηθεί εν προκειμένω έχει να κάνει με μια τέτοιου είδους λιτότητα και αντίστοιχη σκληρότητα.

    «Στην πραγματικότητα, η ιστορία αυτή χρησιμοποιεί μια μάσκα αιγυπτιακή αλλά αυτά τα οποία πραγματικά συμβαίνουν από μέσα είναι μια πολύ αδυσώπητη όψη της ανθρώπινης ζωής και μια συμφιλίωση με τον θάνατο που πραγματικά εντυπωσιάζει. Πολλές φορές όταν δουλεύεις σε μια δουλειά η οποία μόνο παίρνει και πολύ λίγα επιστρέφει – μιλώ γενικότερα για τη δουλειά μας στην Τέχνη σε αυτές τις εποχές που ζούμε – η προσπάθεια να συμφιλιωθείς με μια ιδιαίτερα σκληρή πραγματικότητα μόνο κέρδος μπορεί να είναι. Η Αΐντα είναι ένα πρόσωπο το οποίο από πολύ νωρίς στον τρόπο που εξελίσσεται και μουσικά το έργο έχει μια πολύ έντονη καταστροφική δυναμική. Όσο για την Αμνερι, είναι ιδιαίτερα δραματικό πρόσωπο. Πρόκειται για μια ιστορία γυναικείας αντιζηλίας με πολύ σκληρούς κανόνες και εξίσου πολλή βία».

    Επικά συναισθήματα

    Αναφερόμενος στην προσέγγισή του ο Στάθης Λιβαθινός κάνει λόγο για έμφαση στα επικά συναισθήματα του έργου και πολύ έντονα στα σώματα των τραγουδιστών. «Πάντα λέω ότι η σκηνοθεσία, πολλές φορές και λίγο περισσότερο από την υποκριτική, είναι μια πράξη θάρρους. Κατά καιρούς οι μεγαλύτεροι σκηνοθέτες του θεάτρου ασχολήθηκαν πολύ και με την όπερα. Η όπερα μεταφέρει κάτι από τον κόσμο της αρχαίας τραγωδίας. Σε μια πρώτη ματιά θεωρεί κανείς ότι οι άνθρωποι δεν μπορεί να συμπεριφέρονται φυσικά ενώ τραγουδούν τόσο αφύσικα. Αυτό ακριβώς όμως είναι και το μεγάλο ενδιαφέρον. Είναι μια τεράστια γλώσσα προς εξερεύνηση την οποία έχουν αγγίξει πολύ ταλαντούχοι άνθρωποι».

    «Με ενδιαφέρει πολύ ο κόσμος του λυρικού θεάτρου»

    Ενδιαφέρει άραγε τον Στάθη Λιβαθινό να έχει συνέχεια το εγχείρημά του στην όπερα; Απαντά καταφατικά. Δοκιμάζει, λέει, διαφορετικά υλικά. «Μ’ ενδιαφέρει πολύ ο κόσμος του λυρικού θεάτρου και το ποιο είδος αλήθειας του αναλογεί» συμπληρώνει. «Θα ‘λεγε κανείς ότι η όπερα είναι από τη φύση της πολύ εκτεθειμένη. Υποτίθεται ότι το θέατρο προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τις συμπεριφορές ανθρώπων έστω κι αν έχει εναλλαγές ύφους. Αναφορικά με την όπερα, όμως, δεν περπατάμε στον δρόμο τραγουδώντας άριες. Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να βρει έναν άλλον βαθμό αλήθειας, ο οποίος να φαίνεται αφύσικος όσο και φυσικός. Και βέβαια, να φροντίσει να ακούγεται η μουσική, ειδικά όταν είναι τόσο ωραία όσο στην περίπτωση της “Αΐντα”».

    Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο Στάθης Λιβαθινός θεωρεί πως το επόμενο βήμα του στην όπερα αργά ή γρήγορα θα γίνει. «Είχα την τύχη να δουλέψω με πολύ καλούς μουσικούς στη διάρκεια της καριέρας μου» σχολιάζει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. «Στις παραστάσεις μου υπάρχει μουσική. Απλώς το ζητούμενο είναι πώς δένεται η μουσική με τη δραματουργία. Και η όπερα βοηθά πολύ να καθαρίσει το αφτί του σήμερα γιατί ακούμε πολλά σκουπίδια…».

    23.04.2017, Τουλάτου Ίσμα Μ. «Στάθης Λιβαθινός: Η όπερα βοηθά να καθαρίσει το αυτί», Το Βήμα

     

    Για το link πατήστε εδώ

  • Στη μπούκα

    […] Και μια και η κουβέντα για την πρώτη σκηνή της χώρας, ο καλλιτεχνικός της διευθυντής ετοιμάζεται για Βρυξέλλες. Εκεί, στο θέατρο «La Monnaie» θα σκηνοθετήσει την «Αida» του Βέρντι. Η πρεμιέρα για τον Στάθη Λιβαθινό έχει ορισθεί για τα μέσα Μαΐου.

    Φαίνεται πως το ‘χουν οι διευθυντές του Εθνικού με την όπερα…

    26.03.2017, Λοβέρδου Μυρτώ «Στη μπούκα», Το Βήμα

     

    Για το link πατήστε εδώ